Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα * * * *. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα * * * *. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

ΤΑ ΜΥΘΙΚΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ (BEASTS OF THE SOUTHERN WILD)

Σκηνοθεσία: Μπεν Ζάιτλιν
Παίζουν: Κιουβενζανί Γουάλις, Ντουάιτ Χένρι, Λέβυ Ίστερλι, Τζίνα Μοντάνα

Διάρκεια: 93’
2012


Προτού να πέσει το δειλινό τελείως, χρυσοποίκιλτα βάφονται τα πράγματα του κόσμου ετούτου. Το χώμα που πατούμε ζωντανεύει, καθώς σαλεύουνε χιλιάδες ζούδια, και ο άνεμος παίρνει φωνή απ΄ τα στριγκά βιολιά που παίζουν. Καβούρια και όστρακα σωρεύονται στα δοξαστικά τραπέζια, ξεβράκωτα μωρά γιορτάζουνε τη λάσπη. Το κοριτσάκι μας, γλυκό, ξετρελαμένο, σκύβει και αφουγκράζεται δέντρα και σκύλους. Γιατί για τα παιδιά, όλα έχουν λαλιά στο ανιμιστικό βασίλειό τους και έχει μεγάλη θαλπωρή η πυρά του σύμπαντος.

Και ύστερα πέφτει η νύχτα και μαζί πέφτει βροχή μεγάλη, που δεν αδειάζει με κουβάδες. Και κάπου μακριά – κρακ – σπάνε τα παγόβουνα, θερμαίνονται και λιώνουν, απελευθερώνουν προϊστορικά τέρατα και χρόνους. 

Το ξημέρωμα αμφισβητεί τις επί της γης Εδέμ, εκεί στα ακροτελεύτια σύνορα του κόσμου μας και της δικής μας εποχής. «Κρέας» λέει η δασκάλα τους, «είναι όλη η Ζωή», τρώει και τρώγεται και αναμειγνύεται σε άπειρες μεταμορφώσεις. Από το νερό ξεπρόβαλε και στο νερό είναι που πνίγεται, δεν έχει Μάγειρα αυτή του σύμπαντος η σούπα.



…σκορπίζω λέξεις στο χαρτί, όπως καταλάβατε αγαπητοί μου αναγνώστες. Δε βρίσκω τρόπο άλλο να περιγραφεί αυτή η ιδιοσυγκρασιακή ταινία. Είναι ακατάτακτα πανέμορφη και καλειδοσκοπική. Τη στρέφεις λίγο και γίνεται μουλιασμένη αποκάλυψη, τη στρέφεις και άλλο και εμφανίζεται μια αλληγορία ενηλικίωσης. Την ταρακουνάς και γίνεται λεξικό κατανοητό, με χρώματα και ήχους, για έννοιες δύσκολες όπως «βιταλισμός» και «βαθιά οικολογία». Την κοιτάς από μακριά και αποτελεί αφήγηση, ηρωική και πένθιμη, για τις εφαρμοσμένες ουτοπίες. 




Ή τέλος, την αφουγκράζεσαι σαν το κοριτσάκι που πρωταγωνιστεί, και ακούς γέλια, γέλια πολλά, για το μεγάλο ανέκδοτο εκείνο που λέει για κάτι δισεκατομμύρια χούφτες από ανθρώπους που κάποτε για δυο στιγμές φυτρώσανε σε μια χαραμάδα των γεωλογικών περιόδων και καυχηθήκανε, οι άμοιροι, πως αυτοί, και μόνο αυτοί, είναι ο Κόσμος.      






Αξιολόγηση: * * * *  (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 28/2/2013

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΖΩΗΣ (DETACHMENT)

Σκηνοθεσία: Τόνυ Κέι
Παίζουν: Άντριαν Μπρόντυ, Κριστίνα Χέντριξ, Μάρτσια Γκέι Χάρντεν, Τζέιμς Κάαν, Σάμι Γκάιλ, Λιούις Ζόρικ
Διάρκεια: 97’
2011


Κάθε δάσκαλος και καθηγητής είναι ένας Μηχανικός, με το μι να είναι κεφαλαίο, με την εργαλειοθήκη του γεμάτη με λέξεις και αριθμούς και μια καλή κουβέντα. Για έργο του τού έχουν αναθέσει να φροντίζει την πιο μεγάλη όλων Μηχανή, δηλαδή την Κοινωνία. Που είναι περίπλοκη κατασκευή, γεμάτη γρανάζια οδοντωτά, που άλλοτε το ένα ξεφεύγει από το άλλο ή το γράσο τους δεν φτάνει. Και τότε η Μηχανή να τρίζει ξεκινά, να διαμελίζει σώματα ή σπινθήρες να παράγει. Τρέχει ο μηχανικός, χώνεται με κίνδυνο από κάτω, μήπως τη βλάβη και κάπου εντοπίσει. 

Κάθε σχολείο είναι και ένα Εργοστάσιο. Εκεί παράγονται οι πολίτες. Στις κορδέλες του ρυθμίζεται ποιός μαθητής θα καταλήξει στο Πορνείο ή στη Φυλακή, ποιός σε Γραφείο θλιβερό ή σε λαμπρό Υπουργείο. Μα κάθε σχολείο είναι και Τέμενος Ιερό, όπου ευγενικοί καθηγητές τη Μηχανή πασχίζουν να διαλύσουν, για να τη συναρμολογήσουν έπειτα αλλιώς, άλλους κόσμους να παράξει. 

Πολιορκούνται τα σχολεία της Αμερικής από Μεσίτες και Οικονομικούς Συμβούλους. Ο ήρωας μας τους σκουντά και μπαίνει μέσα να διδάξει. Και ύστερα όταν βγαίνει έξω, στο Γκέτο έχει νυχτώσει. Φροντίζει μια πόρνη ανήλικη και έναν παππού με άνοια. Τα παιδικά κάστρα αλώνονται και οι παιδικές χαρές γεμίζουν χόρτα. Και κάθε άνθρωπος κυμαίνεται, από το α το μικρό στο α κεφαλαίο.  



Το σινεμά είναι και αυτό μια Μηχανή. Παράγει όνειρα, παράγει σχόλια. Σήμερα μας έφτιαξε μια μελαγχολική ελεγεία. Τελευταία σκηνή, τελευταίο μάθημα, και ο ήρωας διαβάζει στα παιδιά την «Πτώση του Οίκου των Ωσέρ». Ένας πολιτισμός ανόητος και αμαθής. Άπληστος. Που οδεύει στο χαμό του. Ανασκουμπώνουν τα μανίκια οι Μηχανικοί, όταν όλα γύρω καταρρέουν. 





Αξιολόγηση: * * * *  (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 11/4/2013

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (THE WORLD'S END)

Σκηνοθεσία: Έντγκαρ Ράιτ         
Παίζουν: Σάιμουν Πεγκ, Νικ Φροστ, Μάρτιν Φρίμαν, Ντέιβιντ Μπράντλει, Πιρς Μπρόσναν, Ρόσαμουντ Πάικ               
Διάρκεια: 109’ 
2013


Το 1993-94, ο Κριστόφ Κιζλόφσκι παραδίδει στο κοινό την περίφημη «Τριλογία των Τριών Χρωμάτων». Είκοσι χρόνια μετά, ο Έντκαρ Ράιτ και ο Σάιμον Πεγκ ολοκληρώνουν τη δικιά τους, καλτ, Three Flavours Cornetto Trilogy. Δηλαδή την «Τριλογία των Τριών Γεύσεων του Κορνέτο». Του παγωτού κορνέτο!

Αν στις ταινίες του Κιζλόφσκι δεσπόζουν τα χρώματα της γαλλικής σημαίας – μπλε, λευκό, κόκκινο – συμβολίζοντας το πρόταγμα της γαλλικής επανάστασης για ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα, στην τριλογία του Κορνέτο δεσπόζουν σαρδόνια τα χρώματα από τη συσκευασία του ομώνυμου παγωτού.

Κόκκινο για το νόστιμο πύραυλο με γεύση φράουλα, αναφορά στα λουτρά αίματος που κατακλύζουν το κυριευμένο από ζόμπι Λονδίνο στο Shawn of the Dead (2004). Μπλε – το κλασικό κορνέτο – ως φόρος τιμής στο χρώμα της αστυνομικής στολής στην παρωδία των αστυνομικών ταινιών, Hot Fuzz (2007). Και τέλος, το πράσινο, για το παγωτό με μέντα και ολόκληρα κομματάκια σοκολάτας – αλλά και τη σημερινή ταινία μας, το «Τέλος του Κόσμου» (2013) – που κατά κάποιον τρόπο (ποιον άραγε;) συμβολίζει την έλευση των εξωγήινων και την επιστημονική φαντασία.

Και όχι. Δεν πρόκειται για κάποιο φθηνό αστείο. Πίσω από το χρωματιστό περιτύλιγμα και την άμεση, γλυκιά και δροσιστική γεύση της κωμωδίας, η τριλογία αυτή ανατέμνει με καυστική οξύτητα την κοινωνία της Αγγλίας και όχι μόνο.

Στο Shawn of the Dead, άξαφνα οι καθημερινοί άνθρωποι που συνωστίζονται στους δρόμους του Λονδίνου μετατρέπονται σε ζωντανούς-νεκρούς. Μα προσέξτε. Ακόμα και πριν τη μεταλλαγή τους, και πάλι έτσι μοιάζανε, όπως τους αποστερεί από κάθε ζωντάνια η επαναλαμβανόμενη ζωή της άχαρης εργασίας και της υπαρξιακής διάψευσης.

Στο Hot Fuzz, εγκαταλείπουμε το Λονδίνο για την επαρχιακή Αγγλία. Σε ένα χωριό της – «το καλύτερο χωριό της χώρας», όπως το ανακηρύττουν οι διαγωνισμοί – ο υπερ-μπάτσος ήρωας θα θρυμματίσει τη βιτρίνα της άψογης κοινότητας. Οι φιλήσυχοι και ευπρεπείς νοικοκύρηδες, ψέλνοντας ύμνους υπέρ του «κοινού καλού» και ωθώντας τη λογική του φιλοσοφικού ωφελιμισμού στα ύστατα άκρα της («το μέγιστο καλό και για το μέγιστο αριθμό ατόμων» – και άραγε ως συνεπαγωγή, το μέγιστο κακό για τις μειοψηφίες;), παραχώνουν σε ένα πηγάδι όποιον απειλεί την εικόνα της ειδυλλιακότητας: τσιγγάνους, κλόουν του δρόμου, ακόμα και άτακτα παιδιά.

Και φθάνουμε στο «Τέλος του Κόσμου», που αφορά τόσο το κυριολεκτικό τέλος του Κόσμου, αλλά και το όνομα μιας παμπ, στην ξεχασμένη από τους πάντες κωμόπολη του Νιούτον Χάβεν. Η ιστορία μας συμβαίνει «είκοσι έτη μετά». Μετά από τι; Από όταν ο Γκάρυ τελείωνε το σχολείο, από όταν ήταν ο αρχηγός, ο βασιλιάς, ο γόης και ο μάγκας. Και κυρίως, από όταν αυτός και οι τέσσερεις φίλοι του αποπειράθηκαν να διασχίσουν το «χρυσό μίλι», δηλαδή να πιούνε σε όλες τις παμπ του Νιούτον Χάβεν καταλήγοντας στη δωδέκατη και τελευταία, την παμπ «Το Τέλος του Κόσμου». Δεν τα κατάφεραν, ξεράσαν στα μισά.

Και τώρα ο Γκάρυ είναι ένας αποτυχημένος σαραντάρης, αλκοολικός. Ψάχνει να μαζέψει τους φίλους του – που έχουν διαπρέψει στο Λονδίνο (εκεί που ζουν τα ζόμπι…) – για να αποπειραθούν να ολοκληρώσουν το «μίλι», να φθάσουν στη δωδέκατη. Γιατί καμιά φορά ο ψυχικός μας κόσμος σκαλώνει σε κάτι ασήμαντο που όμως φαντάζει το σημαντικότερο πράγμα του Κόσμου.

Αυτή τη φορά θα τα καταφέρουν. Όμως ανοίγοντας την πόρτα της, θα ξεχυθεί το πραγματικό τέλος του Κόσμου. Γιατί εξωγήινοι – αλά The Body Snatchers (1956) – έχουν καταλάβει τα σώματα των ντόπιων, θέλοντας να κάνουνε λιγότερο ατελή, δηλαδή λιγότερο σαν τον Γκάρυ, την ανθρωπότητα.

Και ίσως τελικά οι παμπ να είναι οι πραγματικοί ήρωες της Τριλογίας του Κορνέτο. Τεμένη και παρατηρητήρια του αγγλικού έθνους, της υπαίθρου και του άστεως, της πολιτικής ορθότητας και της κοινωνικής υποκρισίας. 

Μια υπέροχη ταινία ως επίλογος μιας υπέροχης τριλογίας, που ουδεμία σχέση έχει με το υπέροχο παγωτό.




Αξιολόγηση: * * * *  (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 8/5/2014