Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (THE WORLD'S END)

Σκηνοθεσία: Έντγκαρ Ράιτ         
Παίζουν: Σάιμουν Πεγκ, Νικ Φροστ, Μάρτιν Φρίμαν, Ντέιβιντ Μπράντλει, Πιρς Μπρόσναν, Ρόσαμουντ Πάικ               
Διάρκεια: 109’ 
2013


Το 1993-94, ο Κριστόφ Κιζλόφσκι παραδίδει στο κοινό την περίφημη «Τριλογία των Τριών Χρωμάτων». Είκοσι χρόνια μετά, ο Έντκαρ Ράιτ και ο Σάιμον Πεγκ ολοκληρώνουν τη δικιά τους, καλτ, Three Flavours Cornetto Trilogy. Δηλαδή την «Τριλογία των Τριών Γεύσεων του Κορνέτο». Του παγωτού κορνέτο!

Αν στις ταινίες του Κιζλόφσκι δεσπόζουν τα χρώματα της γαλλικής σημαίας – μπλε, λευκό, κόκκινο – συμβολίζοντας το πρόταγμα της γαλλικής επανάστασης για ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα, στην τριλογία του Κορνέτο δεσπόζουν σαρδόνια τα χρώματα από τη συσκευασία του ομώνυμου παγωτού.

Κόκκινο για το νόστιμο πύραυλο με γεύση φράουλα, αναφορά στα λουτρά αίματος που κατακλύζουν το κυριευμένο από ζόμπι Λονδίνο στο Shawn of the Dead (2004). Μπλε – το κλασικό κορνέτο – ως φόρος τιμής στο χρώμα της αστυνομικής στολής στην παρωδία των αστυνομικών ταινιών, Hot Fuzz (2007). Και τέλος, το πράσινο, για το παγωτό με μέντα και ολόκληρα κομματάκια σοκολάτας – αλλά και τη σημερινή ταινία μας, το «Τέλος του Κόσμου» (2013) – που κατά κάποιον τρόπο (ποιον άραγε;) συμβολίζει την έλευση των εξωγήινων και την επιστημονική φαντασία.

Και όχι. Δεν πρόκειται για κάποιο φθηνό αστείο. Πίσω από το χρωματιστό περιτύλιγμα και την άμεση, γλυκιά και δροσιστική γεύση της κωμωδίας, η τριλογία αυτή ανατέμνει με καυστική οξύτητα την κοινωνία της Αγγλίας και όχι μόνο.

Στο Shawn of the Dead, άξαφνα οι καθημερινοί άνθρωποι που συνωστίζονται στους δρόμους του Λονδίνου μετατρέπονται σε ζωντανούς-νεκρούς. Μα προσέξτε. Ακόμα και πριν τη μεταλλαγή τους, και πάλι έτσι μοιάζανε, όπως τους αποστερεί από κάθε ζωντάνια η επαναλαμβανόμενη ζωή της άχαρης εργασίας και της υπαρξιακής διάψευσης.

Στο Hot Fuzz, εγκαταλείπουμε το Λονδίνο για την επαρχιακή Αγγλία. Σε ένα χωριό της – «το καλύτερο χωριό της χώρας», όπως το ανακηρύττουν οι διαγωνισμοί – ο υπερ-μπάτσος ήρωας θα θρυμματίσει τη βιτρίνα της άψογης κοινότητας. Οι φιλήσυχοι και ευπρεπείς νοικοκύρηδες, ψέλνοντας ύμνους υπέρ του «κοινού καλού» και ωθώντας τη λογική του φιλοσοφικού ωφελιμισμού στα ύστατα άκρα της («το μέγιστο καλό και για το μέγιστο αριθμό ατόμων» – και άραγε ως συνεπαγωγή, το μέγιστο κακό για τις μειοψηφίες;), παραχώνουν σε ένα πηγάδι όποιον απειλεί την εικόνα της ειδυλλιακότητας: τσιγγάνους, κλόουν του δρόμου, ακόμα και άτακτα παιδιά.

Και φθάνουμε στο «Τέλος του Κόσμου», που αφορά τόσο το κυριολεκτικό τέλος του Κόσμου, αλλά και το όνομα μιας παμπ, στην ξεχασμένη από τους πάντες κωμόπολη του Νιούτον Χάβεν. Η ιστορία μας συμβαίνει «είκοσι έτη μετά». Μετά από τι; Από όταν ο Γκάρυ τελείωνε το σχολείο, από όταν ήταν ο αρχηγός, ο βασιλιάς, ο γόης και ο μάγκας. Και κυρίως, από όταν αυτός και οι τέσσερεις φίλοι του αποπειράθηκαν να διασχίσουν το «χρυσό μίλι», δηλαδή να πιούνε σε όλες τις παμπ του Νιούτον Χάβεν καταλήγοντας στη δωδέκατη και τελευταία, την παμπ «Το Τέλος του Κόσμου». Δεν τα κατάφεραν, ξεράσαν στα μισά.

Και τώρα ο Γκάρυ είναι ένας αποτυχημένος σαραντάρης, αλκοολικός. Ψάχνει να μαζέψει τους φίλους του – που έχουν διαπρέψει στο Λονδίνο (εκεί που ζουν τα ζόμπι…) – για να αποπειραθούν να ολοκληρώσουν το «μίλι», να φθάσουν στη δωδέκατη. Γιατί καμιά φορά ο ψυχικός μας κόσμος σκαλώνει σε κάτι ασήμαντο που όμως φαντάζει το σημαντικότερο πράγμα του Κόσμου.

Αυτή τη φορά θα τα καταφέρουν. Όμως ανοίγοντας την πόρτα της, θα ξεχυθεί το πραγματικό τέλος του Κόσμου. Γιατί εξωγήινοι – αλά The Body Snatchers (1956) – έχουν καταλάβει τα σώματα των ντόπιων, θέλοντας να κάνουνε λιγότερο ατελή, δηλαδή λιγότερο σαν τον Γκάρυ, την ανθρωπότητα.

Και ίσως τελικά οι παμπ να είναι οι πραγματικοί ήρωες της Τριλογίας του Κορνέτο. Τεμένη και παρατηρητήρια του αγγλικού έθνους, της υπαίθρου και του άστεως, της πολιτικής ορθότητας και της κοινωνικής υποκρισίας. 

Μια υπέροχη ταινία ως επίλογος μιας υπέροχης τριλογίας, που ουδεμία σχέση έχει με το υπέροχο παγωτό.




Αξιολόγηση: * * * *  (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 8/5/2014

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

WARRIOR

Σκηνοθεσία: Γκάβιν Ο’ Κόνορ   
Παίζουν: Νικ Νόλτε, Τομ Χάρντυ, Τζόελ Έντζερτον, Τζένιφερ Μόρισον, Φρανκ Γκρίλο   
Διάρκεια: 140’ 
2011


Αν η λέξη «κελί» ή η ευρύτερης σημασίας «φυλακή» ή, επίσης, η σκοτεινών, μεσαιωνικών συνδηλώσεων λέξη «μπουντρούμι» παραπέμπουν στην αιχμαλωσία, τη στέρηση του χώρου, την ασφυκτική, εγκάθειρκτη ύπαρξη, υπάρχει μια ακόμα λέξη, μικρή το δέμας, η οποία, υποδειγματικότερα όλων, δηλώνει τη φρίκη της ανελευθερίας και τον αέρα που δε φθάνει να αναπνεύσεις. Η λέξη «κλουβί».

Στα κλουβιά στοιβάζονται τα ζώα και αυτά μουγκρίζοντας κινούνται ενάντια στα κάγκελα. Προσκρούουν πάνω τους, μια δυο τρεις, με όλη τους τη δύναμη, ματώνουν, τα κάγκελα δεν σπάζουν και αυτά ύστερα λουφάζουν σε μια ελάχιστη γωνιά, μαραζώνοντας.

«Κλουβί» αποκαλούν επίσης το χώρο, το γήπεδο, το ρινγκ, όπου διεξάγονται οι αγώνες των Μεικτών Πολεμικών Τεχνών ή όπως έχουν καθιερωθεί να λέγονται στην Αμερική, των Mixed Martial Arts

Άθλημα ή εξωραϊσμένη, καθαρή βία; Με καταγωγή τη λούμπεν κουλτούρα του «κατς», οι MMA διεκδικούν πλέον μια ευγενικότερη προέλευση, αναφερόμενες στις πολεμικές τέχνες της Ανατολής και το αρχαιοελληνικό παγκράτιο. Στο «κλουβί», με όλες τις λαβές, με όλες τις γροθιές συγκρούονται οι αθλητές – και το πλήθος να φωνάζει.

Σε «κλουβιά» ζουν και οι βασικοί ήρωες της ταινίας μας. Βγαίνουν από ένα, μπαίνουνε σε άλλο. Και αγωνίζονται, ενάντια σε αλλήλους, και κυρίως ενάντια στα αλύγιστα κάγκελα.

Ο πατέρας – παλιός μποξέρ – υπήρξε για χρόνια αλκοολικός. Έκανε κόλαση τη ζωή της οικογένειάς του. Τώρα αγωνίζεται ενάντια στον εθισμό. Το μόνο που έχει να καμαρώνει από τη ζωή του είναι πως είναι πια «1000 μέρες στεγνός». 

Τα δυο αδέρφια αγωνίζονται ενάντια στον πατέρα που κάποτε έκανε τη ζωή τους φρικτή. Τώρα αυτός είναι ένας ερειπωμένος και άκακος γεράκος. Όμως ως πατέρας-σύμβολο ακόμα λειτουργεί ως το κλουβί τους.

Και επίσης, ο μεγάλος αδερφός αγωνίζεται ενάντια στην τράπεζα που θέλει το υποθηκευμένο σπίτι του. Ενώ ο μικρός, ενάντια στις αναμνήσεις από τον πόλεμο του Ιράκ που τον στοιχειώνουν.

Όλοι τους θέλουν να εξέλθουν από το κλουβί και να ανταμώσουν μια «οικογένεια». Ο πατέρας έχει στραφεί – μάταια –  στη θρησκεία. Αν έβρισκε τη γαλήνη, δε θα άκουγε στα ακουστικά του συνεχώς τα λόγια του τραγικού Αχάμπ, από το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ, που στρέφεται ενάντια σε όλους, ενάντια στο θεό ή τον «ίδιο τον ήλιο».

Ο μικρός γιος έγινε πεζοναύτης. Έψαξε την αγκαλιά της μητέρα πατρίδας. Τρύπια αγκαλιά. Στο πεδίο της μάχης δικοί τους ήταν οι στρατιώτες που τους πυροβόλησαν. Η μάνα έφαγε τα παιδιά της. Και αυτός λιποτάκτησε.

Μονάχα ο μεγάλος γιος μοιάζει να έχει βρει την οικογένεια που όλοι αναζητούν. Κυριολεκτικά. Έχει γυναίκα και δυο παιδιά που αγαπά.

Και στο σημείο αυτό εισέρχεται ο σκηνοθέτης της ταινίας. Πανέξυπνα και αυτοαναφορικά, υποδύεται έναν κροίσο ο οποίος χρηματοδοτεί το μεγαλύτερο τουρνουά MMA όλων των εποχών. Αυτός είναι που δημιουργεί τους όρους του δράματος. Οι δυο γιοι του μποξέρ θα συμμετάσχουν, καθώς ο καθένας για τους δικούς του λόγους χρειάζεται τα πέντε εκατομμύρια του επάθλου.

Ατλάντικ Σίτυ. Τα παραφερνάλια του θεάματος. Ουρανοξύστες και ανάμεσά τους το μικρό γυμναστήριο – όπου η προπόνηση γίνεται υπό τη μουσική του Μπετόβεν – μοιάζει με μια παράδοξη και τρυφερή φωλίτσα ενάντια στην αγριότητα των πραγμάτων. 

Η «Ωδή στη Χαρά», η οργή και το αίμα. Τα διάφορα κλουβιά της ζωής οδηγούν τελικά το δυο αδέρφια στο κλουβί του αγώνα. Έχοντας διαλέξει διαφορετικά επώνυμα, μόνο αργά θα καταλάβει το «φιλοθεάμον» κοινό πως μπροστά του θα ξετυλιχθεί αρχαίο δράμα.

Και εμείς, επίσης θεατές, αναρωτιόμαστε πού θα κλίνει η ταινία. 

Γιατί τεχνηέντως μας έχει κάνει να μην υποστηρίζουμε αυτόν τον πιο αμήχανο, τον πιο αγριεμένο, τον πιο άξεστο και από τον Ρόκυ, μικρό αδερφό.

Αγαπούμε όχι τον ήρωα, τον πολλαπλά ηττημένο, αλλά το καλό παιδί.

Μας πώς μπορεί να υπάρξει «καλό παιδί», όταν αυτό γρονθοκοπά τον κόσμο, έστω και για 5 εκατομμύρια;

Σε  έναν κόσμο γεμάτο κλουβιά, τα πάντα στέκονται ανάποδα, με το κεφάλι στα πόδια.




Αξιολόγηση: * * * * (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ,  13/3/2014

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

ΤΑ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ


Εδώ και πολλούς μήνες με έχει θέσει υπό τα σκήπτρα της μαγείας της η λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας.
 
Κάθε βιβλίο της γίνεται ένα όρος που σου προσφέρει την κορυφή του για να ατενίσεις τον κόσμο από ύψος μεγάλο. Ή γίνεται ένα αστέρι απόμακρο, με όνομα μυστικό – Βετελγόζης, Εράκης, Αλδεβαράν –  από το οποίο μπορείς να κοιτάξεις πίσω, εδώ, με την ικανή εκείνη απόσταση που χαρίζει τη γνώση.

Οι κόσμοι της επιστημονικής φαντασίας είναι τα αντεστραμμένα άστρα της αστρονομίας. Αν το φως των ουράνιων σωμάτων φθάνει στα τηλεσκόπια των αστρονόμων χιλιάδες χρόνια αφοτου έχουν σβήσει, οι χώρες της επιστημονικής φαντασίας δεν έχουν καν ακόμα υπάρξει. Κυοφορούνται κάπου στο μέλλον.

Ουτοπίες του μέλλοντος, ελπίδες του σήμερα. Και αν το είδος μας δε βγάλει τα μάτια του μόνο του, αν καταφέρει κάποτε να βαδίσει σε αυτές, τότε μια μέρα οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος θα καθίσουν να γράψουν τα βιβλία Ιστορίας για τη δική μας εποχή.

Και δίχως αμφιβολία, από ψηλά θα κοιτάξουν εδώ χάμω και θα συμπεράνουν πως και εμείς, οι άνθρωποι του αρχαίου 21ου αιώνα, ανήκαμε στην ίδια μακρά περίοδο της προϊστορίας του ανθρώπινου είδους.

Μαζί με φυλάρχους, ρωμαίους ηγεμόνες και φεουδάρχες σκληρούς, κυβερνιόμαστε ακόμα με μαχαίρι και ξίφος. Τότε ρίχναν μολύβι καυτό στους εχθρούς, τώρα αρρωσταίνουν τα παιδάκια από το μόλυβδο που κυλά στα ποτάμια. Τότε αδειάζαν τα δουλεμπορικά κατά μεσής του πελάγους, τώρα αφήνουν τα καϊκάκια να βυθιστούν στις παρυφές των χωρικών μας υδάτων. Τότε τα ικριώματα αποτελούσαν το θέαμα του κόσμου, τώρα διοργανώνονται επιδείξεις μόδας και φιέστες – και κάπου στην Ινδονησία οι νεαρές υφάντριες πεθαίνουν πάνω στης εργασίας τους πάγκους.

Κάποτε οι καθισμένοι σε αδαμαντοποίκιλτους θρόνους στέλναν χιλιάδες στην πείνα, τώρα οι καθισμένοι σε δερμάτινες, ντιζάιν πολυθρόνες στέλνουν εκατομμύρια στη φτώχια.

Και οι καλύτεροι του είδους μας; Ακόμα και αυτοί, αφελέστατα τέκνα της εποχής τους. Κάποτε χάιδευαν το μάγουλο του καλού σκλάβου ή χάριζαν γαλοπούλα στον προκομμένο εργάτη. Τώρα γράφουν κείμενα σαν αυτό και απλώς παίζουν με λέξεις.

Λοιπόν, μπορεί τα αυτοκίνητα ή τα λάπτοπ να έχουν γίνει πιο γρήγορα, μα εμείς παραμένουμε άγριοι, με τεχνική απλώς εξειδίκευση.

Και μια μέρα στο μέλλον θα τους φαίνονται τόσο αποτρόπαια αυτά που συνέβαιναν στο παρελθόν, τόσο, που καμιά λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας δεν θα μπορεί να συλλάβει.




Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, στη στήλη "Β' Εξώστης", 13/2/2014

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ (IN A WORLD...)

Σκηνοθεσία: Λέηκ Μπελ             
Παίζουν: Λέηκ Μπελ, Φρεντ Μελαμέντ, Κεν Μαρίνο, Αλεξάντρα Χόλντεν, Ρομπ Κόρντρυ, Έβα Λονγκόρια       
Διάρκεια: 93’    
2013


Σε έναν κόσμο… όπου τα προϊστορικά ζόμπι έχουν ξυπνήσει από το διεστραμμένο ύπνο τους…

Ο κινηματογράφος είναι μια μηχανή παραγωγής ονείρων. Και κόσμων. Κόσμων ανόητων ή κόσμων μαγευτικών, αδιάφορο.

Σε έναν κόσμο… όπου τα φρικώδη εξωγήινα αυγά εκκολάπτονται μέσα στα ντουλάπια των ανυποψίαστων κατοίκων των μεγαλουπόλεων…

Δεν υπάρχει κόσμος της φαντασίας που να μην μπορεί να τον δημιουργήσει ο κινηματογράφος. Έχει άλλωστε διαθέσιμα όλα τα οικοδομικά υλικά: εικόνες, εφέ, πειστικούς και ωραίους ηθοποιούς.

Σε έναν κόσμο…

Και διαθέτει και ένα ακόμα εργαλείο, παραγνωρισμένο σήμερα, μα εξίσου βασικό. Τη φωνή.

«Σε έναν κόσμο…» Αυτή ήταν η φράση σήμα κατατεθέν με την οποία ξεκινούσε τα τρέιλερ χιλιάδων ταινιών ο περίφημος Ντον ΛαΦονταίν. Το όνομά του μάλλον δε θα το γνωρίζετε, ούτε το πρόσωπό του. Σίγουρα όμως ξέρετε καλά τη φωνή του, μπάσα, με εκείνη την πολυκύμαντη χροιά, αν έστω και μια φορά καθίσατε σε κάθισμα κινηματογράφου και παρακολουθήσατε τα «προσεχώς».

Ταινίες δράσης ή επικές, ταινίες καταστροφής ή παιδικές, ταινίες με εξωγήινους ή με φαντασματάκια, η φωνή του ΛαΦονταίν ήταν εκεί, να ντύνει τις εικόνες των ολιγόλεπτων τρέιλερ, να στήνει τα θεμέλια όπου θα στηριζότανε ο κινηματογραφικός κόσμος που επί 2 ώρες θα σας ρούφαγε.

Ο αρχαίος και ο μεσαιωνικός κόσμος υπήρξαν το Ακουστικό Βασίλειο. Μάντεις, ιεροκήρυκες και ψάλτες. Τελάληδες και ρήτορες. Στεντόρειες φωνές, επιβλητικές, έπειθαν τον κόσμο για την ύπαρξη ενός κόσμου στο επέκεινα, έπειθαν τον κόσμο να φύγει για εκστρατείες από τις οποίες δε θα γύριζε ποτέ.

Η Μαγεία του Ήχου. Θρόιζαν τα φύλα στο μεσαιωνικό και σκοτεινό δάσος, σφύριζε ο αέρας, βροντούσε ο ουρανός και από τους ήχους όλοι μάντευαν βρικόλακες, μάγισσες και στοιχειά.

Όλα όμως κάποτε τελειώνουν και το μακραίωνο ακουστικό βασίλειο θα κατέρρεε με πάταγο (πώς αλλιώς;) το 1450. Ο Γουτεμβέργιος θα ανακάλυπτε την τυπογραφία και πλέον ο κόσμος δε θα ήταν η ρευστή φωνή που φθάνει στα αυτιά, μα η τυπωμένη λέξη που τη γραπώνουνε τα μάτια μας.

Και αν η εφεύρεση του κινηματογράφου – αυτό το πανηγύρι της όρασης – αιώνες μετά θα έμοιαζε το τελειωτικό χτύπημα, ωστόσο περιπτώσεις σαν αυτές του ΛαΦονταίν δείχνουν πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Οι εικόνες και η φωνή μπορούν να συμμαχούν για να ιδρύσουν από κοινού έναν κόσμο.

Σε έναν κόσμο… λοιπόν, όπου ο ΛαΦονταίν (1940 – 2008) έχει πεθάνει, τα στούντιο του Χόλιγουντ ετοιμάζονται να γυρίσουν μετά από καιρό μια επική τετραλογία και αναζητούν το διάδοχο που θα ξεστομίσει μπάσα, πολύ μπάσα, το «σε έναν κόσμο». Για τη θέση ερίζουν ο σχεδόν συνταξιούχος νούμερο δύο και ο ανερχόμενος νούμερο τρία. Και επιπλέον, ένας αστάθμητος παράγοντας, η κόρη του πρώτου και από τύχη ερωμένη του δεύτερου. 

Σε ένα ανδροκρατούμενο επάγγελμα, η νεαρή Κάρολ, δασκάλα φωνητικής, καλλιεργεί τη φωνή της και ονειρεύεται. Είναι ένας θηρευτής φωνών και προφορών, με το κασσετοφωνάκι της να παίρνει από πίσω όποιον μιλά ξενικά.

Η ταινία ακολουθεί τις συναντήσεις και τα μπλεξίματα των βασικών ηρώων και αποτελεί ένα γλυκό, χιουμοριστικό και έξυπνο φόρο τιμής σε ένα άγνωστο συστατικό της μαγείας του κινηματογράφου.

Όμως, σσσσσς, αρχίζει το τρέιλερ…

«Σε έναν κόσμο όπου μια φυλή μεταλλαγμένων αρσενικών αγρίων τρέφονται από τα στείρα εδάφη της μητέρας Γης»… Και όμως! Με την κατάλληλη φωνή, όλα μπορούν να ακουστούν πειστικά!





Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 13/2/2014