Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

ΑΝΑΨΕ ΜΕ (FAG ME PA, FOR FAEN / TURN ME ON, YOU DAMMIT!)


Σκηνοθεσία: Γιάνικε Σίσταντ Γιάκομπσεν
Παίζουν: Ελένε Μπέργκσχολμ, Μαλίν Μπιερχόβντε, Ενριέτε Στέενστρουπ, Ματίας Μίρεν Διάρκεια: 76' 
2011

 

Ω! Οι έφηβοι πάντα ζούνε δράματα και πολύ φοβούνται πως θα τα ζούνε ως την αιωνιότητα!

Οι έφηβοι είναι άρρωστοι και ταυτόχρονα οι πιο υγιείς. Μέσα τους κρύβεται ένα παιδί γέρικο που ακόμα δεν αρρώστησε βαριά για να πεθάνει, μα και ένας ενήλικας που τώρα μόλις γεννιέται και μπουσουλά.

Όπου και αν τύχει να μεγαλώνουν οι έφηβοι, στο όμορφο μα ανιαρό Νορβηγικό χωριό της ταινίας μας ή στη μεγάλη μητρόπολη, παντού και πάντα φυλακισμένοι νιώθουν. Και αυτό γιατί το σώμα τους το ίδιο μοιάζει με φυλακή, έτσι που υποφέρει δεμένο σε δυο άλογα και δυο παράλληλους χρόνους που καθένας τρέχει προς την αντίθετη πλευρά.

Για να απαλύνουν τους πόνους τους συχνά οι έφηβοι αυνανίζονται. Αγγίζουν τα όργανά τους με μανία λαξεύοντας ταυτόχρονα τη σεξουαλικότητά που τώρα αναδύεται. Αρχίζουν και νιώθουν επιθυμία για κάτι που δε βρίσκεται μέσα στο παιδικό τους σπίτι, για ξένα πρόσωπα, και έτσι άρχεται ο απογαλακτισμός και η αυτόνομη είσοδος στην κοινωνία. 

Εκεί όμως φυσικά και δεν είναι όλα ρόδινα. Το παιδί που ακόμα κρύβεται μέσα τους πληγώνεται και αρρωσταίνει, τελικά θανάσιμα. Και τότε αυτοί νιώθουν εξόριστοι και εσαεί φυγάδες. Το σκάνε από το σπίτι και ξαναγυρνάνε. Το σκάνε από τις παρέες και βρίσκουν νέες. Και ύστερα επιστρέφουν, όχι πια παιδιά μα μόνο νέοι.

Αυτή πάνω κάτω είναι η ιστορία της τυπικής μας Άλμα, της γλυκιάς και ευαίσθητης δεκαπεντάχρονης που αυνανίζεται μανιωδώς, που την περιθωριοποιούν οι συμμαθητές της, που λίγο μπερδεύει το πραγματικό με τη φαντασίωση, που τη στροβιλίζουνε οι άνεμοι της ηλικίας και ύστερα την απιθώνουν κάτω τρυφερά.

Εφηβικά, αχ πόσο εφηβικά είναι αυτά. Και πόσο ωραία. Μια τυραννική ηλικία που όμως όσο απομακρύνεσαι από αυτή, τόσο περισσότερη νοσταλγία σου γεννά. Μια κοσμογονία ατομική που η ταινία μας την απεικονίζει με όλη την ομορφιά και τη δροσιά των νορβηγικών δασών.





Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 24/5/2012

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

WOLKE 9

Σκηνοθεσία: Αντρέας Ντρέσεν
Παίζουν: Ούρσουλα Βέρνερ, Χορστ Ρέμπεργκ, Χορστ Βέστφαλ
Διάρκεια: 98’
2008


«Ξέρεις πως πηδάει ένας ογδοντάχρονος;»
«Πώς;»
«Αυτή κάθεται στο κεφάλι και αυτός της τον βάζει από πάνω»

Τα ανέκδοτα τα λέμε για να διασκεδάσουμε. Για την ακρίβεια, για να διασκεδάσουμε το φόβο.

Μπορεί να γελάει ενώ το διηγείται ο 76χρονος Καρλ, ωστόσο φοβάται τη στιγμή που το γεννητικό του όργανο δε θα έλκεται άλλο από την επιθυμία, μα από τη βαρύτητα, δίνοντας τέλος στις εποχές της σφριγηλότητας.

Μπορεί να γελάει που το ακούει και η σχεδόν συνομήλική του Ίνγκε, όμως στο βάθος γελά με ταραχή, φοβάται, γιατί μόλις πιο πριν έκαναν έρωτα με πάθος και αυτή απάτησε το σύζυγό της, επίσης συνομήλικο.

Λένε τέτοια ανέκδοτα; Κάνουν τέτοια πράγματα οι άνθρωποι της «τρίτης ηλικίας»;

Η φράση «τρίτη ηλικία» θυμίζει τη φράση «τρίτος κόσμος» που απευθύνει η ισχυρή Δύση σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο, υπονοώντας και εμπεδώνοντας στον επιθετικό προσδιορισμό της, την καχεξία, την εξάρτηση, την ανημποριά της συντριπτικής πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού. Μια φράση που μόνο αξιολογικά ουδέτερη δεν είναι, που προσδιορίζει και ομαδοποιεί χαρακτηριστικά ερήμην, που τσουβαλιάζει ό,τι  δε μοιάζει σε Εμάς σε ένα τσουβάλι για να το παραλάβουν οι φιλάνθρωποι – και οι εκμεταλλευτές.

Αντίστοιχα, η φράση «τρίτη ηλικία» το ίδιο στίγμα κρύβει και αποδίδει, πίσω από το φαινομενικό της σεβασμό. Σε έναν πολιτισμό εμμονικό με τη νεότητα και την ομορφιά, η φράση αυτή, ενώ στην επιφάνεια σέβεται τις διακηρύξεις περί αυταξίας κάθε ανθρώπου, ταυτόχρονα και πιο βαθιά, διαμορφώνει ένα βολικό περιθώριο, γεμάτο γηροκομεία και υποτίμηση, όπου θάβονται ζωντανοί και ξεχνιούνται αυτοί που πια δε νοούνται παραγωγικοί, στην εργασία ή την τεκνοποίηση.

Επιπλέον, αν κάποτε η σεξουαλική επανάσταση θέλησε να απελευθερώσει – και λίγο το πέτυχε, μάλλον πρόσδεσε ακόμα περισσότερο ό,τι νοούμε ως «σεξουαλικότητα» στα δεσμά του καταναλωτισμού και των εξουσιαστικών σχέσεων – ακόμα και στις ειλικρινείς της προσπάθειες, υπήρξε μια ιστορία για όμορφα και νεανικά κορμιά.

Έτσι, αν η ταινία μας σε ένα πρώτο επίπεδο είναι μια συνηθισμένη και λίγο τραγική ερωτική ιστορία, σε ένα δεύτερο, διαλέγοντας για ήρωες ανθρώπους ευάλωτους και με φθαρμένη σάρκα, γίνεται ρηξικέλευθη. Δε φείδεται του γυμνού (και είναι εντυπωσιακό το πόσο σοκάρει αρχικά το φυσικό σώμα!) και το πλαισιώνει απέριττα. Δεν έχει μουσική υπόκρουση αλλά φυσικούς ήχους. 

Μια καφετιέρα που το γουργουρητό της προοιωνίζεται μικρές απολαύσεις, ένα ρολόι που μετρά τον αδυσώπητο χρόνο, ένα τρένο που χαράζει διαδρομές μονότονες, κάθε μέρα απαράλλακτα ίδιες, που μεταφέρει ανθρώπους που ζήσανε μηχανικές ζωές και τώρα οδηγούνται στις τελευταίες αποβάθρες.

Η ταινία είναι ήσυχη μα ταυτόχρονα φωνάζει, φωνάζει πως το σώμα μας δεν έχει ανάγκη. Τα κύτταρά του δε μένουνε στην εξωτερική εμφάνιση του επιθηλιακού ιστού ούτε στις πολιτισμικές κατασκευές της ομορφιάς που θέλει μόνο νεαρά ζευγάρια, στιλπνά και άσπιλα, να ερωτοτροπούν. Τα κύτταρα εμφορούνται από επιθυμία, διακηρύσσουνε το δικαίωμα στον έρωτα και στο αξιέραστο της κάθε ηλικίας, διεκδικούν τη συμμετοχή στην κοινωνία είτε αυτή αφορά το χάδι και τη σύνδεση δυο ανθρώπων είτε τη γενικότερη απόδραση από το περιθώριο.

Έτσι, σε μια εποχή όπου οι ελίτ δε σταματούν να κηρύσσουν αλλεπάλληλα ολόκληρες μερίδες πληθυσμού περιττές (μετανάστες, άνεργοι, ηλικιωμένοι), οι ήρωές μας – πέρα και μέσα από τα δράματα που κρύβει κάθε ερωτική ιστορία – τις φωνάζουν «άντε και γαμηθείτε!»





Αξιολογήση: * * * (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 10/5/2012

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ (PERFECT SENSE)

Σκηνοθεσία: Ντέηβιντ Μακ Κένζι
Παίζουν: Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Έβα Γκρην, Κόνι Νίλσεν
Διάρκεια: 92'
2011



Να πειραματίζεσαι με τον κόσμο. Να τον πολλαπλασιάζεις. Να τον εκμηδενίζεις. Να τον γυρνάς με το κεφάλι στο πάτωμα και τα πόδια στον ουρανό. Έναν ουρανό με πολλά φεγγάρια και πολλούς κατοίκους, πράσινους, γιγαντιαίους, απειροστούς. Να αφανίζεις την ανθρωπότητα. Να την ξαναγεννάς.

Αυτό είναι η επιστημονική φαντασία, ένα ιδίωμα μυθοπλασίας παραγνωρισμένο, που ωστόσο κάποιοι θεωρητικοί δε δίστασαν να το αποκαλέσουν ως τον πιο απαιτητικό και προκλητικό τρόπο μυθοπλασίας που έχει εφεύρει ο άνθρωπος.

Η επιστημονική φαντασία βασίζεται πάντα σε ένα καινοφανές δεδομένο. Μια ανακάλυψη, μια εφεύρεση ή μια καταστροφή, κάτι απρόβλεπτο και ανοίκειο που συγκλονίζει το παραδεδομένο. Μια υπόθεση που απελευθερώνει ανησυχητικές συνέπειες για ό,τι αποκαλούμε «κοινή γνώμη» και «κοινή αίσθηση» θέτοντας τη διαβρωτική ερώτηση «τι θα γινόταν εάν…».

«Τι θα γινόταν εάν…» …μέρα με τη μέρα οι άνθρωποι χάνανε μία μία τις αισθήσεις τους; Αυτό διερωτάται η σημερινή ταινία μας, καθώς μια πανδημία σαρώνει τη γη, με τους ανθρώπους σταδιακά να χάνουν την όσφρηση, τη γεύση, την ακοή και την όραση.

Οι ρίζες της επιστημονικής φαντασίας φθάνουν βαθιά, στις απαρχές της μοντέρνας εποχής και των επαναστάσεων που αυτή επέφερε στην αντίληψη του κόσμου. Ο Κοπέρνικος απομακρύνοντας τη γη από το κέντρο του σύμπαντος, γέμισε το σύμπαν με πιθανότητες και δυνατότητες, εκ των οποίων ο πλανήτης μας και εμείς αποτελούμε μόνο μία. Ταυτόχρονα, ο Καρτέσιος προτείνοντας το δυισμό πνεύματος και σώματος, εγκαινίασε τη σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία. Ο άνθρωπος τέθηκε απέναντι στον εξωτερικό, υλικό κόσμο και με αυτοπεποίθηση άρχισε να τον ανατέμνει και αναδημιουργεί βάσει των επιδιώξεών του. Παράλληλα όμως, και έκτοτε, η επιστημονική αυτή αισιοδοξία δεν έπαψε να συνοδεύεται από ένα βαθύ υπαρξιακό άγχος, από την αίσθηση ερήμωσης του πνεύματος στον αχανή κόσμο της ύλης που μας καταβροχθίζει.

Αυτή η αισιοδοξία και αυτό το άγχος αποτελούν την τροφή της επιστημονικής φαντασίας έως σήμερα. Η πίστη μας στην επιστήμη φέρνει σύμφυτο μαζί της και το φόβο μη τυχόν και αυτή η πίστη κλονιστεί. Πρόκειται για το είδος της αποκαλυπτικής επιστημονικής φαντασίας που μιλά για μια αποκάλυψη όχι θεολογική, αλλά φριχτά υλική, απότοκου ενός βακτηριδίου που ξέφυγε από το εργαστήριο  ή της σχάσης του ατόμου σε μια βόμβα.

Στην ταινία, η επιστήμη αποτυγχάνει, καθώς κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει τον άγνωστο ιό που εξαλείφει τις αισθήσεις. Και εμείς, παρακολουθούμε ένα ζευγάρι, μια επιδημιολόγο και έναν σεφ, να προσπαθούν να εξισορροπήσουν τη βαθμιαία εκπτώχυνση του βιώματος που κομίζουν οι αισθήσεις, χτίζοντας την ερωτική τους σχέση.

Οι πιο πολλές σκηνές διαδραματίζονται στο πολυτελές εστιατόριο όπου δουλεύει ο ήρωας. Αναπτύσσοντας ένα πανέξυπνο εύρημα, η ταινία μας δείχνει τις προσπάθειες του εστιατορίου να μαγειρεύει με τρόπο που θα ανταποκρίνεται στις διαδοχικές απώλειες: φαγητό ακραία πικάντικο όταν χάνεται η όσφρηση, πιο τραγανό ώστε να ακούγεται όταν χάνεται η γεύση, πορώδες όταν απομένει η αφή, γεμάτο χρώματα όταν ξεμένουμε στην όραση, αρνούμενο να σερβίρει μόνο «λίπη και υδατάνθρακες», δηλαδή μόνο τη ζωική αναπαραγωγή του είδους μας.

Ο Χέγκελ κάπου φέρνει το περίφημο «παράδειγμα της πατάτας» και θεωρεί τη βιολογική μας θρέψη ως ένα πρωταρχικό άνοιγμά μας στον κόσμο. Δαγκώνοντας την τροφή, δαγκώνουμε και ένα κομμάτι του εξωτερικού μας κόσμου. Το έτερο και ξένο (μια πατάτα), καθώς αλέθεται στο στομάχι μας καθίσταται ίδιο με εμάς. Μαζί με την τροφή χωνεύουμε τον κόσμο – δεν τον κατανοούμε όμως.

Και βέβαια, «για ποια κατανόηση λέτε;» θα μπορούσε να ρωτήσει ο έτερος φιλόσοφος, Ντέηβιντ Χιουμ, όταν για αυτόν το μόνο στο οποίο έχουμε πρόσβαση είναι τα δεδομένα των αισθήσεών μας, όταν το μόνο που έχει εγκυρότητα είναι αυτό «που μας φαίνεται», δηλαδή αυτό ακριβώς που χάνουνε οι ήρωες της ταινίας.

Θεωρητικολογήσαμε ακατάσχετα, απλουστευτικά και επίτηδες. Και αυτό γιατί η ταινία με αμηχανία χειρίζεται τις προσωπικές και κοινωνικές συνέπειες του «οξέως συνδρόμου απώλειας των αισθήσεων». Ωστόσο εκεί που αξίζει πραγματικά είναι στο ότι μας παραδίδει ένα ιδιαίτερο και πολύ ενδιαφέρον «πείραμα σκέψης» γεμάτο θεωρητικές προεκτάσεις. 



Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 26/4/2012

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Ο ΠΑΝΤΑ ΠΑΡΩΝ ΦΑΣΙΣΜΟΣ. ΓΙΑ ΤΟ "ΚΥΜΑ" ΤΟΥ DENNIS GANSEL

Στην ιστοριογραφία του μέλλοντος, ο 20ος αιώνας θα μπορούσε να καταχωρηθεί με δύο – φαινομενικά – τελείως αντιθετικούς προσδιορισμούς.

Θα μπορούσε να αποκληθεί ως ο αιώνας της προόδου, καθώς οι επιστημονικές ανακαλύψεις που σημειώθηκαν κατά τη διάρκειά του και οι τεχνικές εφαρμογές τους, άλλαξαν ριζικά τον τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών μας όπως και την ίδια την καθημερινή ζωή, χαρίζοντάς μας την πεποίθηση – όταν χαϊδεύουμε στην τσέπη το υπερσύγχρονο κινητό μας τηλέφωνο, όταν αναλογιζόμαστε την κατάκτηση του διαστήματος, όταν θαυμάζουμε τα δημοκρατικά μας πολιτεύματα – πως τα πράγματα βελτιώνονται και πως είναι ευτυχώς καταδικασμένα να βελτιώνονται εσαεί.

Ταυτόχρονα όμως, θα μπορούσε να αποκληθεί και ο αιώνας της βαρβαρότητας, καθώς στο σώμα του χαράχτηκαν ανεξίτηλα οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, με αρνητικότερο και εμβληματικό αποκορύφωμά τους το Ολοκαύτωμα, το οποίο έφερε στην επιφάνεια ένα τρομακτικό πρόσωπο της ανθρωπότητας.

Ένα πρόσωπο και πολλούς ανθρώπους που παρά την ενίοτε κλασική τους παιδεία ή τα υψηλόφρονα ιδανικά τους υπήρξαν ικανοί να βασανίσουν και να σφαγιάσουν μεθοδικότατα και στην πιο μεγάλη κλίμακα – και ύστερα να γυρνούν το βράδυ στο σπίτι τους και να κοιμούνται ήσυχοι.

Οι δυο παραπάνω προσεγγίσεις – οι οποίες μόνο φαινομενικά είναι ασύμβατες – καθώς γεγονός είναι πως αμφότερα συνέβησαν σε αυτό τον ταραγμένο αιώνα, απασχόλησαν και απασχολούν μέχρι σήμερα τα πεδία της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας.

***

Η φιλόσοφος Χάνα Άρεντ άλλαξε στην πορεία την αρχική της θέση για ένα ριζικό, πρωταρχικό κακό που συνέβη άπαξ στη ναζιστική Γερμανία, προς μια θέση που υποστήριζε την κοινοτοπία του κακού, αναλογιζόμενη τους μηχανοδηγούς εκείνους που με την ίδια ευσυνειδησία που μετέφεραν χαρούμενους ταξιδιώτες πριν τον πόλεμο, μετέφεραν τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ή τους βασανιστές που το ίδιο βράδυ που είχαν βασανίσει κάποιον, είχαν και ένα γλυκό φιλί για τη γυναίκα και τα παιδιά τους.

Ο κοινωνιολόγος Ζύγκμουντ Μπάουμαν μελετώντας τα στατιστικά όσων βοήθησαν να διασωθούν τα θύματα των ναζί, παρατηρεί πως αυτοί που ρίσκαραν τη ζωή τους για να βοηθήσουν προέρχονταν, τυχαία, από όλες τις ηλικιακές, οικονομικές, μορφωτικές, πληθυσμιακές ομάδες. Δεν επρόκειτο λοιπόν για κάποια άτομα που είχαν λάβει την ηθική διαπαιδαγώγησή τους από μια κοινωνία που εξευγενίζει, τα οποία κινήθηκαν ενάντια στο πρωτόγονο αμόκ της βαρβαρότητας των υπολοίπων, αλλά για κάποια άτομα που στάθηκαν μεμονωμένα ενάντια σε μια σύσσωμη κοινωνία που από-ηθικοποιούνταν.

Έτσι, το Ολοκαύτωμα δεν το γέννησε μια κακή ποιότητα που φέρουν κάποιοι άνθρωποι μέσα τους, αλλά η ίδια η επίδραση των κοινωνιών μας, με την εμμονή τους στον οικονομίστικο υπολογισμό του κόστους και το οφέλους, με την τάση τους να γραφειοκρατικοποιούν και αποπροσωποποιούν τους ανθρώπους σε νούμερα, να μετατρέπουν τους άλλους σε αντικείμενα για τις επιδιώξεις μας, να δημιουργούν απόσταση μεταξύ των πράξεών μας και των συνεπειών τους.

***

Αν τα παραπάνω ακούγονται πολύ θεωρητικά, δυο πειράματα της ψυχολογίας που έλαβαν χώρα στην Αμερική, μας χορηγούν το εμπειρικό υλικό που τρομακτικά τα στηρίζει.

Το 1961 ο ψυχολόγος Στάνλευ Μίλγκραμ εκτέλεσε το περίφημο, ομώνυμο πείραμά του στο πανεπιστήμιο του Γέηλ.

Ανάθεσε στους εθελοντές του το ρόλο του «δασκάλου» ενώ κάποιοι ηθοποιοί υποδύθηκαν τους «μαθητές». Ο καθηγητής έπρεπε να κάνει μια σειρά ερωτήσεων στους μαθητές και σε περίπτωση που αυτοί έκαναν λάθος, όφειλε να τους προκαλέσει ηλεκτροσόκ, αρχικά χαμηλής έντασης, και σε κάθε επόμενη λάθος απάντηση, όλο και υψηλότερης. Οι «δάσκαλοι» ενημερώθηκαν πως οι «μαθητές» αντιμετωπίζουν καρδιακά προβλήματα, ενώ δε γνώριζαν πως ήταν ηθοποιοί οι οποίοι θα υποδύονταν πως δέχονται ηλεκτροσόκ.

Τα ευρήματα του πειράματος ήταν ανατριχιαστικά. Το 65% των «καθηγητών» χορήγησε τη μέγιστη ποσότητα ηλεκτρισμού, ακόμα και όταν από την άλλη πλευρά του τοίχου, που τους χώριζε από τους «μαθητές», ακούγονταν ουρλιαχτά πόνου ή νεκρική σιωπή. Τυχόν ενδοιασμοί που προέκυπταν, γρήγορα ξεπερνούνταν έπειτα από την παραίνεση των επιβλεπόντων ψυχολόγων να συνεχίσουν το πείραμα.

Πρόκειται για την κοινοτοπία του κακού. Ιδιαιτέρως χαρακτηρηστικά, όλοι οι εθελοντές ήταν λευκοί και εύποροι μεσοαστοί.

Το 1971 διοργανώθηκε ένα παρεμφερές πείραμα από τον Φίλιπ Ζιμπάρντο, στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Αυτή τη φορά οι εθελοντές οι οποίοι ήταν φοιτητές – και μιλάμε για την εποχή των χίπηδων, των αντιπολεμικών και ειρηνιστικών κινημάτων – χωρίστηκαν σε φύλακες και φυλακισμένους. Πολύ σύντομα, οι υποτιθέμενοι φύλακες ξεπέρασαν τα όρια του σαδισμού ενώ ταυτόχρονα οι υποτιθέμενοι φυλακισμένοι αποδέχθηκαν πλήρως το ρόλο του θύματος.

Αν και το πείραμα ήταν προορισμένο να κρατήσει 2 βδομάδες, εγκαταλείφθηκε στις 6 μέρες καθώς ήταν τρομακτική η κλιμάκωση της ψυχολογικής και σωματικής βίας που ασκούνταν. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι πως το πείραμα παρακολουθούσαν 50 συνάδελφοι και φοιτητές του Ζιμπάρντο. Από αυτούς, μόλις μία κοπέλα έγειρε ηθικούς ενδοιασμούς.

Απολύτως ανησυχητικά, τα ευρήματα αυτά στοιχειοθετούν την υπόθεση πως το Ολοκαύτωμα δεν ήταν μια στιγμή τρέλας της κατά τα άλλα λογικής ανθρωπότητας αλλά μια πιθανότητα που διαρκώς ενυπάρχει μέσα στις κοινωνίες μας σπερματικά και που υπό τις κατάλληλες συνθήκες μπορεί να ξανά-φυτρώσει.

***

Ακριβώς αυτό το ερώτημα – αν μπορεί να ξανασυμβεί το Ολοκαύτωμα και αν μπορεί να ξανα-υπάρξει ένας Χίτλερ (και άρα πως ο Χίτλερ δεν υπήρξε απλώς μια δαιμονική - και τυχαία - ενσάρκωση του κακού) διερευνά η ταινία μας.

Βασίζεται και αυτή σε ένα πείραμα, ένα άτυπο πείραμα που εκτέλεσε ο καθηγητής Ron Jones σε ένα Λύκειο της Καλιφόρνια το 1967. Αφορμή υπήρξε η ερώτηση ενός μαθητή του για το κατά πόσο μπορεί να ξανα-υπάρξει ο ναζισμός.

Την εμπειρία του πειράματός του την εξέδωσε ως μικρή ιστορία το 1976. Πάνω της βασίστηκε η τηλεταινία το "Κύμα" του 1981 η οποία είχε μεγάλη απήχηση και αμέσως μετά μεταγράφηκε σε νουβέλα από τον Τοντ Στράσσερ η οποία κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά και αποτελεί ως σήμερα διδακτέα ύλη στα Γερμανικά σχολεία αλλά και αλλού. Το 2008 γυρίζεται η ταινία που θα δούμε, ενώ το 2010 το "Κύμα" ανέβηκε και ως μιούζικαλ.

Μια διαχρονική ιστορία, διαχρονική όπως και η επικαιρότητα του ανησυχτικού ερωτήματος.

***

Η ταινία μας εξελίσσεται στο σήμερα και μάλιστα στη Γερμανία – δηλαδή εκεί όπου ανέβηκε και έπεσε ο ναζισμός, και επομένως εκεί όπου θα πιστεύαμε πως η ιστορική μνήμη θα απέτρεπε περισσότερο από οπουδήποτε αλλού την επανεμφάνισή του.

Ένας αντισυμβατικός δάσκαλος, που πάντα φορά μπλουζάκια πανκ ροκ συγκροτημάτων, που πέρασε στα νιάτα του από τις αυτόνομες καταλήψεις του Βερολίνου, θα αναλάβει να διδάξει στους μαθητές του, στο εβδομαδιαίο μάθημα πολιτικής ιστορίας, τον αυταρχισμό.

Στα λόγια όλα είναι εύκολα – τα παιδιά καταδικάζουν το φασισμό και χασμουριούνται. Πιστεύουν πως βρίσκονται 63 χρόνια και πολλά έτη φωτός μακριά του.

Όμως η πολιτική δεν είναι μόνο θεωρητική ιδεολογία αλλά άμεση πρακτική. Δε σκεφτόμαστε μόνο με το μυαλό αλλά και με το σώμα. Και καμιά φορά το σώμα και οι πρακτικές είναι που υπαγορεύουν τη σκέψη.

Ο καθηγητής θα έχει μια έμπνευση – θα προσπαθήσει να ενσαρκώσει στην τάξη ό,τι συζητάνε.

Την πρώτη μέρα θα τους ζητήσει να τον αποκαλούνε κύριο και να σηκώνονται όρθιοι όταν παίρνουν το λόγο. Μετά τους πρώτους ενδοιασμούς τα παιδιά θα το κάνουν – και θα τους αρέσει. Ακριβώς όπως συμβούλευε ο Μπλέηζ Πασκάλ όσους είχαν αμφιβολίες για την πίστη τους: «πέστε στα γόνατά σας και προσευχηθείτε – και ύστερα θα πιστέψετε». Και όπως συμπλήρωσε ο Σλαβόυ Ζίζεκ, «και αφού πιστέψετε θα νομίζετε κιόλας πως πιστεύατε από την αρχή – και απλώς δεν το ξέρατε».

Τη δεύτερη μέρα θα τους μιλήσει για την αξία της κοινότητας, για τη δύναμη που έχουν οι πολλοί όταν γίνονται μια γροθιά. Θα αλλάξει θέσεις στους μαθητές. Θα τους τοποθετήσει μακριά από τους φίλους και τις συμπάθειές τους. Η θραύση των προσωπικών βιόκοσμων επιτρέπει τη δημιουργία του βιόκοσμου της ομάδας. Θα τοποθετήσει τους καλούς μαθητές δίπλα στους κακούς. Είναι η υπόσχεση της ισότητας.

Την τρίτη μέρα θα βρούνε όνομα για την ομάδα, το «Κύμα», και χαιρετισμό. Πρόκειται για τις τελετές μύησης που έχει κάθε ομάδα. Δεν πάει να είναι ο ΠΑΟΚ ή ο Άρης, οι φίλοι του κυνηγιού ή η Κου Κλουξ Κλαν; Κάθε ομάδα χρειάζεται τα όρια που θα τη διαφοροποιήσουν από κάθε άλλη και που θα δώσουν την πεποίθηση ανωτερότητας σε όσους έχουν το προνόμιο να ανήκουν σε αυτή. Και το κυριότερο, θα τους δώσει έναν εχθρό, που πάντα είναι απαραίτητος, γιατί πάντα ετεροπροσδιοριζόμαστε ώστε ύστερα να αυτοπροσδιοριστούμε. Ο εχθρός θα είναι η από κάτω τάξη όπου διδάσκεται ο αναρχισμός.

Την τέταρτη μέρα όλοι με χαρά θα φορέσουν λευκά πουκάμισα. Δεν πάει να είναι λευκά πουκάμισα ή μελανοί χιτώνες; Τα μέλη της ομάδας πρέπει να μοιάζουν για να αναγνωρίζονται και κυρίως για να αναγνωρίζουν τους εχθρούς της. Το κορίτσι που επιμένει να φορά κόκκινα γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος, ενώ τα μέλη του Κύματος βγαίνουν έξω για να στρατολογήσουν και άλλους.

Νιώθουν πως είναι κίνημα – αν και δεν έχουν κάποιο στόχο, αν και ο καθένας φαντάζεται πως υπάρχει κάποιος στόχος τον οποίο δεν ξέρει και όμως είναι έτοιμος να υπηρετήσει. Τώρα μιλάει η δύναμη των αριθμών και τα παιδιά θέλουν να την αυξήσουν. Το ζητούμενο γίνεται η δύναμη, μια δύναμη τυφλή.

Την πέμπτη μέρα τα πράγματα έχουν ξεφύγει και ο καθηγητής αποφασίζει να τελειώσει το πείραμα. Σε μια εκπληκτική σκηνή θα επιστρατεύσει τη ρητορική του φασισμού, τη γλώσσα του σώματος, το συναισθηματισμό της φωνής, θα προσφέρει θύματα στα λιοντάρια.

Όμως όταν μια κοινωνική δυναμική απελευθερώνεται, δε μαζεύεται τόσο εύκολα. Το τέλος θα είναι τραγικό.

***

Η ταινία κατηγορήθηκε πως είναι προβλέψιμη όσον αφορά την κλιμάκωση και το τέλος της. Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι και η μεγάλη της αρετή. Αν και μπορούμε – στεκόμενοι απ’ έξω ως θεατές – να δούμε τη φοβερή κατάληξη στην οποία οδηγεί κάθε μικρό βήμα που κάνουν τα παιδιά, ταυτόχρονα κάθε μικρό βήμα μας φαίνεται εύλογο, λογικό και γιατί όχι, σαγηνευτικό.

Όταν μιλάμε για την πολιτική και την κοινωνία οι απαντήσεις δεν μπορούν να είναι απλουστευτικές και μανιχαϊστικές. Δεν αρκούν τα καθησυχαστικά και αντιθετικά δίπολα του φασισμού και της δημοκρατίας. Άλλωστε η δημοκρατία έφερε στην εξουσία τον Χίτλερ και η κατ’ όνομα δημοκρατία μας τρεμοσβήνει και πάλι στις μέρες μας.

Τα παιδιά αγκαλιάζουν το εγχείρημα γιατί δεν είναι ευχαριστημένα από το παρόν μας. Ένα παιδί θα δηλώσει πως «είχα ωραία ρούχα και ό,τι άλλο ήθελα μα βαριόμουν». Είναι η δυσανεξία της μοντέρνας ζωής που η κενότητά της και ο ανταγωνισμός της έχουν εκτινάξει τους δείκτες της κατάθλιψης στα ύψη. Κάθε τάξη σε κάθε σχολείο και σε κάθε εποχή, έχει τους παρίες της – παιδιά που δεν τους μιλάει κανείς – και κάθε κοινωνία το ίδιο. Όσο ζούμε σε κοινωνίες ανισότητας, η υπόσχεση για ισότητα δεν μπορεί παρά να είναι το κυρίαρχο αίτημα.

Η ανάγκη του Τιμ – του μαθητή που θα φέρει το πείραμα στα άκρα – για ομοιογένεια και ομαδικότητα δεν προκύπτει από κάποια υποτιθέμενη κακή ψυχή του, αλλά από την απομόνωση στην οποία τον ωθεί το σχολικό περιβάλλον του και ο αδιάφορος αυταρχισμός της οικογένειάς του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως ο ψυχίατρος Βίλχελμ Ράιχ είχε αποδώσει τη δημοφιλία του ναζισμού, στη Γερμανία του μεσοπολέμου, στις φαντασιώσεις σεξουαλικότητας που καλλιεργούσε και στα πατρικά πρότυπα που αφειδώς προσέφερε. Άλλωστε, και η δημοκρατία δε μας διασώζει πάντα από την ομοιογένεια. Ζωές σαν του Τιμ ζούνε χιλιάδες άνθρωποι γύρω μας, πανομοιότυπες στην ανέχεια τους, γκρίζες ζωές.

Όσο για τους πιο προνομιούχους από εμάς, που θεωρούμε πως ασκούμε ελεύθερα την ατομικότητά μας και που ποτέ δε θα φορούσαμε τα άσπρα πουκάμισα της ταινίας, το ίδιο κάνουμε, λίγο πιο κομψά, και το όνομά του είναι μόδα ή λίγο πιο παραδοσιακά, και το όνομά του είναι στρατός.

Η ταινία περιλαμβάνει σκηνές από αγώνες πόλο του μαθητικού πρωταθλήματος. Αν και στα λόγια βαυκαλιζόμαστε να μιλάμε για την «ευγενή άμιλα», βλέπουμε τη βία στα μάτια των παικτών και τη βία στη δύναμη των σουτ τους.Η βία του αθλητισμού είναι μια θεσμοθετημένη βία, ένας μικρός και ευνουχισμένος πόλεμος, μια πρόβα τζενεράλε.

Μια πρόβα τζενεράλε για τη φορά που θα βρούμε και εμείς – όπως και οι μικροί ήρωες της ταινίας – εξιλαστήρια θύματα. Δε χρειάζεται να πάμε μακριά. Πέρυσι σχεδόν τέτοιο καιρό, στο κέντρο της Αθήνας μαίνονταν πογκρόμ ενάντια στους μετανάστες.

Τελικά, θα μπορούσε να ξανα-υπάρξει φασισμός;

Ο ριζοσπάστης καθηγητής μας μόνο φασίστας δεν είναι και τα παιδιά είναι απλοί και κανονικοί μαθητές. Το ολοκαύτωμα δεν αποτέλεσε μια ρήξη στον πολιτισμό μας αλλά μια από τις παράλληλες λογικές του. Μια λογική που πηγάζει από τις διάφορες αυθεντίες και τις διάφορες εξουσίες που αθόρυβα περπατάνε γύρω μας.

Και εμείς, όσο καθόμαστε ήσυχοι στη γωνίτσα μας, όσο καθόμαστε στα αυγά μας, φλερτάρουμε με το ενδεχόμενο, τα αυγά αυτά να είναι από κείνα που εκκολάπτουν τα φίδια του φασισμού.



Δημήτρης Δρένος

Εισήγηση για την ταινία "Το Κύμα" που προβλήθηκε στην Περιφερειακή Βιβλιοθήκη της Ξηροκρήνης, στη Θεσσαλονίκη, στις 3/4/2012

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

CAFE DE FLORE



Σκηνοθεσία: Ζαν – Μαρκ Βαλλέ
Παίζουν: Βανέσα Παραντί, Κέβιν Παρέντ, Ελέν Φλοράν, Εβελίν Μπροχού, Μαρίν Γκεριέρ, Αλίς Ντιμπουά
Διάρκεια: 120’

Βλέποντας την ταινία είχα την αίσθηση πως ξεφύλλιζα μια συλλογή με μικρά ποιήματα, γεμάτα ανάσες, ιριδισμούς και βλέμματα.

Άλλα μιλούσαν για τη βροχή που πέφτει σε έναν κήπο μαλακά ή γύρω από ένα διαμέρισμα με ολόκλειστες κουρτίνες. Άλλα μιλούσαν για τη μετέωρη αίσθηση που έχει μια πτήση με αεροπλάνο ή την πνιγηρή σιωπή των ημερών που τυχαίνει να περάσεις σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου μόνος. Άλλα μιλούσαν για τη μητρότητα που είναι φτιαγμένη από γροθιές, μέλι και χάδια και άλλα για το πρώτο φιλί που δίνουν έφηβοι, που εκκρεμoύσε καιρό, σαν εσωτερικός κατακλυσμός. Και άλλα, τέλος, μιλούσαν για πικάπ και ipod

Καθώς κυλούσαν οι σελίδες, γνώριζα καλύτερα τους ήρωες που κατοικούσαν σε αυτές και κινούνταν σε τριάδες. Ήταν μια μητέρα που ορκίστηκε να προσφέρει την κανονική ζωή στο αγοράκι της που γεννήθηκε με νοητική υστέρηση, ήταν το αγοράκι και ήταν και ένα κοριτσάκι με την ίδια πάθηση, που αγάπησε παράφορα. Και ήταν, επίσης, ένας άντρας που χώρισε την πρώτη του αγάπη και σύζυγο για μια άλλη γυναίκα που τον έλκυε σαν πεπρωμένο.

Ανάμεσά στις δυο τριάδες μεσολαβούν πενήντα χρόνια και ένας ωκεανός. Παρίσι του 1960 και Μόντρεαλ του σήμερα. Οι ιστορίες δεν αγγίζονται παρά μόνο στο τέλος. Μέχρι να φτάσουμε όμως εκεί, ο σκηνοθέτης με τη στιχουργική του μοντάζ θα περνάει από τα επεισόδια της μιας στα επεισόδια της άλλης, παραθέτοντας τις ομοειδείς σκηνές σε ένα συντακτικό της αναλογίας.

Γιατί ανάλογες είναι οι εκδηλώσεις της αγάπης σε όποια της μορφή. Και είναι ίδιος ο πόνος της όταν χάνει το αντικείμενό της. Και αυτό είναι τελικά το θέμα των μικρών ποιημάτων μας. Μια αρμαθιά από συλλογισμούς για την απώλεια όποιου έχουμε αγαπήσει βαθιά, τόσο που να είναι σαν να τον έχουμε γεννήσει οι ίδιοι, και για την αμετάκλητη ρήξη της επικοινωνίας.

Έτσι, η πρώτη ιστορία γίνεται το συμβολικό υποστήριγμα της δεύτερης, σε αυτή τη γλυκόπικρη κομψή ταινία που πέρα από τη μεταφυσική του τέλους της, πλαισιώνεται και από μια άλλη και πιο καθημερινή μεταφυσική: τη μουσική.


Ωραία όλα αυτά Δημήτρη, όμως γιατί
τελικά της βάζεις 3 αστεράκια και όχι,
ας πούμε, τέσσερα; Την παρουσίασες σαν
να είναι ένα μικρό αριστούργημα...

Ναι, είναι καλή ταινία, μάλλον πολύ καλή.
Και άρεσε, και θα αρέσει στους περισσότερους, με
ειλικρινή τρόπο. Όμως κάτι δε μου κόλησε στη
δεύτερη ιστορία της. Αυτοί οι ήρωες στο Μόντρεαλ
παραείναι όμορφοι, παραέχουν πολλά ipod
και σπίτι με ντιζάιν.

Ίσως είναι λοιπόν που κάπως έχω κουραστεί με
τέτοιους ήρωες και τέτοιες απεικονίσεις. Μου άφησαν
μια γεύση - ιλλουστρασιόν που πια δε
με πολυαγγίζει

Ωστόσο, η πρώτη ιστορία είναι πολύ καλή
και οι αναμείξεις τους πλησιάζουνε νομίζω πραγματικά
την ποίηση. Έτσι, η ταινία είναι σαν ποίημα ενός ποιητή
που εκτιμάς, μα που δεν μπορείς να ταυτιστείς
μαζί του, δε σου 'ρχεται να μάθεις
στίχους του απ' έξω.



Αξιολόγηση: * * * (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 29/3/2012