Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Μαΐου 2015

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ


Βρωμιάρης και αυθάδης, με ένα στάχυ στα χείλη και χαμόγελο περιπαιχτικό, άλλοτε στους δρόμους ξαπλώνει και άλλοτε στις αποθήκες για να κοιμηθεί του κοσμάκη. Και ο κοσμάκης με αηδία τον διώχνει κάθε πρωί, αυτόν τον βρωμερό, τον ψειριάρη, τον γιο του μπεκρή. «Σταθείτε μακριά» φωνάζουν στα παιδιά τους οι ήσυχοι Αμερικανοί, όταν περνά αυτός ο αλήτης, αυτό το κακό το παράδειγμα με το παντελονάκι το τρύπιο. Και νιώθει λύπη και πείνα ο-μικρός-με-τη-μεγάλη-καρδιά, μέχρι που στην αγκαλιά του τον παίρνει ο Μαρκ Τουαίην, τον αγαπά και τον βαφτίζει «Χάκλμπερυ Φιν».

Και ένα άλλο γνωστό μας παιδί κοιμάται στους δρόμους, αυτούς του Λονδίνου, και από όπου περνά αποστρέφουν το βλέμμα τους οι ήσυχοι Άγγλοι. «Ζητιάνε», «Κλέφτη» του φωνάζουν του μικρού και άπλυτου επαίτη. Και σφίγγουν τα πορτοφόλια ή κλείνουν τις μύτες, βρωμάει και αυτός, έτσι μυρίζουν οι τρώγλες. Μα δε νοιάζεται ο Κάρολος Ντίκενς. Τον σηκώνει από χάμω, τον αγαπά και τον βαφτίζει «Όλιβερ Τουίστ».

Και δείτε αυτή την πουτάνα που σουλατσέρνει στα σοκάκια του Παρισιού. Αυτή είναι βρωμιάρα από μέσα, μιαρή, και τι αρρώστιες άραγε κουβαλά; Προσοχή, μη μας γεμίσει όλους! Κοιτούν την ομορφιά της που φθίνει οι κομψοί Παριζιάνοι, πασπατεύουν, χορταίνουν και ύστερα φτύνουν. Κουρελιασμένη, πεταμένη από τη φάμπρικα, την βρίσκει ο Βίκτωρ Ουγκώ, την σκουπίζει, την ντύνει, την βαφτίζει Φαντίνα και της δίνει σπίτι στου «Άθλιους».  

Με τους άθλιους αυτούς τόλμησε και έζησε ο Τζακ Λόντον. Στα φτωχοκομεία και στους δυσώδεις δρόμους του Ανατολικού Λονδίνου. Και το 1903 έγραψε για αυτούς τους «Ανθρώπους της Αβύσσου».

Δε γράφουν για τέτοια οι σημερινοί συγγραφείς μας. Ή μάλλον, το κάνουν, από την ανάποδη. Στην Καθημερινή και στο Βήμα, στο Πρόταγκον και τη Λάιφο, θρηνούν για τις πόλεις που βρωμίζουν και χαλούν την αγοραστική μας διάθεση, για τα καλώδια από χαλκό που κλέβουν και επιβαρύνουν το χρέος, συστήνουν γκέτο μοντέρνα και έπειτα ρουφούν τον εσπρέσο. 

Και εμείς; Γελούμε με τον «Χάκλμπερυ Φιν», δακρύζουμε με τον «Όλιβερ Τουίστ». Και ύστερα κλείνουμε το βιβλίο και βρίζουμε το παιδί που καθαρίζει στα φανάρια το τζάμι, το μικρό που ζητάει να φάει, το ξυπόλυτο εκείνο που παίζει στην πόρτα μας.

Τη νύχτα όλοι κοιμόμαστε ήσυχοι. Κλειδωμένες οι πόρτες και τα βιβλία στα ράφια, εγγυήσεις συνείδησης άσπιλης.

Μα όταν όλοι αυτοί βγουν από την άβυσσο, γιατί να λυπηθούν όσους ποτέ δεν τούς νοιάστηκαν;
 



Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, στη στήλη "Β' Εξώστης", 14/11/2013

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

ΤΑ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ


Εδώ και πολλούς μήνες με έχει θέσει υπό τα σκήπτρα της μαγείας της η λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας.
 
Κάθε βιβλίο της γίνεται ένα όρος που σου προσφέρει την κορυφή του για να ατενίσεις τον κόσμο από ύψος μεγάλο. Ή γίνεται ένα αστέρι απόμακρο, με όνομα μυστικό – Βετελγόζης, Εράκης, Αλδεβαράν –  από το οποίο μπορείς να κοιτάξεις πίσω, εδώ, με την ικανή εκείνη απόσταση που χαρίζει τη γνώση.

Οι κόσμοι της επιστημονικής φαντασίας είναι τα αντεστραμμένα άστρα της αστρονομίας. Αν το φως των ουράνιων σωμάτων φθάνει στα τηλεσκόπια των αστρονόμων χιλιάδες χρόνια αφοτου έχουν σβήσει, οι χώρες της επιστημονικής φαντασίας δεν έχουν καν ακόμα υπάρξει. Κυοφορούνται κάπου στο μέλλον.

Ουτοπίες του μέλλοντος, ελπίδες του σήμερα. Και αν το είδος μας δε βγάλει τα μάτια του μόνο του, αν καταφέρει κάποτε να βαδίσει σε αυτές, τότε μια μέρα οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος θα καθίσουν να γράψουν τα βιβλία Ιστορίας για τη δική μας εποχή.

Και δίχως αμφιβολία, από ψηλά θα κοιτάξουν εδώ χάμω και θα συμπεράνουν πως και εμείς, οι άνθρωποι του αρχαίου 21ου αιώνα, ανήκαμε στην ίδια μακρά περίοδο της προϊστορίας του ανθρώπινου είδους.

Μαζί με φυλάρχους, ρωμαίους ηγεμόνες και φεουδάρχες σκληρούς, κυβερνιόμαστε ακόμα με μαχαίρι και ξίφος. Τότε ρίχναν μολύβι καυτό στους εχθρούς, τώρα αρρωσταίνουν τα παιδάκια από το μόλυβδο που κυλά στα ποτάμια. Τότε αδειάζαν τα δουλεμπορικά κατά μεσής του πελάγους, τώρα αφήνουν τα καϊκάκια να βυθιστούν στις παρυφές των χωρικών μας υδάτων. Τότε τα ικριώματα αποτελούσαν το θέαμα του κόσμου, τώρα διοργανώνονται επιδείξεις μόδας και φιέστες – και κάπου στην Ινδονησία οι νεαρές υφάντριες πεθαίνουν πάνω στης εργασίας τους πάγκους.

Κάποτε οι καθισμένοι σε αδαμαντοποίκιλτους θρόνους στέλναν χιλιάδες στην πείνα, τώρα οι καθισμένοι σε δερμάτινες, ντιζάιν πολυθρόνες στέλνουν εκατομμύρια στη φτώχια.

Και οι καλύτεροι του είδους μας; Ακόμα και αυτοί, αφελέστατα τέκνα της εποχής τους. Κάποτε χάιδευαν το μάγουλο του καλού σκλάβου ή χάριζαν γαλοπούλα στον προκομμένο εργάτη. Τώρα γράφουν κείμενα σαν αυτό και απλώς παίζουν με λέξεις.

Λοιπόν, μπορεί τα αυτοκίνητα ή τα λάπτοπ να έχουν γίνει πιο γρήγορα, μα εμείς παραμένουμε άγριοι, με τεχνική απλώς εξειδίκευση.

Και μια μέρα στο μέλλον θα τους φαίνονται τόσο αποτρόπαια αυτά που συνέβαιναν στο παρελθόν, τόσο, που καμιά λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας δεν θα μπορεί να συλλάβει.




Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, στη στήλη "Β' Εξώστης", 13/2/2014

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

ΠΡΩΙΝΑ EMAIL


Όπως χιλιάδες άλλοι, οφείλω να κοιτώ τα email μου πολλές φορές τη μέρα. Όπως χιλιάδες άλλοι, έχω το λογαριασμό μου στο πασίγνωστο yahoo. Κάθε πρωί μόλις ξυπνήσω, ανοίγω τον υπολογιστή. Είναι ο 21ος αιώνας αυτός – δεν είναι παίξε γέλασε.

"Σοκ" και "σάλος"! "Απίστευτο" και "τρόμος"! Λέξεις κλειδιά που θα ταίριαζαν στην περιγραφή μιας χώρας που ερημώνει, μιας χώρας όπου η αυξανόμενη ανισότητα χαιρετίζεται ως πρόοδος και βαφτίζεται με τεχνοκρατικά  ονόματα.   

Πρόκειται για τις πρώτες λέξεις που εγκαινιάζουν την ειδησιογραφία της ημέρας, όπως μου την προσφέρουνε οι συνεργάτες του yahoo, τα «ενημερωτικά σάιτ» Newsbomb, Newsit, Πρώτο Θέμα και OMG. Προτού να φτάσω στο log in, το μάτι έχει ήδη μολυνθεί απ’ τις «ειδήσεις».

Σοκ στην Ηλεία: πήγε να βιάσει την ανήλικη αδερφή του. Σάλος στην Πάτρα: καθηγήτρια έκανε επιτήρηση χωρίς εσώρουχο. Απίστευτο: η Φαίη Σκορδά κάνει μπάνιο το μικρό Γιαννάκη. Τρόμος: μετά από αυτό δε θα ξαναφάτε σε σουβλατζίδικο.

Οι τίτλοι ακολουθούνται από ένα link που αν το πατήσεις θα εμφανιστεί η συνέχεια της είδησης. Πολλές φορές το link δε λειτουργεί. Ή αν λειτουργεί, το κείμενο είναι απλώς παράφραση του τίτλου. Μόνο ο τίτλος υπάρχει, εντυπωσιακός, αντίστροφα ανάλογος ως προς την ανυπαρξία του περιεχομένου.

Φυσικά όλα αυτά έχουν αναλυθεί εδώ και δεκαετίες. Οι ύπουλοι μηχανισμοί της προπαγάνδας. Οι δυστοπίες ενός μέλλοντος όπου οι τοίχοι των σπιτιών μας θα προβάλλουν διαφημίσεις. Και εντούτοις εντυπωσιάζομαι με το δηλητήριο που σταλάζει μέσα μας, ήδη με την πρώτη στιγμή της κάθε μέρας. 

Cheap thrills λένε οι άγγλοι σε μια υπέροχή τους φράση. Φθηνά ρίγη. Ανέξοδα κουτσομπολιά. Τρόμος με τη σέσουλα για να νιώσουμε χαρούμενοι που και σήμερα είμαστε υγιείς, ηθικοί και αμόλυντοι.

Μικρός, στον 20ο αιώνα, τα καλοκαίρια τα περνούσα στο χωριό. Βατομουριές και καστανιές και ένας φούρνος που δεν έγραφε «Φούρνος», απλώς μύριζε ψωμί. Επιστρέφοντας από τα δυτικά στην πόλη, πάνω από τα μηχανουργεία είχε γιγαντοαφίσες για σκυλάδικα. Προσεγγίζοντας το κέντρο, η διαφήμιση γινόταν πιο ιλουστρασιόν. Μοντέλα άσπιλα χαμογελούσαν.

Είτε υλικό είτε άυλο, κάθε τι πλέον είναι εμπορευματικό αγαθό. Έχει μια τιμή που αν την καλύψεις υπόσχεται ευτυχία. Και άλλες φορές απλώς σου χαρίζεται δωρεάν – με ένα κλικ και αόρατους τόκους. Δίπλα στο λάπτοπ μοσχομυρίζει ο πρωινός καφές. Κάνουμε κλικ. Τρώμε το λωτό. Και ξεχνούμε πως για κάθε τι που αγοράζεται, κάπου κάποιοι άνθρωποι πωλούνται…

Επιτέλους! Έκανα log in! Δεξιά αναβοσβήνει μια διαφήμιση. «Δημήτρη θέλεις να βγάλεις πολλά παίζοντας στην αγορά συναλλάγματος;»




Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, στη στήλη Β' Εξώστης, 30/5/2013

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

ΤΖΑΜΙΑ, ΤΖΑΜΑΡΙΕΣ, ΒΙΤΡΙΝΕΣ



Μου αρέσει πολύ να περπατώ. Να κάνω βόλτες μεγάλες. Κοιτάζοντας ανθρώπους και κτίρια. Στα ισόγεια έχει συχνά μαγαζιά. Τα μαγαζιά έχουν βιτρίνες. Λαχταριστά γλυκά έχει ο φούρνος. Έχω χρήματα στην τσέπη, μπαίνω μέσα. Κάποιοι δεν έχουν. Μόνο κοιτούν από το τζάμι, σε μια εξορία λίγων εκατοστών απόστασης.

Ζεστά ρούχα έχει και το κατάστημα των ρούχων. Έχω χρήματα στην τσέπη, μπαίνω μέσα, διαλέγω, φορώ, γίνομαι όμορφος. Κάποιοι δεν έχουν λεφτά. Ξεπαγιάζουν κοιτώντας τη βιτρίνα και τις ντυμένες, σιωπηρές κούκλες. 

Και όταν κουράζομαι από τη βόλτα, συχνά πάω στο μικρό καφέ στη γειτονιά μου. Διαλέγω το τραπέζι εκεί στη τζαμαρία και η κοπέλα μου φέρνει κάτι να πιω. Κοιτώ από την τζαμαρία και κάθε τόσο περνούν τρέχοντας απ’ έξω άνθρωποι. Οι άνθρωποι οι ξεσπιτωμένοι από την άλλη του κόσμου την άκρη, με τα τσουβάλια στην πλάτη, με τα ζευγάρια τα παπούτσια που πουλούν υπαίθρια, να κρέμονται από τα χέρια τους, σαν καρποί ενός παράξενου δέντρου, που το κυνηγά η αστυνομία. 

Περνούν πολύ κοντά από εμένα, ένα τζάμι μας χωρίζει, θα μπορούσε να θάμπωνε από τις ανάσες.   

Οι τράπεζες έχουν άθραυστα τζάμια. Και τα αυτοκίνητα των αρχών έχουν φιμέ. Ένα τζάμι πλαστικό έχουν οι κληρωτίδες γύρω τους. Και κάθε μέρα κληρώνει ο μέγας και άδικος Κόσμος μας το ποιος θα ‘χει την τύχη από τη μέσα πλευρά των αόρατων αυτών συνόρων να βρεθεί.   






Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, στη στήλη Β' Εξώστης, 7/2/2013