Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΑΝΤΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΓΙΝΩ ΓΚΑΝΓΚΣΤΕΡ (J' AI TOUJOUR REVE D' ETRE UN GANGSTER)


Σκηνοθεσία: Σάμουελ Μπενσετριτ
Παίζουν: Άννα Μουγκλάλις, Έντοαρντ Μπαέρ, Ζαν Ροσφόρ, Άλεν Μπασούνγκ, Αρνό, Βεναντίνο Βεναντίνι

Διάρκεια: 113’
2007

Στον Δημήτρης τον Δρένο αρέσει πολύ αυτός ο καιρός που προέρχεται από τα βάθη του χειμώνα μα δεν είναι χειμώνας, που οδηγεί στην άνοιξη, μα άνοιξη δεν είναι ακόμα. Η συννεφιά του ουρανού δίνει βαθύτερους τόνους στα χρώματα και οι σιγανές βροχές χαρίζουν ρευστότητα στα τοπία. Από τις πόρτες των μπαλκονιών φυσά ο αέρας κατευθείαν στο δέρμα μας. Θα 'ναι με αχνιστό καφέ, με ζεστό σκέπασμα, με βόλτα ή λίγη ξεκούραση το βράδυ, είναι υπέροχος καιρός να είναι κανείς «ριγμένος» στον κόσμο.

Μας αγγίζει η φύση, μας υπενθυμίζει την καταγωγή μας. Και ταυτόχρονα μας τρομάζει. Ο ενίοτε τόσο όμορφος κόσμος αρνείται να σταθεί στη χούφτα μας – το μόνο που μας μένει είναι το εύθραυστο σαν πόα σώμα μας. Μια φίλη του Δρένου, του είχε χαρίσει το όνομα αυτής της αίσθησης: συμπυκνωμένη ματαιότητα.

Ο Δρένος άνοιξε την μπαλκονόπορτα και η ματαιότητα τον συνάντησε. Γέμισε το φλιτζάνι και πάτησε πλέι στο dvd. Τα χρώματα ήταν ασπρόμαυρα. Σε ένα καφέ στην εθνική οδό προς το Παρίσι μπήκε ένα τύπος για να το ληστέψει. Μπορεί να φορούσε δερμάτινα, μα θύμιζε Σαρλό. Όπλο δεν είχε και είχε ξεχάσει τα κλειδιά στο αυτοκίνητο. Το χέρι στην τσέπη αντί για όπλο, δεν έπεισε κανένα. Τελικά παρήγγειλε καφέ από την όμορφη σερβιτόρα και άρχισε να μιλά και να μιλά.

Αργότερα, έξω από το καφέ θα δίναν ραντεβού για να εισπράξουν λύτρα δυο μεσόκοποι απαγωγοί. Και αυτοί θύμιζαν Σαρλό – είχαν απλώς μεγάλη ανάγκη τα λεφτά. Ο πλούσιος πατέρας ποτέ δε θα εμφανιστεί, ενώ η παραμελημένη κόρη αποδεικνύεται πως έχει τάσεις αυτοκτονίας. Θα την κεράσουν πέντε κουτιά κορνφλέικς και ένα καναρίνι για να χαμογελάσει.

Την ίδια νύχτα δυο βανάκια θα παρκάρουν έξω από το καφέ. Σα συμμορίες θα βγουν από μέσα δυο γερασμένα ροκ συγκροτήματα. Οι ετοιμόροποι ηγέτες τους θα πιουν ένα καφέ και θα τα πουν. Για τις γκόμενες, τα τραγούδια, για όλα όσα είχαν τη συνήθεια να συμβαίνουν μόνο τριάντα χρόνια πριν. Φεύγοντας, ο ένας θα κλέψει μια βαλίτσα με τραγούδια!

Ενδιάμεσα, σε ένα τραπέζι του καφέ πέντε ηλικιωμένοι ληστές θα πιουν την μπύρα τους ανάμεσα σε κατούρημα και βήχα. Στη θέση της καφετέριας κάποτε ήταν το κρυσφήγετό τους. Στη θέση του αυτοκινητόδρομου κάποτε ήταν το δάσος. Και στη θέση των ΜακΝτόναλντς, η αγαπημένη τους Τράπεζα.

Γέροι και νέοι, όλοι γκάγκστερ θα θέλαμε να ήμασταν. Ως μια χειρονομία πως «παιδιά, η περιπέτεια δεν πέθανε». Μα πριν προλάβουμε να ανοιγοκλείσουμε τα μάτια, ο Χρόνος ήδη μας έχει ληστέψει.

Μες σε εξαίσια μουσική η ταινία τελείωσε. Και η συμπυκνωμένη ματαιότητα είχε γίνει γλύκα. Αν και είναι η πιο πολυδάπανη, η πιο μεγάλη για τις διαστάσεις του ανθρώπου τέχνη, ο κινηματογράφος έχει την αρετή να σε παίρνει από το χέρι. Το όμορφο φιλμ είχε και με το παραπάνω την αρετή του ανθρωπισμού του Καουρισμάκι και του Τζάρμους. Την ευαισθησία και το χιούμορ. Τον παραλογισμό και την τρυφερότητα.

Τέτοιες ταινίες είναι μικρά διαμαντάκια – και το ωραίο είναι πως χωράνε στη χούφτα μας. Τα κρατάμε λοιπόν, συνεχίζουμε, και ό,τι βρέξει ας κατεβάσει.



Αξιολόγηση: * * * * (4)

Δημήτρης Δρένος, ο αυτοεξομολογούμενος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 2/4/2009

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου