Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα *. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα *. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

6 + 1 ΑΠΙΣΤΙΕΣ (LES INFIDELES / THE PLAYERS)


Σκηνοθεσία: Εμανουέλ Μπερκό, Φρεντ Κραβαγιέ, Αλεξάντρ Κουρτιέ κ.α.
Παίζουν: Γκιγιόμ Κανέ, Λιονέλ Αμπελάνσκι, Ζαν Ντουζαρντάν, Αλεξάντρα Λαμί, Ζεραλντίν Νακάς
Διάρκεια 119’
2012


Μιαν άλλη φορά θα διερωτηθώ γιατί εδώ και τέσσερεις μήνες όλο μου τυχαίνει (;) να πρέπει να γράψω για ταινίες που αναφέρονται στο σεξ, και κυριότερα, γιατί παράγονται τελευταία τόσες και τόσες ταινίες με αυτό στο επίκεντρο…

Ήταν ο "Άλμπερτ Νομπς" και η καταβύθιση στη συγκρότηση της σεξουαλικής μας ταυτότητας άλλοτε ως «φύσης» και άλλοτε ως «κατασκευής» που επιτελείται. Ήταν το "Δωμάτιο στη Ρώμη" όπου οι γυναίκες του ομοερωτικά αναζητούσαν την εγκαθίδρυση μιας θηλυκής μυθολογίας. Ήταν ο πανσεξουαλισμός του Shame στα χρόνια της παρακμής της Δύσης. Ήταν το σοκαριστικό και απελευθερωτικό, στην παθιασμένη αμεσότητά του, σεξ των ηλικιωμένων στο "Wolke 9". Ήταν η αυνανιζόμενη κόρη του "Άναψέ με" που με τον αυνανισμό καταπράυνε τους πόνους της αλλαγής ηλικίας και «δέρματος». Και σήμερα είναι το "6+1 Απιστίες" (απλούστατο, = 7) που αναφέρεται στην απιστία…

Πρόκειται για μια σπονδυλωτή ταινία που οι ιστορίες της σκηνοθετούνται από διαφορετικούς σκηνοθέτες αλλά οι βασικοί τους ήρωες ενσαρκώνονται από τους ίδιους δύο ηθοποιούς. Μάλιστα στην τελευταία ιστορία επανερχόμαστε στις περσόνες της πρώτης, ώστε η ταινία να καταλήξει συμπερασματικά.  

Γιατί απατούν λοιπόν οι άνθρωποι; Όταν ήμουν δεκαοχτώ, ένας φίλος μεγαλύτερος μου είχε πει να διαβάσω Κούντερα. Μου είχε τάξει πως αν μάθω απέξω οποιαδήποτε σελίδα του και την πω σε μια κοπέλα, αυτή μετά θα με θέλει. Τον ξεκοκάλισα τότε – μα δεν τον χρησιμοποίησα τελικά, ντρεπόμουν με ή χωρίς Κούντερα – και θυμάμαι πως το σύνολο έργο του στον πυρήνα του αποτελούσε μια ανατομία των ερωτικών σχέσεων, και στην πραγματικότητα τίποτε παραπάνω. Πέρασαν τα χρόνια και ο Κούντερα δε μου αρέσει πλέον, εν τέλει νομίζω πως είναι ρηχός. Ωστόσο θυμάμαι μια από τις ιστορίες του, όπου δυο φίλοι είχαν αποφασίσει όταν πηγαίνουν με μία κοπέλα να της λένε στου οργασμού την ώρα μια παράξενη λέξη στο αυτί, ώστε όταν ο άλλος άκουγε αυτή τη λέξη από μια ερωμένη, να ξέρει πως αυτή είχε περάσει και από το κρεβάτι του άλλου, συσφίγγοντας έτσι τους αδερφικούς δεσμούς της φιλίας…

Αυτή είναι η αβάσταχτη ελαφρότητα των σχέσεων της εποχής μας – και εν πολλοίς για μένα εξηγεί γιατί απατούν οι ήρωες στην ταινία. Στα μικρά αυτά φιλμάκια θα παρελάσουν πολλές περσόνες ή καρικατούρες αντρών που θα θέλουν να πηδήξουν γιατί το κάνουν τα ζώα ή επειδή το επιτάσσει το φολκλόρ των εταιρικών συνεδρίων ή επειδή έχουν λεφτά να «νοικιάσουν» μια έσκορτ ή επειδή ο χειμώνας ήταν μακρύς ή επειδή η οικονομική κρίση τους θλίβει…

Την ταινία τη βρήκα μέτρια, αρκετά αναμενόμενη, άντε και λίγο χιουμοριστική. Αν έχει κάποια αρετή, αυτή  είναι πως μέσα στην αμηχανία της, μετατρέπεται άθελά της σε ένα ακόμα σύμπτωμα των καιρών μας. Στις σχεδόν δυο ώρες που πρέπει να κάτσουμε στην καρέκλα μας συγκεντρωμένοι (σπάνιο προνόμιo στην επιταχυμένη εποχή μας) μπορούμε κάλλιστα να σκεφτούμε τα «πως» και τα «γιατί» μας. Γιατί τόσες πολλές ταινίες για το σεξ ενώ τρέχουν τόσα άλλα σοβαρά ζητήματα γύρω μας; γιατί δε μας νοιάζει και τόσο αν πληγώνουμε άλλους; γιατί όλα τα αριθμούμε – από τις γκόμενες έως οτιδήποτε – τα προσμετρούμε και τα πιστώνουμε ως ήττες ή ως νίκες μας;

Προσωπικά νομίζω  πως στους χαλεπούς αυτούς καιρούς που τώρα μόλις αρχίζουμε να ζούμε, εμείς οι ως-τώρα-καταναλωτές, τρομάζουμε, μα δεν ξέρουμε ακόμα που να στραφούμε. Και έτσι στρεφόμαστε στο μόνο γνωστό μας λημέρι, τον εαυτούλη μας τον περιβόητο. Και τελευταίο κάστρο αυτουνού μάλλον είναι το σεξ. Το σεξ όχι ως δόσιμο και άφημα και επαφή. Μα ως μονόλογος απέναντι σε έναν καθρέφτη, τελευταία ευκαιρία να πιστέψουμε πως είμαστε ακόμα «γαμάτοι».

Κάποια στιγμή, δυο από τους ήρωες αυτοδικαιολογούνται λέγοντας πως «σιγά, και τα ζώα απατούν». Αμάν πια με αυτούς τους ανθρωπομορφισμούς. Κάποτε δικαιολογούσαμε τη μοναρχία επειδή το λιοντάρι βρυχιόταν και «άρα η φύση η ίδια γνώριζε από βασιλιάδες». Ή το θεσμό της ιδιοκτησίας, επειδή τα σκυλιά κατουράνε τριγύρω. Είναι όμως γεγονός πως όταν ο άνθρωπος ψάχνει δικαιολογίες στη φύση, σημαίνει πως η κοινωνία του γίνεται κοινωνία γεμάτη με «ζώα».




Αξιολόγηση: * (1)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 14/6/2012

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

ΟΝΤΕΤ ΤΟΥΛΕΜΟΝΤ (ODETTE TOULEMONDE)

Σκηνοθεσία: Έρικ Εμάνουελ Σμιτ
Ηθοποιοί: Κάθριν Φροτ, Άλμπερτ Ντουποντέλ
Διάρκεια: 100΄
2006

Η Οντέτ Τουλεμόντ είναι μία απλή, καθημερινή, μεσήλικη γυναίκα. Δουλεύει ως πωλήτρια σε πολυκατάστημα και προσπαθεί να τα φέρει βόλτα με τα δυο ενήλικα παιδιά της. Είναι φύσει αισιόδοξη, τακτοποιεί το νοικοκυριό της τραγουδώντας και χορεύοντας. Και όταν η ζωή τη μελαγχολεί, βρίσκει καταφύγιο στα βιβλία του Μπαλταζάρ Μπαλσάν.

Ο Μπαλταζάρ Μπαλσάν είναι και αυτός μεσήλικας. Είναι όμως γοητευτικός και επιτυχημένος συγγραφέας. Τα χέρια του πιο πολύ κουράζονται από το να υπογράφουν αυτόγραφα, παρά από το να γράφουν. Όμως οι κριτικοί τον κατηγορούν. Τα βιβλία του δεν είναι λογοτεχνία αλλά μια εύπεπτη συρραφή κλισέ. Είναι βιβλία γυναικεία για τις γυναίκες που δε διαβάζουν.

Καταρρακωμένος (η γυναίκα του τον απατά με το χειρότερο πολέμιό του), ο Μπαλσάν θα ψάξει καταφύγιο στο σπίτι της Οντέτ που κάποτε του είχε στείλει ένα γράμμα θαυμασμού. Η Οντέτ με ανιδιοτέλεια θα τον φροντίσει και θα του διδάξει τις απλές χάρες της καθημερινότητας, ενώ η ίδια θα γίνει θύμα της ζήλιας των συναδέλφισσών της.

Ο καλός συγγραφέας Έρικ Εμάνουελ Σμιτ που γράφει το σενάριο και επίσης σκηνοθετεί την ταινία, προσπαθεί να δημιουργήσει μια νέα ηρωίδα τύπου Αμελί. Αποτυγχάνει όμως καθώς η δική του Οντέτ στερείται του λούστρου της αυθεντικής. Είναι μια πτωχή Αμελί των πτωχών.

Το όνομα της Odette Toulemonde θα μπορούσε να αποδοθεί ως Ωδή - Όλου - Του - Κόσμου. Όμως η περσόνα της Οντέτ αντί να εκφράσει, όπως θα ήθελε, τον κρυφό πλούτο και δύναμη των απλών ανθρώπων, καταλήγει μοιρολατρικά να αναπαράγει ακριβώς όλα εκείνα τα ηθικοπλαστικά κλισέ (η κουζίνα ως βασίλειο, «να απατά και λιγάκι ο άντρας», «και τα λίγα είναι καλά») που καθιστούν κάποιους σε «απλούς ανθρώπους».

Οι μεσημεριανές εκπομπές και τα βιβλία μιας χρήσης, ποτέ και σε κανέναν δεν επέτρεψαν, από το νεροχύτη να εκτιναχθεί στα άστρα.





Αξιολόγηση: * (1)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 6/12/2007