Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

ΠΑΡΑΔΕΙΣΕΝΙΑ ΟΣΤΑ (THE LOVELY BONES)

Σκηνοθεσία: Τζάκσον Πήτερ
Παίζουν: Σαόρσι Ρόναν, Ρόουζ Μακ Ίβερ, Μαρκ Γουόλμπεργκ, Ρέητσελ Βάιζ
Διάρκεια: 135'
2009


Συγκινήθηκα πολύ με αυτή την ταινία.

Δεν με ενθουσίασε ποτέ ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» του ίδιου σκηνοθέτη, όμως αυτή ταινία είναι ένα εξαίσιο κάτι άλλο. Δε με συνάρπασαν ποτέ τα ειδικά εφέ, τα βρίσκω βαρετά, ψεύτικα, ροπή στο κιτς, όμως αυτή τη σπάνια φορά τα πλούσια εφέ της ταινίας προσαρτώνται και διευρύνουν τη γλώσσα του κινηματογράφου.

Ένα δεκατετράχονο κορίτσι βιάζεται και σκοτώνεται από έναν σίριαλ κίλερ σε μια μικρή πόλη στη Πενσιλβάνια της Αμερικής κάπου το 1970. Στο πρώτο μέρος της ταινίας το κορίτσι είναι ζωντανό, στα υπόλοιπα παρακολουθεί μαζί με εμάς, από κάπου που θα μπορούσε να είναι ο «ουρανός» που οι γονείς λένε στα παιδιά πως πήγε ο παππούς και η γιαγιά, ο «παράδεισος», τα «Ηλύσια πεδία», ή απλώς τα συρτάρια της σκέψης όπου εμείς οι ζωντανοί φυλούμε τις απώλειές μας.

Το θέμα προσφέρεται για κλισέ: θρίλερ της σειράς, αμήχανο μελό ή πομπώδη new age φιλοσοφήματα. Όμως ούτε μια στιγμή δεν εκπίπτει στο κλισέ.

Αντιθέτως, η ταινία αλλάζει ιδιοφυώς κλίματα και εποχές – μια νιώθουμε την παγωνιά, μια νιώθουμε τη θέρμη. Το νεκρό κορίτσι γίνεται μια αντίστροφη Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων μέσα σε κάδρα φιλοτεχνημένα άλλοτε ιμπρεσιονιστικά, άλλοτε υπερρεαλιστικά, ενώ στις λάσπες της γης κυλιέται το κιβώτιο με τα κόκαλά της.

Κάθε πλάνο έχει χίλιες λεπτομέρειες και πινελιές, συνειρμούς άφατης ευαισθησίας από το σκηνοθέτη, που ζυγίζουν το βάρος και την ελαφρότητα της ύπαρξής μας. Τα πάντα λειτουργούν συνειρμικά – δεν έχω ξαναδεί να απεικονίζεται έτσι η φαντασμαγορία της ζωής και το φάντασμα «αυτού που φοβόμαστε».

Η ταινία καταφέρνει ό,τι δεν κατάφερε το «Fountain» του Αρονόφσκυ. Αντλεί από το αριστούργημα του Τζων Φόουλς «Ο Σύλλέκτης». Δίνει σάρκα και οστά στον κόσμο που κατοικεί μες το κρανίο μας, και στην πιο γλυκιά ευχή που μπορεί να ακουστεί σε μια κηδεία, «να ζήσεις να τον θυμάσαι»




Αξιολόγηση: * * * * * (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 18/3/2010

5 σχόλια:

  1. Η κριτική σου με κάνει να θέλω να δω την ταινία, που δεν την έχω δει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τη συστήνω ανεπιφύλακτα. Είναι μια ταινία που με έκανε να την ξαναδώ άλλες δυο φορές μέσα σε δέκα μέρες.

    Χτίζει πολύ όμορφα και πειστικά αυτό το παράξενο κλίμα της αμερικής στις αρχές της δεκαετίας του '70. Τα πράγματα είναι πιο ζοφερά από ό,τι άφηνε να διαφανεί η αισιόδοξη, "χίπικη" δεκαετία του '60.

    Ενώ η μικρή κωμόπολη είναι όμορφη και γαλήνια, και το ίδιο και η οικογένεια των ηρώων, μοιάζει σα να φυσάει από κάπου ένας κρύος αέρας.

    Τα πράγματα αλλάζουν. Υπάρχει ένα διάχυτο disillusionement, μια απομάγευση των πραγμάτων. Κυοφορείται ο ύστερος καταναλωτισμός και ατομικισμός που είναι να έρθουν.

    [ειρήσθω εν παρόδω, η καταπληκτικότερη ίσως συμπύκνωση της αλλαγής ατμόσφαιρας από το '60 στο ΄70 στην αμερικάνικη μουσική / κουλτούρα βρίσκεται στον κάπως αγνοοημένο μα αριστουργηματικό δίσκο του Neil Young "On the Beach" - επίσης το συστήνω ανεπιφύλακτα]

    Αν η επόχή μας σήμερα είναι κάτι σαν χειμώνας, τότε αρχίζει το μακρύ φθινόπωρο.
    Ωστόσο αυτό φιλτράρεται, με χρώματα και βλέμμα αισιόδοξο, στο πρώτο τρίτο της ταινίας από την παρουσία του - ζωντανού ως τότε - προ-έφηβου κοριτσιού, το οποίο η ηθοποιός ενσαρκώνει καταπληκτικά.

    Συμπυκνώνει όλη την ανεμελιά, την αθωότητα, τη γλυκύτητα που μέλει να χαθεί. Το κοριτσάκι θα έπρεπε να έχει μεγαλώσει την προηγούμενη δεκαετία. Τώρα είναι ετεροχρονισμένο και το προστατευτικό σπίτι των γονιών της δε θα σταθεί ικανό να τη σώσει.

    Έτσι, κατά τη γνώμη μου, η ταινία δεν είναι μόνο μια υπέροχα ποιητική ματιά σε βαθιά υπαρξιακά ζητήματα αλλά και μια συμβολική ανάγνωση μιας ολόκληρης εποχής.

    [...]

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. [...]

    Η ταινία δεν είχε πάρει πολύ καλές κριτικές.

    Από τη μια πλευρά είχε κατηγορηθεί από όσους γνώρισαν τον Τζάκσον κυρίως από το επικό "Άρχοντα των Δαχτυλιδιών". Περίμεναν μάλλον κάτι πιο κοντά σε αυτό με αποτέλεσμα να μιλήσουν για μια ταινία που μάλλον με σοβαροφάνεια αποπειράται να πει κάτι που δεν ξέρει τι ακριβώς είναι.

    Από την άλλη πλευρά κατηγορήθηκε και από μια πιο παραδοσιακή, "σινεφίλ", πλευρά η οποία θεώρησε πως η χρήση των εντυπωσιακών ψηφιακών εφέ {στις σκηνές από τον "άλλο κόσμο" ως θεωρείο για τα επίγεια") δημιουργεί ένα αμήχανο αποτέλεσμα.

    Προσωπικά διαφωνώ και με τις δυο αυτές προσεγγίσεις. Σπάνια έχω δει ταινία μεγαλεπήβολης στόχευσης, που να μη μοιάζει ούτε στιγμή κατώτερη των υψηλών κριτηρίων που ίδια είχε θέσει προγραμματικά (εκεί ας πούμε έχανε το Fountain του Αρονόφσκυ που αναφέρω).

    Επίσης, νομίζω πως το "Παραδεισένια Οστά" αποτέλεσε και αυτό που λέμε "κατάθεση ψυχής" για το σκηνοθέτη.

    Έίναι γεμάτη με τόσες λεπτομέρειες. Στα χρώματα, τα λόγια, τα αντικείμενα. Σε βαθμό που νομίζω πως ξεφεύγει από την απλή πραγματολογική και τεχνική επάρκεια ενός καλού δημιουργού, και φανερώνει πως πρόκειται για κάτι πολύ προσωπικό που δεν πρέπει να το προδώσει ούτε για ένα δευτερόλεπτο.

    Αυτά!
    Θα χαρώ να τη δεις και να τη συζητήσουμε ξανά εδώ.

    ευχαριστώ για το σχόλιο,
    άντε καλή χρονιά να έχουμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δεν περίμενα να σου αρέσει ΤΟΣΟ η ταινία. Εγώ είχα διαβάσει το βιβλίο πριν τη δω και θυμάμαι πως είχα απογοητευτεί κάπως. Δεν μπορώ να το αναπτύξω όμως γιατί δεν τη θυμάμαι καθαρά την ταινία. Θυμάμαι μόνο πως τη βρήκα να τείνει υπερβολικά προς το mainstream american drama και πως με ενόχλησε ο Wahlberg, τον οποίο δε συμπαθώ ως ηθοποιό. Ο Jackson δεν έχει ακόμα καταφέρει να με εντυπωσιάσει... Όπως και να 'χει είναι πολύ ενδιαφέροντα αυτά που γράφεις καθώς και η οπτική σου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Και όμως, ναι! Κάτι που δεν το περίμενα όταν ξεκινούσα να τη δω.

    Το βιβλίο δεν το έχω διαβάσει και γενικά και εγώ πολύ συχνά απογοητεύομαι όταν βλέπω κινηματογραφικές μεταφορές βιβλίων. Όπως και να το κάνουμε, πρόκειται για δυο διαφορετικές γλώσσες και δεν υπάρχει μεταφορά από τη μία στην άλλη χωρίς να χαθεί κάτι. Όπως με την ποίηση και τη μετάφρασή της σε άλλη γλώσσα.

    [η πιο καλή μεταφορά βιβλίου στο σινεμά, όσον αφορά την αίσθηση, από όσο μπορώ να ανατρέξω σε ό,τι έχω δει / διαβάσει, νομίζω είναι τα "Σταφύλια της Οργής" του Στάινμπεκ στη μεταφορά τους του 1940 από τον Τζων Φορντ με τον Χένρι Φόντα]

    Έτσι, την είδα ως κάτι τελείως αυτόνομο. Αντιλαμβάνομαι τι λες για το mainstream american drama. Θα έλεγα πως ναι έχει αυτές τις δομές δυνητικά. Ωστόσο οι λεπτομέρειες στις διάφορες σκηνές - σα τρυφερά αγγίγματα - το απομακρύνουν κατά πολύ.

    Γενικά την είχα βρει πολύ λεπταίσθητη την ταινία (παράδειγμα οι σκηνές "από τον άλλο κόσμο" που παρά το γεγονός ότι είναι φτιαγμένες απολύτως ψηφιακά, δε μου φάνηκαν καθόλου βαριές, δήθεν, εφετζίδικες, αλλά πως ήταν τόσο όσο έπρεπε. Κάτι δύσκολο να το πετύχεις, να αυτοσυγκρατηθείς, ιδίως όταν έχεις μπροστά σου άπειρες τεχνολογικές δυνατότητες να χρησιμοποιήσεις.)

    Όσο για τον Wahlberg, εμένα μου φάνηκε να κολάει στο συγκεκριμένο ρόλο. Είναι αρκετά "φλώρος", αρκετά "δειλός" και ταυτόχρονα πειστικά "ορκισμένος στο όνομα της θλίψης".

    Θα έλεγα - και σε αναφορά σε ένα σχόλιο πιο πάνω - πως ενσαρκώνει ιδανικά τον ανέμελο χίπυ που σαραντάρησε και δεν ξέρει τι να κάνει με τον κρύο αέρα βίας που φυσάει μια δεκαετία μετά.
    Και νομίζω πως αυτή η αμηχανία του βγαίνει - είτε ηθελημένα είτε αθέλητα - στο ρόλο, κάτι ταιριαστό κατ' εμέ.

    Αυτά,
    ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο

    ΑπάντησηΔιαγραφή