Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΥΣ ΓΑΤΟΥΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΙΑΣ (KASI AZ GORBEHAYE IRANI KHABAR NADAREH / NO ONE KNOWS ABOUT PERSIAN CATS)

Σκηνοθεσία: Μπαχμάν Γκομπαντί
Παίζουν: Νεγκάρ Σαγκαχί, Ασκάν Κοσανεχάντ, Χάμεντ Μπεχνταντ, Μπαχμάν Αρνταλάν

Διάρκεια: 106’

2009




Τη μια λέμε πως δε γνωρίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό και την άλλη καμωνόμαστε πως γνωρίζουμε τι συμβαίνει στα πέρατα του κόσμου.

Παραδείγματος χάριν, καμωνόμαστε πως γνωρίζουμε γιατί έκλαψαν οι Βορειοκορεάτες στην κηδεία του Κιμ Γιονγκ Ιλ (τους πλήρωσαν; τους περίμενε ο βούρδουλας;) ενώ την ίδια στιγμή μεμφόμαστε το καθεστώς γιατί δεν επέτρεπε καμία πληροφόρηση να φθάσει ως εμάς, ώστε να γνωρίζουμε.

Και ταυτόχρονα ξεχνούμε. Ξεχνούμε τα ποτάμια δακρύων που χύνονται για έναν αποθανόντα πάπα ή για κάποια λαίδη Νταϊάνα. Ξεχνούμε τα οικεία μας θεοκρατικά παραληρήματα ενάντια στις ηλεκτρονικές ταυτότητες του σατανά ή τις εθνικιστικές ακρότητες του 1991, όταν μαθητές του δημοτικού εμείς, μας στέλνανε επισήμως στα συλλαλητήρια για να φωνάξουμε «τσεκούρι και φωτιά / στα γυφτοσκοπιανά σκυλιά»

Ας το πάρουμε απόφαση. Δε γνωρίζουμε όλες τις χώρες του κόσμου – δεν έχουμε βρεθεί ούτε ένα δευτερόλεπτο εκεί, δεν ξέρουμε να προφέρουμε ούτε μια λέξη των γλωσσών τους. Η παγκόσμια πολιτική είναι αχανής όπως και το τοπίο των κρατών. Και είναι αποτελέσματα πολυπαραγοντικά: είναι οι επιταγές της Realpolitik, είναι οι πολιτισμικές ιδιοτυπίες, είναι τα διαφορετικά αγγίγματα της Ιστορίας.

Υπάρχουν βέβαια τα ερμηνευτικά σχήματα – προσωπικά προτιμώ να διαλέγω το ταξικό. Ωστόσο δε με διαφωτίζει εν προκειμένω, γιατί για το μοντέρνο Ιράν γνωρίζω ό,τι ξεφύλλισα μόλις σήμερα. Και θέλω να κινηθώ χωρίς στερεότυπα, η ειδησιογραφία των τελευταίων ημερών για μια επέμβαση που σχεδιάζεται εναντίον του, πληθαίνει – και ξέρουμε πλέον καλά πως όταν ακούς για δικαιώματα και ελευθερίες ή όταν ακούς πως κυβερνά ένας τρελός ηγέτης (θεέ μου, τι σύμπτωση, οι εχθροί μας πάντα αποδεικνύονται τρελοί), καλύτερα να περιμένεις βόμβες.

Νομίζουμε πως ξέρουμε λοιπόν, όμως εγώ με το συγκεκριμένο φιλμ έμαθα και είδα πως η Τεχεράνη είναι ολόιδια η Αθήνα και έχει πιο όμορφο μετρό. Και πως τους δρόμους της κυκλοφορούν παρόμοιες φυλές με εδώ: hipsters, κοσμοπολίτες με ντύσιμο ακριβό.

Το θέμα της ταινίας είναι η σχεδόν ντοκυμαντερίστική καταγραφή των προσπαθειών που καταβάλουν οι πάμπολλες νεανικές μπάντες της Τεχεράνης να καταξιωθούν και να αποφύγουν ταυτόχρονα την ασφυκτική θεοκρατική πολιτική για τα πολιτιστικά ζητήματα. Ωστόσο αν και οι προθέσεις του σκηνοθέτη είναι ευκρινείς και κεκαλυμμένα καταγγελτικές, η ταινία σε διάφορα σημεία εμφανίζει ρωγμές από όπου ξεπροβάλουν οι αντίρροπες τάσεις του περίπλοκου ιρανικού σύμπαντος.

Πολλά από τα συγκροτήματα δεν έχουν πολιτικούς στίχους, όχι επειδή δεν τους επιτρέπεται αλλά επειδή δε νιώθουν την ανάγκη. Κάποια παιδιά θέλουν να φύγουν στην Ευρώπη επειδή ασφυκτιούν μα άλλα δεν το διανοούνται καν. Η ηρωίδα, απελευθερωμένη κοπέλα, δεν αποχωρίζεται ποτέ της τη μαντίλα της (και αυτή είναι μια μεγάλη και εν πολλοίς άγνωστη σημειολογία για εμάς, το νόημα που φέρει η μαντίλα, ανάλογα με τη χώρα, την ηλικία και τη συνθήκη, νόημα που μπορεί να την μετατρέψει από φυλακή έως κόσμημα περίτεχνο). Η επαναστατικότητα των παράνομων πάρτυ που διεξάγουν οι νεαροί Ιρανοί εξαντλείται στο κοινό μαστούρωμα.

Και από την άλλη, οι στίχοι ενός χιπ χοπ κομματιού που ακούγεται θα μπορούσαν να έχουν γραφεί από τους Active Member. Άραγε εμείς εδώ στις καλές μας χώρες φαντασιωνόμαστε την καταπίεση ή αυτή είναι παρεμφερής στις μητροπόλεις του Παπαδήμου, του Ομπάμα και του Αχμαντινετζάντ;

Φυσικά και στο Ιράν υπάρχει η λογοκρισία (μα και στον ευαγγελικό νότο της Αμερικής καίνε τα βιβλία του Δαρβίνου). Φυσικά και υπάρχει η παράλογη «ηθική» αστυνομία (μα εδώ δε διαμαρτυρόμαστε που το κράτος δε διαπαιδαγωγεί ηθικά;) Οι προσπάθειες των παιδιών να τους ξεφύγουν άλλοτε είναι κωμικές και άλλοτε γεμάτες ένταση και κίνδυνο.

Αρωγός τους σε αυτές θα είναι ένας μεσάζων που όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει: διακινεί χολυγουντιανά dvd, διοργανώνει συναυλίες σε στάβλους και ταράτσες, διασφαλίζει παράνομα διαβατήρια και βίζες (το κοστολόγιο της παγκόσμιας γεωπολιτικής: διαβατήριο για Αφγανιστάν: 500$, για Ευρώπη: 11.000$, για Αμερική: 21.000 $).

Τον ερμηνεύει καταπληκτικά ο Hamed Behdad, σε ένα ρόλο που ενσαρκώνει όλες τις αντιφάσεις του ιρανικού συστήματος, ιδίως όταν καλείται να απολογηθεί μπροστά σε έναν αόρατο σε εμάς τους θεατές, ανακριτή. (οι «κλειστές» κοινωνίες έχουν τους μεσάζοντες, οι «ανοιχτές» έχουν τα golden boys…)

Όπως και να έχει, η ταινία με την υπέροχη φωτογραφία της αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα διατομή της ιρανικής κοινωνίας. Έχει τη φρεσκάδα αλλά και την αφέλεια των 3 ακόρντων του ακέραιου ροκ, που από τον Γούντι Γκάθρι έως τους MC5 ελπίσαμε πως θα άλλαζε τον κόσμο. Και που δεν τον άλλαξε, γαμώτο μα και ευτυχώς, γιατί ο κόσμος αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκος από αυτό.

Και είναι γεμάτη με πανέμορφα τραγούδια που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ειδών. Απηχεί το Buena Vista Social Club και κομίζει θησαυρούς αντίστοιχους με τα ethiopiques και τους Dengue Fever.

Αποτελεί μια εύγεστη εθνογραφική μπουκιά.

Και αποτέλεσε την αιτία μεγάλου καβγά μεταξύ του Γκομπαντί και του Κιαροστάμι για το κατά πόσο το Ιράν είναι ένα ιδανικό μέρος για σινεμά.

Γιατί όλα είναι πολιτική. Λίγο ή πολύ.



“…απόψε ένα άντρας
που φίλησε το χέρι του αφεντικού του
θα είναι ξύπνιος ως το πρωί…

…απόψε ένα παιδί
που κάπνισε το πρώτο του τσιγάρο
θα είναι ξύπνιο ως το πρωί…”


Mirza, «Emshab»




Αξιολόγηση: * * * (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 19/1/2012

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ (SHERLOCK HOLMES)


Σκηνοθεσία: Γκάι Ρίτσι
Παίζουν: Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, Τζουντ Λο, Ρέιτσελ Μακ Άνταμς, Μαρκ Στρονγκ, Έντι Μαρσάν
Διάρκεια: 128'
2009


[σημείωση: το κείμενο αναφέρεται στην ταινία που βγήκε
στους κινηματογράφους το 2009 και όχι στη φετινή]



Ο Σέρλοκ Χολμς ποτέ δεν υπήρξε απλώς και μόνο ένας ντετέκτιβ.

Ο Μισέλ Φουκώ θεωρούσε πως η λογοτεχνική του γέννηση σηματοδοτεί μια καίρια μεταστροφή στην αντίληψη του εγκλήματος, άλλη μια ένδειξη των μορφών που θα λάμβανε η εξουσία στη νεωτερικότητα.

Αν έως τότε το έγκλημα συνιστούσε ένα είδος προνομίου των φτωχών (να ληστεύουν τους φοροεισπράκτορες στη σκοτεινιά των δασών, να κλέβουν ατιμώρητοι κανένα πουγκί στη σκοτεινιά των παρισινών ή λονδρέζικων σοκακιών) ώστε να διατηρείται η ισορροπία με τα προνόμια των γαλαζοαίματων, οι ιστορίες του Σέρλοκ Χολμς αφαιρούν το έγκλημα από τον «όχλο» και το μετατρέπουν σε κομψό παιχνίδι της διάνοιας, έργο τέχνης μορφωμένων και αστών.

Σε κάθε ιστορία, δυο ιδιοφυΐες συγκρούονται για να υπερνικήσει αυτή του Χολμς. Κάθε φορά που η εξιχνίαση του εγκλήματος φαντάζει αδύνατη και οι τεχνικές του σκέτη μαγεία, ο Χολμς σα λάμπα του Διαφωτισμού ρίχνει το φως της επαγωγικής λογικής και το σκοτάδι γίνεται Εμπειρική Παρατήρηση και Επιστήμη.

Έτσι και στην ιστορία μας: ο λόρδος Μπλάκγουντ τρομοκρατεί το Λονδίνο ασκώντας τη μαύρη μαγεία και θυσιάζοντας νεαρές κόρες. Κάποια στιγμή θα συλληφθεί, θα κρεμαστεί και θαυμαστά θα αναστηθεί! Ένας νέος γύρος τρόμου θα αγκαλιάσει την πανικόβλητη πόλη. Ιεροκήρυκες μιλούν για το τέλος του κόσμου, το κοινοβούλιο παρακολουθεί ανήσυχο ενώ στις μασονικές στοές της πόλης συμβαίνουν «πράγματα και θάματα», «σημεία και τέρατα».

Ο Χολμς θα προσπαθήσει να μετατρέψει τη μαύρη μαγεία σε χημικές ενώσεις και γεωμετρικούς προσδιορισμούς. Ταυτόχρονα όμως, θα ανασαλεύει η σκοτεινή του πλευρά. Εμμονές, εξαρτήσεις, αντικοινωνικότητα καθώς η μοιραία γυναίκα της ζωής του μπαινοβγαίνει διπρόσωπα στην ιστορία και ο πιστός του σύντροφος Γουότσον ετοιμάζεται να παντρευτεί και να τον εγκαταλείψει.

Ο Γκάι Ρίτσι ρίχνει την περσόνα του Χολμς στις λάσπες των δρόμων όπως άλλωστε ήταν και η πρώτη σύλληψή της από τον Κόναν Ντόυλ, ενώ οι Ντάουνι Τζούνιορ και Τζουντ Λο δένουν ιδανικά. Σκέτη απόλαυση η ταινία, ένα «Snatch» και «2 Καπνισμένες Κάνες» μεταφερμένες σε ένα εξόχως ατμοσφαιρικό, βικτωριανό, αμφίσημα νεωτερικό Λονδίνο.




Αξιολόγηση: * * * (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 21/1/2010

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

ΠΟΡΕΥΣΟΥ ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ ΤΖΑΜΙΛ (MA SALAMA JAMIL)

Σκηνοθεσία: Ομάρ Σαργκάουι
Παίζουν: Ελίας Σαμίρ Αλ-Σομπέχι, Χαλίντ Αλσουμπέχι, Νεχμέντο Ιμπραήμ, Νταρ Σαλίμ
Διάρκεια: 90'
2008



…και ο Αλλάχ, ο Θεός, ο Γιαχβέ πήραν πηλό και φύσηξαν μέσα του τη δική τους πνοή, την άπειρη, την πανάγαθη και έτσι έγινε ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, ο Άνταμα, ο πρώτος γεννήτορας των δισεκατομμυρίων απογόνων. Και λίγο μετά, τα πρώτα του παιδιά σφαχτήκαν.

Ή αλλιώς, σε άλλο κλειδί και άλλο πεντάγραμμο, γράφει ο Ζαν Ζακ Ρουσώ για μια περίοδο προ του ανθρώπινου πολιτισμού όπου οι άνθρωποι τρέχαν από δω και από κει σαν τα υπόλοιπα ζώα, αμόλυντοι, ευγενείς άγριοι. Το μόνο που νιώθαν ήταν la pitié, οίκτο για τους συνανθρώπους, όπως τα ζώα που όταν συναντούν νεκρό του ίδιου είδους κοντοστέκονται δίπλα και αλυχτούν.

Και λίγο μετά, αναπτύχθηκε ο Λόγος. Άνθισε η ζήλια και ο εγωισμός. Και κάποιος έξυπνος περίφραξε ένα χωράφι απ’ τη γη που ανήκε σε όλους και είπε «είναι δικό μου!» και βρήκε αρκετά χαζούς να τον πιστέψουν. Και έτσι άρχισε η Ιστορία, άρχισε ο πολιτισμός και μαζί του η έριδα.

Στη μοντέρνα Κοπεγχάγη ζει ασφυκτικά κλειστή η αραβική κοινότητα. Μετανάστες, αποδιωγμένοι, Ιρακινοί, Αιγύπτιοι, Ιρανοί, Λίβυοι, σουνίτες, σηίτες. Η Δύση τους φοβάται. Και αυτοί φοβούνται τη Δύση. Προαιώνιες έχθρες τους στοιχειώνουν και όπως τα κράτη τους και οι ηγεσίες τους συγκρούονται, έτσι συγκρούονται και αυτοί ως άτομα, οικογένειες, φατρίες.

Ο Τζαμίλ κάποιον σκότωσε. Γιατί αυτός είχε σκοτώσει τη μητέρα του. Και τώρα ο Μαχμούτ, ο πατέρας του νεκρού, θέλει το κεφάλι του Τζαμίλ. Και ο Τζαμίλ τρέχει να κρυφτεί. Και οι μπράβοι του Μαχμούτ σκοτώνουν τον Ομάρ, το φίλο του Τζαμίλ. Και τώρα ο Τζαμίλ πρέπει να εκδικηθεί τα ορφανά και τη χήρα του Ομάρ. Και η βία όλο και εξαπλώνεται, αγγίζει τους γονείς, αγγίζει τα ξαδέρφια, αγγίζει τα παιδιά. Κυλά σα μόλυνση σε όσους φέρουν το «ίδιο» αίμα, απειλεί όσους λατρεύουν ίδιους θεούς με μια μικρή παραλλαγή.

Κάποια στιγμή οι ήρωες κοντοστέκονται. Κάποιος λυγίζει μπροστά σε ένα τρομαγμένο παιδί ή σε έναν γέρο που εκλιπαρεί. Νιώθει οίκτο, όμως το pitié το ξεπερνά η βία που έχει απελευθερωθεί και είναι ανεξέλεγκτη. Σχεδόν από μόνο του γίνεται το νέο φονικό και ο κύκλος όλο και ανοίγει.

Σε μία ώρα και είκοσι λεπτά η ταινία μας δίνει συνεχείς γροθιές στην καρδιά και το στομάχι. Είναι μια συμπυκνωμένη και λακωνική αναλογία του τι συμβαίνει για αιώνες στη Μέση Ανατολή. Ανατέμνει τη λογική της βίας χωρίς ούτε μια μεγάλη κουβέντα. Αναδεικνύει τις διαρκείς αντιφάσεις κάθε σταυροφορίας, το παράλογο κάθε προσπάθειας για καθαρότητα.

Και ενδιάμεσα, για λίγες στιγμές τη φορά, επέρχεται η γαλήνη. Μας δείχνει όπως δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε την αραβική ευγένεια, τη στοργή και το σεβασμό των οικογενειών, το ζεστό τσάι στα ποτήρια, τα αραβουργήματα στους τοίχους, τα γλυκά λόγια. Και έπειτα, η βία ξαναχτυπά την πόρτα των ανυποψίαστων νοικοκυριών.

Ας μη χαιρόμαστε. Τα ίδια κάνουμε στη Δύση. Πλέον πιο κομψά και πιο έμμεσα, εμείς ούτε καν διακινδυνεύουμε το κεφάλι μας. Λέμε απλώς «Είναι δικό μου» εννοώντας ας «πεθάνει ο όποιος Άλλος».

Αργά καταλαβαίνουμε πως το φιλμ διαδραματίζεται στην Κοπεγχάγη. Θα μπορούσε να συμβαίνει οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Μας πλημμυρίζει το αίμα και έπειτα πέφτουν οι τίτλοι του τέλους.

Με μια φράση από το τόσο παρεξηγημένο Κοράνι. Όποιος σκοτώνει άνθρωπο, είναι σα να σκοτώνει την ανθρωπότητα.






Αξιολόγηση: * * * * * (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 15/10/2009