
Σκηνοθεσία: Τζάκσον Πήτερ
Παίζουν: Σαόρσι Ρόναν, Ρόουζ Μακ Ίβερ, Μαρκ Γουόλμπεργκ, Ρέητσελ Βάιζ
Διάρκεια: 135'
2009
Συγκινήθηκα πολύ με αυτή την ταινία.
Δεν με ενθουσίασε ποτέ ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» του ίδιου σκηνοθέτη, όμως αυτή ταινία είναι ένα εξαίσιο κάτι άλλο. Δε με συνάρπασαν ποτέ τα ειδικά εφέ, τα βρίσκω βαρετά, ψεύτικα, ροπή στο κιτς, όμως αυτή τη σπάνια φορά τα πλούσια εφέ της ταινίας προσαρτώνται και διευρύνουν τη γλώσσα του κινηματογράφου.
Ένα δεκατετράχονο κορίτσι βιάζεται και σκοτώνεται από έναν σίριαλ κίλερ σε μια μικρή πόλη στη Πενσιλβάνια της Αμερικής κάπου το 1970. Στο πρώτο μέρος της ταινίας το κορίτσι είναι ζωντανό, στα υπόλοιπα παρακολουθεί μαζί με εμάς, από κάπου που θα μπορούσε να είναι ο «ουρανός» που οι γονείς λένε στα παιδιά πως πήγε ο παππούς και η γιαγιά, ο «παράδεισος», τα «Ηλύσια πεδία», ή απλώς τα συρτάρια της σκέψης όπου εμείς οι ζωντανοί φυλούμε τις απώλειές μας.
Το θέμα προσφέρεται για κλισέ: θρίλερ της σειράς, αμήχανο μελό ή πομπώδη new age φιλοσοφήματα. Όμως ούτε μια στιγμή δεν εκπίπτει στο κλισέ.
Αντιθέτως, η ταινία αλλάζει ιδιοφυώς κλίματα και εποχές – μια νιώθουμε την παγωνιά, μια νιώθουμε τη θέρμη. Το νεκρό κορίτσι γίνεται μια αντίστροφη Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων μέσα σε κάδρα φιλοτεχνημένα άλλοτε ιμπρεσιονιστικά, άλλοτε υπερρεαλιστικά, ενώ στις λάσπες της γης κυλιέται το κιβώτιο με τα κόκαλά της.
Κάθε πλάνο έχει χίλιες λεπτομέρειες και πινελιές, συνειρμούς άφατης ευαισθησίας από το σκηνοθέτη, που ζυγίζουν το βάρος και την ελαφρότητα της ύπαρξής μας. Τα πάντα λειτουργούν συνειρμικά – δεν έχω ξαναδεί να απεικονίζεται έτσι η φαντασμαγορία της ζωής και το φάντασμα «αυτού που φοβόμαστε».
Η ταινία καταφέρνει ό,τι δεν κατάφερε το «Fountain» του Αρονόφσκυ. Αντλεί από το αριστούργημα του Τζων Φόουλς «Ο Σύλλέκτης». Δίνει σάρκα και οστά στον κόσμο που κατοικεί μες το κρανίο μας, και στην πιο γλυκιά ευχή που μπορεί να ακουστεί σε μια κηδεία, «να ζήσεις να τον θυμάσαι»
Αξιολόγηση: * * * * * (5)
Δημήτρης Δρένος
δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 18/3/2010