Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΤΑ ΜΥΘΙΚΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ (BEASTS OF THE SOUTHERN WILD)

Σκηνοθεσία: Μπεν Ζάιτλιν
Παίζουν: Κιουβενζανί Γουάλις, Ντουάιτ Χένρι, Λέβυ Ίστερλι, Τζίνα Μοντάνα

Διάρκεια: 93’
2012


Προτού να πέσει το δειλινό τελείως, χρυσοποίκιλτα βάφονται τα πράγματα του κόσμου ετούτου. Το χώμα που πατούμε ζωντανεύει, καθώς σαλεύουνε χιλιάδες ζούδια, και ο άνεμος παίρνει φωνή απ΄ τα στριγκά βιολιά που παίζουν. Καβούρια και όστρακα σωρεύονται στα δοξαστικά τραπέζια, ξεβράκωτα μωρά γιορτάζουνε τη λάσπη. Το κοριτσάκι μας, γλυκό, ξετρελαμένο, σκύβει και αφουγκράζεται δέντρα και σκύλους. Γιατί για τα παιδιά, όλα έχουν λαλιά στο ανιμιστικό βασίλειό τους και έχει μεγάλη θαλπωρή η πυρά του σύμπαντος.

Και ύστερα πέφτει η νύχτα και μαζί πέφτει βροχή μεγάλη, που δεν αδειάζει με κουβάδες. Και κάπου μακριά – κρακ – σπάνε τα παγόβουνα, θερμαίνονται και λιώνουν, απελευθερώνουν προϊστορικά τέρατα και χρόνους. 

Το ξημέρωμα αμφισβητεί τις επί της γης Εδέμ, εκεί στα ακροτελεύτια σύνορα του κόσμου μας και της δικής μας εποχής. «Κρέας» λέει η δασκάλα τους, «είναι όλη η Ζωή», τρώει και τρώγεται και αναμειγνύεται σε άπειρες μεταμορφώσεις. Από το νερό ξεπρόβαλε και στο νερό είναι που πνίγεται, δεν έχει Μάγειρα αυτή του σύμπαντος η σούπα.



…σκορπίζω λέξεις στο χαρτί, όπως καταλάβατε αγαπητοί μου αναγνώστες. Δε βρίσκω τρόπο άλλο να περιγραφεί αυτή η ιδιοσυγκρασιακή ταινία. Είναι ακατάτακτα πανέμορφη και καλειδοσκοπική. Τη στρέφεις λίγο και γίνεται μουλιασμένη αποκάλυψη, τη στρέφεις και άλλο και εμφανίζεται μια αλληγορία ενηλικίωσης. Την ταρακουνάς και γίνεται λεξικό κατανοητό, με χρώματα και ήχους, για έννοιες δύσκολες όπως «βιταλισμός» και «βαθιά οικολογία». Την κοιτάς από μακριά και αποτελεί αφήγηση, ηρωική και πένθιμη, για τις εφαρμοσμένες ουτοπίες. 




Ή τέλος, την αφουγκράζεσαι σαν το κοριτσάκι που πρωταγωνιστεί, και ακούς γέλια, γέλια πολλά, για το μεγάλο ανέκδοτο εκείνο που λέει για κάτι δισεκατομμύρια χούφτες από ανθρώπους που κάποτε για δυο στιγμές φυτρώσανε σε μια χαραμάδα των γεωλογικών περιόδων και καυχηθήκανε, οι άμοιροι, πως αυτοί, και μόνο αυτοί, είναι ο Κόσμος.      






Αξιολόγηση: * * * *  (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 28/2/2013

4 σχόλια:

  1. Είχε καιρό να μου κάνει εντύπωση μια ταινία, και αυτή μου έκανε. Είχε ένα τρόπο, χωρίς να θυματοποιεί αλλά ούτε να ρομαντικοποιεί να παρουσιάζει μια "άλλη" άληθεια. Να περιγράφει έναν χώρο και χρόνο -όχι μακρινό και εξωτικό αλλά σύγχρονο- συζητώντας την καθημερινή ζωή και τα μεγάλα της ζητήματα: την επιβίωση, την επιθυμία,την εξουσία, τη φαντασία, την γιορτή, την αρρώστια, τον θάνατο.
    όλγα λ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ναι, είναι παράξενη και ιδιαίτερη ταινία. Μπορεί να αρέσει πάρα πολύ σε κάποιον και σε κάποιον άλλο να μην αρέσει σχεδόν καθόλου. Κύριος λόγος για αυτό είναι νομίζω πως είναι βαθιά "κινηματογραφική", δηλαδή χρησιμοποιεί ως επί το πλείστον την κινηματογραφική γλώσσα (πλάνα, χρώματα, φωτογραφία, ήχους, μικρολεπτομέρεις κτλ) και δε στηρίζεται τόσο σε ένα "λογοκρατούμενο" σενάριο.

    Αυτό είναι πάντα μεγάλο στοίχημα, αν το χάσεις συνήθως χάνεσαι. Ωστόσο εδώ πετυχαίνει πολύ, δημιουργεί αυτή την ιδιαίτερη ποιητική αίσθηση η ταινία - που αποπειράθηκα όσο μπορουσα να μεταφέρω στο κείμενο.

    Αυτό όλο είναι νομίζω και ο "τρόπος" που λες, ο οποίος της επιτρέπει να επιτύχει αυτά που επίσης λες. Δηλαδή να σταθεί τίμια και στο μέσο των πραγμάτων, να παραδώσει όσο πιο αδιαμεσολάβητα γίνεται αυτό που θέλει να απεικονίσει.

    Αν είσαι η Όλγα Λ. που νομίζω, θα έλεγα πως καταφέρνει να προσπελάσει το σύνηθες πρόβλημά σας, αυτό του μετέχοντα παρατηρητή που επηρεάζει "συνειδητά ή ασυνείδητα το παρατηρούμενο αντικείμενο". Στην ταινία μοιάζει - πού να ξέρουμε βέβαια στην πραγματικότητα - να το καταφέρνει. Τουλάχιστον, προσκομίζει μια αληθοφάνεια που φαίνεται αληθινή!

    Θα συμπλήρωνα σε αυτά που λες, πως πέρα από το τοπικό που αναφέρεις, η ταινία εμπλέκεται και σε μια οικουμενικότερη οπτική. Ωστόσο, και πάλι προς τιμήν της, δεν το κάνει διδακτικά ή δοκιμιακά, αλλά έμμεσα και βαθιά, δηλαδή ποιητικά.

    Π.χ. κάποια πανοραμικά πλάνα με τις θαλλάσιες εκτάσεις να κατατρώγουν τη στεριά / ή η σχεδόν πάντα από μακριά λήψη του τείχους και τα γιγαντιαία κτήρια από πίσω / ή τα παγόβουνα που λιώνουν, χωρίς όμως η εικόνα αυτή να αποτελεί μια ευθεία αναφορά στο φαινόμενο του θερμοκηπίου -> τεχνοκρατικό μοντέλο ανάπτυξης του δυτ. κόσμου -> καπιταλισμός και φύση κτλ, αλλά έμμεση (και για αυτό δυνατότερη σε ένα δεύτερο επίπεδο), καθώς η εικόνα τους συνδέεται με το όνειρο / σύμβολο των βούβαλων, οπότε τίθεται σε ένα άλλο πιο προσωπικό πλαίσιο, αυτό του κοριτσιού.

    (...)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. (...)

    Τέλος, ακριβώς σε αυτό που επίσης επισημαίνεις, δηλαδή πως αναφέρεται σε ένα χώρο και χρόνο του παρόντος, θεωρώ πως βρίσκεται άλλη μια σημαντική αρετή της ταινίας.

    Παίρνει αυτόν τον τόπο (με τις όποιες ενδεχόμενες συνδηλώσεις του - Λουιζιάνα / τυφώνας Κατρίνα κτλ) και χάρη στην ποιητικότητά της, η οποία λειτούργησε σε μένα, καταφέρνει και το μεταμορφώνει διαδοχικά σε φουτουριστικό, αρχαϊκό, ξανά σύγχρονο και ξανά και ξανά. Είναι εντυπωσιακό πως αλλάζει ριζικά διαθέσεις η ταινία με τόσο λεπτό και ανεπαίσθητο τρόπο.

    Τέλος, τέλος, ενδιαφέρον έχει και η ηλικία του σκηνοθέτη (μόλις 29) όπως επίσης και ο τρόπος που έγινε όλη αυτή η παραγωγή και τα γυρίσματα. Δε θα μακρυγορήσω άλλο όμως...

    ...απλώς θα σ' ευχαριστήσω για το σχόλιό σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αυτό που γράφεις για το "λογοκρατούμενο" σενάριο είναι πολύ σωστό... αφού την είδαμε χάζεψα τις κριτικές της και είναι απίστευτο πως, όσοι/ες προσπάθησαν να αφηγηθούν την πλοκή της ταινίας είναι πολύ μακριά απο το να προσεγγίσουν το νόημά και την αίσθησή της.
    Αλλά και η σύνδεση του τοπικού με το παγκόσμιο και το πολιτικό γίνεται, όπως γράφεις, με πολύ ποιητικό τρόπο.
    (νομίζω οτι είμαι η όλγα που νομίζεις οτι είμαι)

    ΑπάντησηΔιαγραφή