Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα * * *. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα * * *. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΤΗ ΡΩΜΗ (HABITACION EN ROMA)

Σκηνοθεσία: Τζούλιο Μεντέμ
Παίζουν: Έλενα Ανάγια, Νατάσα Γιαροβένκο, Ενρίκο Λο Βέρσο
Διάρκεια: 109’
2010



Την πρώτη νύχτα του καλοκαιριού, μια ζεστή νύχτα, δυο νεαρές γυναίκες, μια ισπανίδα και μια ρωσίδα που βρέθηκαν για διαφορετικούς λόγους στη Ρώμη, θα γνωριστούν πίνοντας κρασί. Εμείς οι θεατές θα τις γνωρίσουμε λίγο αργότερα, όταν μπροστά στο ξενοδοχείο της πρώτης η δεύτερη, αφού αμφιταλαντευθεί, θα αποδεχθεί την πρόσκληση και θα ανέβει πάνω, στο δωμάτιο, για μια νύχτα ερωτικού σμιξίματος.

Για τη γαλλίδα θεωρητικό Luce Irigaray, η γυναίκα διατελεί εσαεί εξόριστη από τον κόσμο της σκέψης, της γλώσσας, της πρακτικής. Είναι πάντα καταδικασμένη να μιλά με λέξεις ανδρικής επινόησης που κατασκευάστηκαν σε φιλοσοφικά και μυθολογικά συστήματα όπου πάντα το αντρικό στοιχείο κυριαρχεί ενώ το γυναικείο εξοβελίζεται στη σκιά, υποδεέστερο, ελπίζοντας να φωτιστεί από τον αυτόφωτο άντρα. Αντιπροτείνει η Irigaray ένα γνήσιο γυναικείο λόγο – όπου οι γυναίκες θα μιλήσουν για τις γυναίκες – και που θα φέρει στο προσκήνιο ό,τι καταπιεσμένο και αποδιωγμένο γυναικείο βρίσκεται στα θεμέλια της κουλτούρας μας. Ας προσεγγίσουμε την ταινία υπό αυτό το πρίσμα.

Οι γυναίκες θα γδυθούν μέσα σε ένα δωμάτιο βαρύτιμου διάκοσμου, πλαισιωμένο με πίνακες τέχνης. Τον πρώτο κύκλο σωματικής επαφής θα διαδεχθούν οι αφηγήσεις τους για το παρελθόν τους. Παραλλαγές, φαντασίες, εκδοχές. Δεν εμπιστεύονται ακόμα η μια την άλλη.

Η γυναίκες βρίσκονται σε αντιπαλότητα μεταξύ τους. Στην κλασσική ψυχανάλυση δεσπόζει ο μύθος του Οιδίποδα και η γυναίκα ως κακέκτυπο του άντρα πασχίζει να του μοιάσει, ενώ φθονεί και εχθρεύεται τις ομόφυλές της.

Οι εραστές των αφηγήσεών τους θα είναι εξουσιαστικές πατριαρχικές φιγούρες: ένας σεΐχης, ένας μαφιόζος, ένας καθηγητές πανεπιστημίου. Στην παραδεδομένη πολιτική οικονομία της επιθυμίας, η γυναίκα είναι ένα φετιχοποιημένο εμπόρευμα, το νόμισμα που ανταλλάσσουν οι άντρες διεκπεραιώνοντας τις υποθέσεις τους.

Θα συμφωνήσουν πως απόψε δε χρειάζονται φαλλό ή κάτι που να του μοιάζει. Το γυναικείο σώμα είναι προικισμένο με πολλά ζευγάρια χειλιών. Η σεξουαλικότητά του είναι κατ’ εξοχήν πληθυντική. Τα χείλη αρθρώνουν λόγο και αρθρώνουν επιθυμία – και ταυτόχρονα στέκουν πάντα μισάνοιχτα, ξένα προς τις διχοτομήσεις και την αντιπαράθεση.

Στη λακανική ψυχανάλυση η σωματική ταυτοποίηση του υποκειμένου συμβαίνει μπροστά στον καθρέφτη και εκεί επινοεί το ιδεώδες εγώ του. Η Irigaray αντί του επίπεδου καθρέφτη προτείνει έναν κυρτό, στον οποίο η γυναικεία ανατομία δε θα προδίδεται ως έλλειψη και κενό αλλά θα αναδεικνύεται σε όλη της την καμπυλότητα. Αυτό αποπειράται η σκηνοθεσία της ταινίας ακολουθώντας τα σώματα των ηρωίδων στις επάλληλες επαφές τους σε μια ποιητική του ρευστού.

Κυλά η νύχτα και έρχεται η ώρα του μύθου. Κοιτώντας τους πίνακες του δωματίου που γεφυρώνουν εικοσιπέντε αιώνες και εποχές τέχνης, οι δυο γυναίκες υποχωρούν από το σχήμα της γυναίκας ως αυτής που λατρεύει το γιο και το νόμιμο σύζυγο, προς τη γυναίκα που οι πάντες έχουν υπάρξει κάποτε παιδιά της στο συνεκτικό αξίωμα της ανθρωπότητας, τη γονιμότητα. Αντί του πρωταρχικού «φόνου του πατέρα» στην πρωτόγονη ορδή που εγκαινιάζει τον πολιτισμό κατά Φρόυντ, η Irigaray αντιπροτείνει το «φόνο της μητέρας» από το γιο, που ενσαρκώνει η Κλυταιμνήστρα.

Το πρωί ξημερώνει. Το φως δεν είναι πάντα τόσο ευγενικό, οι δυο γυναίκες δε μοιάζουν πλέον μυθικές αλλά σάρκινοι άνθρωποι, με μικρές ατέλειες και μεγάλες επιθυμίες. Το τέλος θα απομείνει ανοιχτό.

Κάποιες στιγμές η ταινία ξενίζει. Έρχεται η σκέψη πως απλώς πρόκειται για ένα επί τούτου τολμηρό εγχείρημα, από άντρα σκηνοθέτη, που θέλει να σοκάρει και να πουλήσει μπόλικο γυμνό. Όμως από την άλλη, εάν επρόκειτο για την κλασσική ιστορία ενός άντρα και μιας γυναίκας, ολόγυμνων, μια μοιραία νύχτα σε μια όμορφη πρωτεύουσα, θα λέγαμε για την όμορφη σκηνοθεσία και ατμόσφαιρα.

Ίσως τελικά η Irigaray να έχει δίκιο…




Αξιολόγηση: * * * (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 1/3/2012

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ (IN A WORLD...)

Σκηνοθεσία: Λέηκ Μπελ             
Παίζουν: Λέηκ Μπελ, Φρεντ Μελαμέντ, Κεν Μαρίνο, Αλεξάντρα Χόλντεν, Ρομπ Κόρντρυ, Έβα Λονγκόρια       
Διάρκεια: 93’    
2013


Σε έναν κόσμο… όπου τα προϊστορικά ζόμπι έχουν ξυπνήσει από το διεστραμμένο ύπνο τους…

Ο κινηματογράφος είναι μια μηχανή παραγωγής ονείρων. Και κόσμων. Κόσμων ανόητων ή κόσμων μαγευτικών, αδιάφορο.

Σε έναν κόσμο… όπου τα φρικώδη εξωγήινα αυγά εκκολάπτονται μέσα στα ντουλάπια των ανυποψίαστων κατοίκων των μεγαλουπόλεων…

Δεν υπάρχει κόσμος της φαντασίας που να μην μπορεί να τον δημιουργήσει ο κινηματογράφος. Έχει άλλωστε διαθέσιμα όλα τα οικοδομικά υλικά: εικόνες, εφέ, πειστικούς και ωραίους ηθοποιούς.

Σε έναν κόσμο…

Και διαθέτει και ένα ακόμα εργαλείο, παραγνωρισμένο σήμερα, μα εξίσου βασικό. Τη φωνή.

«Σε έναν κόσμο…» Αυτή ήταν η φράση σήμα κατατεθέν με την οποία ξεκινούσε τα τρέιλερ χιλιάδων ταινιών ο περίφημος Ντον ΛαΦονταίν. Το όνομά του μάλλον δε θα το γνωρίζετε, ούτε το πρόσωπό του. Σίγουρα όμως ξέρετε καλά τη φωνή του, μπάσα, με εκείνη την πολυκύμαντη χροιά, αν έστω και μια φορά καθίσατε σε κάθισμα κινηματογράφου και παρακολουθήσατε τα «προσεχώς».

Ταινίες δράσης ή επικές, ταινίες καταστροφής ή παιδικές, ταινίες με εξωγήινους ή με φαντασματάκια, η φωνή του ΛαΦονταίν ήταν εκεί, να ντύνει τις εικόνες των ολιγόλεπτων τρέιλερ, να στήνει τα θεμέλια όπου θα στηριζότανε ο κινηματογραφικός κόσμος που επί 2 ώρες θα σας ρούφαγε.

Ο αρχαίος και ο μεσαιωνικός κόσμος υπήρξαν το Ακουστικό Βασίλειο. Μάντεις, ιεροκήρυκες και ψάλτες. Τελάληδες και ρήτορες. Στεντόρειες φωνές, επιβλητικές, έπειθαν τον κόσμο για την ύπαρξη ενός κόσμου στο επέκεινα, έπειθαν τον κόσμο να φύγει για εκστρατείες από τις οποίες δε θα γύριζε ποτέ.

Η Μαγεία του Ήχου. Θρόιζαν τα φύλα στο μεσαιωνικό και σκοτεινό δάσος, σφύριζε ο αέρας, βροντούσε ο ουρανός και από τους ήχους όλοι μάντευαν βρικόλακες, μάγισσες και στοιχειά.

Όλα όμως κάποτε τελειώνουν και το μακραίωνο ακουστικό βασίλειο θα κατέρρεε με πάταγο (πώς αλλιώς;) το 1450. Ο Γουτεμβέργιος θα ανακάλυπτε την τυπογραφία και πλέον ο κόσμος δε θα ήταν η ρευστή φωνή που φθάνει στα αυτιά, μα η τυπωμένη λέξη που τη γραπώνουνε τα μάτια μας.

Και αν η εφεύρεση του κινηματογράφου – αυτό το πανηγύρι της όρασης – αιώνες μετά θα έμοιαζε το τελειωτικό χτύπημα, ωστόσο περιπτώσεις σαν αυτές του ΛαΦονταίν δείχνουν πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Οι εικόνες και η φωνή μπορούν να συμμαχούν για να ιδρύσουν από κοινού έναν κόσμο.

Σε έναν κόσμο… λοιπόν, όπου ο ΛαΦονταίν (1940 – 2008) έχει πεθάνει, τα στούντιο του Χόλιγουντ ετοιμάζονται να γυρίσουν μετά από καιρό μια επική τετραλογία και αναζητούν το διάδοχο που θα ξεστομίσει μπάσα, πολύ μπάσα, το «σε έναν κόσμο». Για τη θέση ερίζουν ο σχεδόν συνταξιούχος νούμερο δύο και ο ανερχόμενος νούμερο τρία. Και επιπλέον, ένας αστάθμητος παράγοντας, η κόρη του πρώτου και από τύχη ερωμένη του δεύτερου. 

Σε ένα ανδροκρατούμενο επάγγελμα, η νεαρή Κάρολ, δασκάλα φωνητικής, καλλιεργεί τη φωνή της και ονειρεύεται. Είναι ένας θηρευτής φωνών και προφορών, με το κασσετοφωνάκι της να παίρνει από πίσω όποιον μιλά ξενικά.

Η ταινία ακολουθεί τις συναντήσεις και τα μπλεξίματα των βασικών ηρώων και αποτελεί ένα γλυκό, χιουμοριστικό και έξυπνο φόρο τιμής σε ένα άγνωστο συστατικό της μαγείας του κινηματογράφου.

Όμως, σσσσσς, αρχίζει το τρέιλερ…

«Σε έναν κόσμο όπου μια φυλή μεταλλαγμένων αρσενικών αγρίων τρέφονται από τα στείρα εδάφη της μητέρας Γης»… Και όμως! Με την κατάλληλη φωνή, όλα μπορούν να ακουστούν πειστικά!





Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 13/2/2014

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

THE GRANDMASTER

Σκηνοθεσία: Γουώνγκ Καρ Βάι
Παίζουν: Τόνι Λιούνγκ Τσι Γουάι, Τσουνγκ Λι, Κινξιάν Γουάν, Έλβις Τσούι, Χι-κιο Σονγκ

Διάρκεια: 117'
2013


Γράφοντας πλέον μόνιμα σε αυτήν εδώ τη στήλη, το "Videodrome", όπου παρουσιάζουμε ταινίες που δεν κατάφεραν να φθάσουν στις αίθουσες των κινηματογράφων και να ζήσουν τις δόξες της μεγάλης οθόνης, μα βρήκαν καταφύγιο στα βιντεοκλάμπ, ζητιανεύοντας μέρα στη μέρα το βλέμμα των πελατών μήπως και τις νοικιάσουνε, μήπως και αυτές οι καημενούλικες βρουν την ευκαιρία και ξεδιπλώσουνε τον κόσμο τους επιτέλους και κατ’ οίκον, νιώθω πως βρίσκομαι στα μετόπισθεν ενός πολέμου.

Πρόκειται φυσικά για τον πόλεμο της κριτικής κατά τον οποίο οι Κριτικοί Κινηματογράφου με αυστηρότητα σφαγιάζουν τις ταινίες και τους αντιπάλους στρατηγούς, τους Σκηνοθέτες. Πολεμικές ρητορικές! Πηχυαίοι τίτλοι στα καλλιτεχνικά ένθετα των εφημερίδων! Εισιτήρια στα ταμεία των σινεμάδων και πηγαδάκια στα πέριξ! Οι αφίσες των ταινιών στις προθήκες, λάβαρα ενός πολέμου για αναγνώριση.

Εδώ στα μετόπισθεν είναι αλλιώς. Έχει ησυχία. Αντιμετωπίζουμε ταινίες κουτσές που δεν κρίθηκαν κατάλληλες για στράτευση, μα καταδικάστηκαν στη μακρά και εναλλακτική θητεία να γεμίζουνε τις άδειες νύχτες μας και τις νεκρές ώρες της τηλεόρασης.

Δεν είναι βέβαια πάντα κουτσές οι ταινίες αυτές. Καμιά φορά απλως το ένα τους πόδι είναι πιο στέρεο από το άλλο και έτσι μοιάζει παράταιρο το βάδισμά τους. Και άλλες πάλι φορές και τα δυο πόδια είναι εντάξει, μόνο που οι δρασκελιές τους είναι ιδιαίτερα πρωτότυπες και πειραματικές, γρήγορες πολύ για να τις προλάβει ένα κοινό που ασθμαίνει. Κάποιες, τέλος, φορές και τα δυο ποδάρια τους είναι φτιαγμένα μονάχα από ποπ-κορν. Πάνε να τα πατήσουν χάμω, διαλύονται, δε βλέπονται, και εμείς μαζεύουμε από κάτω τα ποπ-κορν και τα τρώμε.

Τη σημερινή ταινία μας θα την ενέτασσα στην πρώτη κατηγορία χωλότητας, αν και έχω την υπόνοια πως κυρίως αναζήτησε "τρελόχαρτο" και το πήρε προς μεγάλη ικανοποίησή της. 

Όπως και να 'χει, το πόδι της καλλιτεχνικής της ομορφιάς είναι ρωμαλέο, μα εκείνο της αφηγηματικής ροής όλο σκοντάφτει. Η ταινία αφηγείται περιστατικά από τη ζωή του Ιπ Μαν, του περίφημου κινέζου δασκάλου των πολεμικών τεχνών. Εκκινεί στο τέλος της «άνοιξης» της ζωής του και διασχίζει το «χειμώνα» της, που κατέφθασε δίχως ένα φθινόπωρο να τον προετοιμάσει για τις θύελλες και τις κακουχίες.

Ο Ιπ Μαν είναι ένας πλούσιος κληρονόμος, στοχαστικός, γοητευτικός, που στα 40 του χρόνια θεωρείται ο ικανότερος γνώστης των παραδοσιακών πολεμικών τεχνών στη νότια Κίνα. Ενώ πλησιάζει η στιγμή που θα του αποδοθεί η μέγιστη αναγνώριση, οι Ιάπωνες εισβάλλουνε στη χώρα. 

Θα ακολουθήσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η ευγένεια του Κουνγκ Φου θα αντικατασταθεί από τους εναέριους βομβαρδισμούς και τους όλμους των τανκς και αυτός ο κάποτε ευπατρίδης θα βρεθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’40 στο Χονγκ Κονγκ να διδάσκει την υψηλή του τέχνη στις συμμορίες των δρόμων, ώστε να βιοποριστεί.

Η ταινία καλύπτει τα σχεδόν 20 χρόνια του χειμώνα του Ιπ Μαν, δίχως να αποτελεί μια βιογραφία. Αντιθέτως, με όχημα το σημειολογικό σύστημα και γλώσσα του Κουνγκ Φου, αποτελεί μια εξιστόρηση της ταραχώδους ιστορίας της πρώην αυτοκρατορίας, μια ματιά στο ετερογενές μωσαϊκό των εκατοντάδων εθνοτήτων, γλωσσών και κοινωνικών της χρόνων
.
Τρεκλίζοντας ακόμα στο φεουδαρχικό τους παρελθόν, οι μεγάλες οικογένειες της Κίνας έχουν κάθε μια τη δική της εκδοχή των πολεμικών τεχνών. Το ιδίωμα των κινήσεων είναι κάτι πολύ περισσότερο από έναν τρόπο να χτυπάς: είναι μια συμπύκνωση φιλοσοφικών στάσεων, μια χορογραφία των δαχτύλων, ένα σύνολο σεβάσμιων παραδοχών που αντανακλούν τις πολιτισμικές παραδόσεις της χώρας. Είναι μια ποίηση των χειρονομιών, όπου μια γροθιά μπορεί κάλλιστα να ονομάζεται το «κρυμμένο λουλούδι ανάμεσα στα φύλλα».

Έτσι, παρακολουθώντας μια σειρά συγκρούσεων απίστευτης χορογραφικής ομορφιάς, άλλοτε σε ένα δρόμο γεμάτο γκρίζα βροχή, άλλοτε σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό όπου οι ατμοί και το χιόνι μοιάζουν με θάλασσα μαργαριταριών και άλλοτε σε έναν πολυτελή οίκο ανοχής με το χρυσοπράσινο χρώμα των κεριών και τη προφύρα των βελούδων, παίρνουμε μια εικόνα του πολυκύμαντου της κινεζικής παράδοσης, όπου συχνά γλώσσες που δεν εκφράζονται με λέξεις μεταφέρουν το μεγαλύτερο μέρος του νοήματος.

Ωπ! Ξαφνικά μου τέλειωσαν οι λέξεις! Ανακωχή στον πόλεμο και να οι όροι της ειρήνης: όπως και με τις άλλες ταινίες του Γουώνγκ Καρ Βάι, και εδώ μου συνέβη το ίδιο. Τη μια στιγμή να βυθίζομαι στην απύθμενη ομορφιά και την άλλη να κοιτάω το ρολόι. 




Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 13/12/2013