Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

ΛΙΓΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΗ MELANCHOLIA ΤΟΥ ΛΑΡΣ ΦΟΝ ΤΡΙΕΡ


Εμείς οι άνθρωποι σκαρφαλώνουμε στα βουνά της ύπαρξης και στις οροσειρές του σύμπαντος Κόσμου, Κόσμου που εκτείνεται στα πιο μακρινά νεφελώματα και γαλαξίες έως τις πιο ταπεινές μυρμηγκοφωλιές στο χώμα που πατούμε, με τη βοήθεια των λέξεων και των προτάσεων που σκαρώνουμε και καρφώνουμε σαν τα καρφάκια των ορειβατών, ελπίζοντας πως ο βράχος θα αποδειχθεί στέρεος, δε θα διαλυθεί παρασύροντας εμάς και το νόημα σε αβυσσαλέα βάθη.

Και όμως πάντα το βάθος μας ελκύει, από τον αντίστροφο ίλιγγό του έλκουμε την καταγωγή μας. Στην παράξενη φιλοσοφία του Σέλλινγκ, το τίναγμα ενός σκοτεινού βυθού μας εξακοντίζει στην ύπαρξη ως ατομικότητες – ως πλανήτες σε μακρινές τροχιές, που ψυχόμαστε, πράττουμε το κακό ως επιβεβαίωση της ελεύθερης ατομικότητάς μας και πάντα νοσταλγούμε, νοσταλγούμε εμείς οι πλάνητες, την επιστροφή, αχ αυτή την Επιστροφή, σε μια αρχέγονη ενότητα, έναν ήλιο πυρακτωμένο, σε μια θέρμη όπου θα αφεθούμε και θα εκλείψουμε.

Οι ρίζες του φυτού ανασαλεύουν στο βυθό του βάζου δίπλα στο κρεβάτι του νοσοκομείου, στο πρελούδιο της τραγωδίας του «Αντίχριστου», ενώ οι γερμανοί ρομαντικοί μιλούν για την ουτοπία της μελαγχολίας: πλησμονή για το ανέφικτο.

Κοσμογονίες: ένας θεολογικός λόγος που θέτει τη Φύση ως «εκκλησία του σατανά» και την εντοπίζει στη γυναίκα, τα έμμηνα και τις σκοτεινές παραφορές της. Και ένας ψυχαναλυτικός λόγος που θέλει να θεραπεύσει την καταστατική της έλλειψη.

Ο άνθρωπος είναι δευτεροφυσικός – με δεύτερη φύση του τον πολιτισμό. Όμως η τελετή του γάμου στο πρώτο μέρος της «Μελαγχολίας» αποτυγχάνει. Αποτυγχάνει η διαπραγμάτευση της πρώτης φύσης μας – αποτυγχάνει η συμβολική διαιώνιση του είδους.

Και άρχεται η κατακρήμνιση του Κόσμου: ένας κήπος, ένα γήπεδο γκολφ, μια Εδέμ των αστών, το αντίστροφο θέατρο της βιαιότητας του «Αντίχριστου», ένα θεωρείο για την ενατένιση του τέλους του ανθρώπινου κόσμου, όπου δυο γυναίκες και ένα παιδί, με λίγα κλαδάκια και ένα συρματάκι, αρθρώνουν την τελευταία συμβολική κατασκευή του είδους, αναμένοντας τη σύγκρουση με τη Μελαγχολία, που μπορεί να είναι ένα ουράνιο σώμα αυτού του ανείπωτου και ανεξιχνίαστου σύμπαντος ή οι βαρυτικές δυνάμεις της ίδιας της ψυχής αυτού του ανείπωτου και ανεξιχνίαστου όντος, που το λέμε άνθρωπο.



Δρένος Δημήτρης

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 22/9/2011

2 σχόλια:

  1. Καλησπέρα ξανα.

    Ωραίο το κείμενό σας με αφορμη την ταινία.

    Προσωπικα την βρηκα ολιγον ανιση. Το πρωτο μερος, οσο και αν ειναι η αποθεωση της κινηματογραφικης τεχνης, ως τεχνης των εικονων και της κινησης (η κινηση των εικονων και η συγκινηση της μουσικης τα λεει όλα) εντουτοις είναι κατι που συναντησαμε και στην εισαγωγη του Αντιχριστου (και εκει εξίσου αισθητικα μαγευτική).

    Λυτρωτικό μαλλον για τον ιδιο τον Τριερ και λιγοτερο για εμας του ορθολογιστες, δυτικους που πιστευουμε ακομα στην παντοδυναμια μας.

    αν δεν αφεθεις δεν μπορει να προκυψει τιποτα αξιόλογο. ακομα και αν προκειται να αφεθεις στο ιδιο σου το τελος..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σας ευχαριστώ και πάλι για το σχόλιο!

    Εκτιμώ πολύ τον Τρίερς και έχω παρακολουθήσει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του.
    Έχω την αίσθηση πως από το Dogville και μετά, οι ταινίες του (για την ακρίβεια το Manderlay, ο Αντίχριστος και η Μελαγχολία) ακολουθούν κάποιες ευρύτερες "προγραμματικές" του επιδιώξεις.

    Θα μπορούσαν να αποτελούν κατά μία έννοια τα κεφάλαια και τη δομή ενός βιβλίου κοινωνικής θεωρίας, να απαρτίζουν και ολοκληρώνουν σταδιακά ένα συγκεκριμένο επιχείρημα περί του πολιτικού και ηθικού status του δυτικού πολιτισμού και δυτικού ανθρώπου.

    Έτσι, τα Dogville και Manderlay στοχάζονται για τη γένεση της πολιτικής κοινωνίας, την ασκηση της πολιτικής ως ισχύος ή βάσει a priori αξιών κτλ.
    Αντίστοιχα, ο Αντίχριστος και η Μελαγχολία, ανατέμνουν τις προκείμενες που μας συγκροτούν ως άτομα. Είναι ψυχαναλυτικές ταινίες που πραγματεύονται - κατά τη γνώμη μου πάντα - τη "δυσφορία του πολιτισμού" μας και τα δεινά που παράγει ένας διαστρεβλωμένος ορθολογισμός, όπως πολύ συστά το εντοπίζετε και εσείς.

    Με βάση λοιπόν τη θέση μου πως οι τελευταίες διλογίες του Τρίερ εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σχήμα, θα υποστήριζα πως εκκούσια ο Τρίερ επαναλαμβάνει μοτίβα (οι παρεμφερείς εισαγωγές, όπως παρατηρήσατε), όπως σε ένα δοκίμιο το κεντρικό επιχείρημα επανέρχεται ξανά και ξανά, ελαφρώς παρηλαγμένο, ώστε να ξεδιπλωθεί περαιτέρω αλλά και να δώσει έμφαση.

    ***

    Φυσικά και είμαστε ορθολογιστές, όλοι μας, είτε το αποδεχόμαστε είτε που και που το ρίχνουμε και σε μερικές "ανατολίτικες πρακτικές" (γιόγκα κτλ)!
    Εφόσον γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σε αυτήν την πλευρά του κόσμου και σε αυτήν εδώ την εποχή, δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.
    Ωστόσο, ο πλανήτης της Μελαγχολίας - θεωρώ - πως σύντομα δε θα ρίχνει τον ίσκιο του μόνο πάνω στο σκηνοθέτη ή την ηρωίδα του, αλλά και στους περισσότερους από εμάς. Η κατάθλιψη αποτελεί ήδη την κυρίαρχη νόσο στα πλέον "αναπτυγμένα" κομμάτια του δυτικού κόσμου (Σκανδιναβία) και εκτιμάται πως θα είναι η μάστιγα του 21ου αιώνα.

    Κατά αυτή την έννοια, θα έλεγα πως ο Τρίερ, ως καλλιτέχνης και άρα ως ιδιαίτερα αισθαντικός και ευαίσθητος δημιουργός - και αυτό δεν έχει πάντα σχέση με την προσωπική του βιογραφία - ίσως έχει ήδη "μυριστεί" και προεικονίσει ό,τι πρόκειται να αποτελέσει σύντομα την επόμενη "κρίση του πολιτισμού μας".

    Κλείνοντας, θεωρώ πως οι τελευταίες ταινίες του έχουν για μένα την ίδια δυναμική και προφητικότητα με τη λογοτεχνική τριλογία του Χέρμαν Μπροχ "Οι Υπνοβάτες", γραμμένη στις αρχές του 20ου αιώνα, που με αντίστοιχη διορατικότητα και οξύνεια προέβλεψαν ό,τι έμελε να αποτελέσει την "ψυχοσύνθεση" του 20ου αιώνα.

    Ευχαριστώ και πάλι πολύ για το σχόλιο σας

    Δημήτρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή