Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

ΓΚΡΑΝ ΤΟΡΙΝΟ (GRAN TORINO)


Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ
Παίζουν: Κλιντ Ίστγουντ, Μπι Βανγκ, Ανέι Χερ, Κρίστοφερ Κάρλεΐ
Διάρκεια: 116’
2008


Το «Gran Torino» είναι ένα πραγματικό αριστούργημα.

Δεν αποτελεί όμως το «αριστερό φιλμ» όπως έγραψαν οι περισσότερες κριτικές που παραδόξως γύρισε ένας δεδηλωμένα συντηρητικός σκηνοθέτης ο οποίος στα νιάτα του ενσάρκωσε αντιδραστικούς, μάτσο ήρωες. Το «Gran Torino» δεν είναι η μετάνοια του γέρου σκηνοθέτη για το «χυδαίο παρελθόν» του, αλλά αντιθέτως η επιτομή της κοσμοθεωρίας του, κοσμοθεωρία στην οποία είναι συνεπής από το 1971 και την πρώτη του σκηνοθεσία.

Το φιλμ αποτελεί την ύστατη υπεράσπιση της κατά Ίστγουντ Αμερικής. Θέλει να διασώσει τις αξίες του τόπου που κάποτε κόντεψε να γοητεύσει όλο τον κόσμο. Και ταυτόχρονα αποτελεί άλλη μια ένδειξη του πόσο περίπλοκο είναι το σύμπαν των αξιών και των ιδεολογιών. Τα πράγματα σπάνια είναι αυτά που εν πρώτοις φαίνεται να είναι. Και καλό είναι πάντα να τα προσεγγίζουμε με λεπτή αίσθηση και λεπτή κρίση. Ιδίως αν θέλουμε να τα αλλάξουμε...

Η βασική μεταφορά της Αμερικής είναι η έννοια του χώρου. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, η Αμερική ήταν μια μεθόριος που διαρκώς μετακινούνταν προς τη Δύση. Χώρος κενός για να εγκατασταθούν άνθρωποι αηδιασμένοι από την παρακμή της παλαιάς Ευρώπης και να ιδρύσουν την ατομική τους Γη της Εδέμ. Ως ο «άνθρωπος από το πουθενά» των γουέστερν, ο Ίστγουντ διάνοιγε αυτό το χώρο και εξασφάλιζε τη δυνατότητα των αδύναμων ανθρώπων να τον κατοικήσουν.
Πράγματι, η Αμερική εποικίστηκε, πρόκοψε, άνοιξε βιομηχανίες. Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μητροπόλεις της έγιναν ο κατεξοχήν αστικός χώρος του κόσμου. Και πάλι ο Ίστγουντ, ως επιθεωρητής Κάλαχαν αυτή τη φορά, φρόντιζε να πολεμήσει τη βία τους ωστε να μπορούν οι γέροι να γεράσουν και τα παιδιά να μεγαλώσουν.

Η Αμερική βασίζεται στην έννοια της ιδιοκτησίας. Όχι όμως τόσο ως συσσώρευση πλούτου που διαφθείρει, όσο ως «ο Φράχτης γύρω από το Σπίτι Μου», δηλαδή η ιδιοκτησία ως προστασία της ατομικής ουτοπίας του καθενός.

Στην ταινία, ο γέρος Ίστγουντ κάθεται στον κήπο του και γρυλίζει στους ασιάτες γείτονες. Περιφρουρεί ως σκύλος την καθ΄ αυτόν ουτοπία του. Σύντομα ωστόσο θα διαπιστώσει πως οι γείτονές δεν τον επιβουλεύονται, μα πως προσπαθούν και αυτοί να εγγραφούν στο χώρο της Αμερικής. Και όταν δει πως οι θεσμοί και οι συνθήκες της πατρίδας του δεν τους αφήνουν, τότε θα πάρει το μέρος του.

Ο ήρωας του φιλμ δούλεψε μια ζωή στις κορδέλες παραγωγής της Φορντ. Στα γεράματα, διατηρεί την εργατική περηφάνια μιας άλλης εποχής όπου τα πράγματα ήταν στέρεα. Η οικογένεια σήμαινε οικογένεια, ο κόπος ανταμειβόταν. Με έκπληξη θα διαπιστώσει πως αυτές τις αξίες φέρουν οι ξένοι γείτονες.

Ο συντηρητισμός πιστεύει πως χρειάζονται κανόνες για να λειτουργεί ο Κόσμος και πως οι αξίες του παρελθόντος σωρεύονται μαλακά προς ένα καλύτερο αύριο. Αντίθετα, ο νεοφιλελευθερισμός αντιστρατεύεται τους κανόνες, καθιστά το χώρο ρευστό, ζούγκλα, και αλλάζει κατά βούληση και κατά τύχη τον Κόσμο.

Οι γιοι και κληρονόμοι του (η σημερινή Αμερική) αποδεικνύονται πλέον οι εχθροί του Ίστγουντ. Και έτσι αυτός χαρίζει το μεγάλου κυβισμού Γκραν Τορίνο του στο νεαρό Ασιάτη. Του παραδίδει και εμπιστεύεται τη μεταφορά της παλιάς Αμερικής.

Αυτοκίνητο: το μέσο που διανοίγεις και διασχίζεις το χώρο, μέχρι να βρεις έναν τόπο να ριζώσεις τις αξίες σου.




Αξιολόγηση: * * * * * (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 5/3/2009

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΣΕΡΑΦΙΝ (SERAPHINE)

Σκηνοθεσία: Μάρτιν Προβόστ
Παίζουν: Γιολάντε Μορώ, Ούλριχ Τουκούρ, Άνν Μπενέτ, Ζενιβίν Μνιχ
Διάρκεια: 125’
2008

Όσο κυλούσαν οι αιώνες, εμείς οι άνθρωποι αλλάξαμε τις ονοματοθεσίες.
Τη «μαγεία» την είπαμε «τέχνη». Ακόμη περισσότερο, την καταστήσαμε σώμα επιστημών.

Το μαγικό της τέχνης έγινε ακαδημαϊκή πειθαρχία που διδάσκεται στα αμφιθέατρα από μποέμ καθηγητές και προσλαμβάνεται από περισπούδαστους νεαρούς. Την καταστήσαμε επίσης πεδίο μαχών. Ξερακιανοί κριτικοί αντιμάχονται στις επιφυλλίδες τους για τα «νέα αριστουργήματα» ή για «σωρούς σκατών». Την καταστήσαμε, τέλος, οικονομικό αγαθό, εμπορευματικό φετίχ. Σε auction tables, κουστουμαρισμένοι ατζέντηδες και κοιλαράδες κροίσοι πλειοδοτούν – μουσαμάδες έναντι τόνων χρήματος κατοχυρώνονται με το τρία.

Υπάρχουν πολλές θεωρήσεις της φύσης του ανθρώπου. Εδώ θα δεχθούμε αναλυτικά, δυο κύριες προκείμενες του ανθρώπου, προκείμενες των οποίων είναι έρμαιο. Η μία είναι η ανάγκη της ασφάλειας και του οικείου που πάντα προσπαθεί να ικανοποιήσει. Η άλλη είναι το κάλεσμα του άγνωστου και του ανοίκειου που ποτέ δεν μπορεί να του αντισταθεί.

Η πρώτη εκφράζεται δια της προσπάθειας του ανθρώπου να περιχαρακώσει το ανοίκειο με το γνωστό, δηλαδή του θεσμούς του και τους κανόνες. Η δεύτερη γκρεμίζει ό,τι πασχίζει να χτίσει ο άνθρωπος. Το ανοίκειο περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, φωλιάζει μέσα μας. Υπάρχει ένας βυθός εντός μας που όλο ανασαλεύει και που τον προβάλλει προς τα έξω η φαντασία μας. Είναι η ζωικότητά μας, είναι η Φύση που μας διέπει και μας περιέχει, και που η διανόηση όσο και αν προσπαθεί, δεν τιθασεύει.

Μέσα μας κυοφορείται «άγρια ζωή». Και εκμαιεύει τέχνη ή μαγεία.

Η ηρωίδα της ταινίας είναι η Σεραφίν. Ζει σε ένα γαλλικό χωριό στις αρχές του 20ου αιώνα. Μεσόκοπη, χωρίς οικογένεια, πλένει σεντόνια, κάνει θελήματα, τρίβει πατώματα. Άσχημη, ατσούμπαλη γυναίκα, οι πάντες την κοροϊδεύουν. Απόλαυσή της είναι τις ώρες της σχόλης να μιλά στα ζώα, να ακούει τα δέντρα, να χαϊδεύει τα φυτά. Και το βράδυ, να σκαρώνει μικρές ζωγραφιές. Είναι η μισότρελη του χωριού, το δουλικό των αστών.

Κάποια στιγμή, ο γερμανός συλλέκτης και κριτικός τέχνης που διαμένει στο χωριό θα δει έναν πίνακά της και θα εντυπωσιαστεί. Αυτός είναι που έχει αναδείξει το κίνημα της ναϊφ τέχνης (Μπρακ, Ρουσώ) και στα έργα της Σεραφίν θα δει όλες τις αρετές της. Ζωγραφιές καρπών και φυτών, νέο-πριμιτιβιστικά αριστουργήματα, χωρίς τις ακαδημαϊκές αγκυλώσεις, που αναδύουν το δέος που κάποτε ένιωσαν οι πρωτόγονοι άνθρωποι στο πρωτοκοίταγμα της φύση.

Η τόσο πρωτόγονη σε σχέση με τον πολιτισμένο περίγυρό της Σεραφίν θα παρακινηθεί να ζωγραφίσει κι άλλο. Πάμφτωχη, φτιάχνει το κόκκινο από το αίμα των σφαχτών στο κρεοπωλείο όπου δουλεύει, το πράσινο από τη χλόη. Χρώματα που διηγούνται το γίγνεσθαι της φύσης. Το άσπρο θα το αγοράζει με τα λίγα της κέρματα από τον μπακάλη…

Το όνομά της αρχίζει να ακούγεται. Ο συλλέκτης τις δίνει χρήματα και έτσι οι διαστάσεις των τελάρων μεγαλώνουν. Λουλούδια, καρποί, δέντρα, έντομα, φύλα συμπλέκονται και δεσπόζουν στους καμβάδες – παράξενες, τρομακτικές συνθέσεις. Η φύση οργιάζει, θέλει να ξεχυθεί από τα όρια του καμβά όπως και η εσωτερική φύση της ανέραστης Σεραφίν.

Η Σεραφίν ακούει αγγέλους να της μιλούν, παραγγέλνει – αυτή η κουρελού – ένα νυφικό από μετάξι για να το φορέσει στην έκθεσή της στο Παρίσι.

Φευ, η έκθεση θα ματαιωθεί λόγω του Κραχ του 1929. Η Σεραφίν θα χάσει τελείως τα λογικά της (τι είναι όμως άραγε τα «λογικά»;) και θα οδηγηθεί στο ψυχιατρείο όπου και θα πεθάνει, χρόνια μετά, παρατημένη από όλους.

Καταπληκτική ταινία, με ασύλληπτη ερμηνεία της πρωταγωνίστριας. Η μουσική των εγχόρδων υποβάλλει ενώ κάθε τόσο ακούγονται καμπάνες. Θεός και Φύση.

Καταπληκτικές σκηνές: όταν ξεσπά ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, η Σεραφίν ζωγραφίζει πεσμένη στο πάτωμα ενώ από το παράθυρο φαίνονται μακρινές εκρήξεις. (Πόλεμος: η διάνοια της διπλωματίας, η άγρια φύση της σφαγής)

Ασυνήθιστη βιογραφία καλλιτέχνη. Απομακρύνεται από τους γοητευτικούς, μποέμ τύπους για να δείξει την τέχνη να τρώει τη σάρκα και τη λογική του αγροίκου καλλιτέχνη. Γιατί πριν από μάθημα ή τιμή, η τέχνη είναι σάρκα και τρέλα.




Αξιολόγηση: * * * * (4)

Δρένος Δημήτρης

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 8/4/2009

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

ΙΡΙΝΑ ΠΑΛΜ (IRINA PALM)


Σκηνοθεσία: Σαμ Γκαρμπάρσκι
Παίζουν: Μάριαν Φέηθφουλ, Μίκυ Μανόγιοβιτς, Κέβιν Μπίσοπ, Σιομπάν Χιούλετ
Διάρκεια: 103’
2007


Ιστορίες για γιαγιάδες και εγγόνια, ιστορίες για μπορντέλα, σόου της κλειδαρότρυπας και γενετήσια υγρά που κυλούν στα βρεγμένα πεζοδρόμια του Σόχο.

Η Μάγκυ είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα, και ο αγαπημένος της εγγονός είναι ένα άρρωστο παιδί που αργοσβήνει σε ένα νοσοκομείο. Θεραπεία υπάρχει, πειραματική, ακριβή, χορηγείται στη μακρινή Αυστραλία. Ο γιος της και η νύφη της δεν έχουν χρήματα, η παροπλισμένη Μάγκυ πρέπει κάπως να βοηθήσει τον μικρό.

Πώς όμως; Κατοικεί σε ένα ήσυχο λονδρέζικο προάστιο, ανάμεσα σε κουλουράκια και τσάγια. Η τράπεζα δεν της δίνει δάνειο – δεν έχει ιδιοκτησίες. Το γραφείο εύρεσης εργασίας δε της βρίσκει δουλεία – είναι ανειδίκευτη και γριά. Περπατώντας απογοητευμένη η ματιά της θα πέσει σε μια αγγελία που ζητά «οικοδέσποινα». Θα κατηφορίσει τα σκαλιά ενώ πάνω από την είσοδο η κόκκινη πινακίδα αναβοσβήνει: Sex World.

Ο Μίκυ, το αφεντικό, θα την κατατοπίσει. Αντί για τσάι και κουλουράκια θα προσφέρει γρήγορη ανακούφιση στους άντρες μέσα από μια τρύπα στον τοίχο. Και ναι, τα χέρια αυτής της γερασμένης γυναίκας είναι τόσο μαλακά και τόσο όμορφα…

Τα χρήματα είναι πολλά και ο εγγονός κινδυνεύει να πεθάνει γαντζωμένος στα παιχνίδια του. Και έτσι, η Μάγκι μέσα από μια τρύπα σε ένα χώρο που θυμίζει αποθήκη θα αρχίσει να δέχεται πέη, να τα λιπαίνει, να τα παίζει επιδέξια, να τα σκουπίζει. Αμίλητη, κλεισμένη ερμητικά σε σκέψεις. Από την άλλη πλευρά του τοίχου, οι άντρες θα σφαδάζουν.

Τα πρώτα βράδια σαν άλλη λαίδη Μάκβεθ, θα πλένει και θα ξαναπλένει τα χέρια της. Όμως σύντομα έξω από την καμπίνα της θα σχηματίζεται ουρά, η φήμη της απλώνεται σε όλο το Λονδίνο. Θα λάβει το επαγγελματικό όνομα Irina Palm (= παλάμη). Κάποια στιγμή θα τα ανακαλύψουν όλα ο γιος και οι γειτόνισσες, κάποια στιγμή θα τη γυρέψει το απέναντι ανταγωνιστικό σεξ κλαμπ. Η «αόρατη χειρ της αγοράς» δρα και στα υπόγεια του Λονδίνου, αγγίζει όλων των ειδών τα ανθρώπινα δράματα.

Πρόκειται για μια πάρα πολύ καλή και ιδιαίτερη ταινία. Η σκηνοθεσία ξέρει τι να δείξει και τι να μη δείξει. Δεν μας δείχνει πέη και ούτε οι πελάτες αντικρίζουν ποτέ την Μάγκι. Μας δείχνει όμως όλο το μύχιο κόσμο των ηρώων σκαλισμένο στα πρόσωπα της Μάριαν Φέηθφουλ και του Μίκυ Μανόγιοβιτς που υποδύονται τη Μάγκι – Ιρίνα και τον ιδιοκτήτη του σεξ κλαμπ σε φοβερές ερμηνείες.

Η πενηνταεννιάχρονη Φέηθφουλ χωμένη πάντα μέσα σε ένα βαρύ παλτό μοιάζει στις πρώτες σκηνές με μια χαμένη γυναίκα ταλαιπωρημένη από το δυσβάσταχτο βάρος του χρόνου. Όμως οι άνθρωποι μπορούν να βρουν την αξιοπρέπεια εν τη απουσία της και όπως έχει γραφεί, «οι μεγαλύτεροι ποιητές ήταν οι καλύτεροι καθαριστές βόθρων».

Ποίηση, λοιπόν, των υπογείων, από τη Μάγκυ με την άχρονη ηλικία και τον διφορούμενο – όπως ο κόσμος μας – Μίκυ. Και ένα έξοχο φινάλε που η ένταση του είναι ισοπεδωτική.

Λονδίνο, ομφαλός του κόσμου. Και Σόχο, καρδιά της καρδιάς του. Και μια γιαγιά με δύο ονόματα και δυο ζωές, που φέρει δώρα σε μικρά παιδιά και σε μεγάλους άντρες.




Αξιολόγηση: * * * * (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 17/1/2008

ΠΑΝΤΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΓΙΝΩ ΓΚΑΝΓΚΣΤΕΡ (J' AI TOUJOUR REVE D' ETRE UN GANGSTER)


Σκηνοθεσία: Σάμουελ Μπενσετριτ
Παίζουν: Άννα Μουγκλάλις, Έντοαρντ Μπαέρ, Ζαν Ροσφόρ, Άλεν Μπασούνγκ, Αρνό, Βεναντίνο Βεναντίνι

Διάρκεια: 113’
2007

Στον Δημήτρης τον Δρένο αρέσει πολύ αυτός ο καιρός που προέρχεται από τα βάθη του χειμώνα μα δεν είναι χειμώνας, που οδηγεί στην άνοιξη, μα άνοιξη δεν είναι ακόμα. Η συννεφιά του ουρανού δίνει βαθύτερους τόνους στα χρώματα και οι σιγανές βροχές χαρίζουν ρευστότητα στα τοπία. Από τις πόρτες των μπαλκονιών φυσά ο αέρας κατευθείαν στο δέρμα μας. Θα 'ναι με αχνιστό καφέ, με ζεστό σκέπασμα, με βόλτα ή λίγη ξεκούραση το βράδυ, είναι υπέροχος καιρός να είναι κανείς «ριγμένος» στον κόσμο.

Μας αγγίζει η φύση, μας υπενθυμίζει την καταγωγή μας. Και ταυτόχρονα μας τρομάζει. Ο ενίοτε τόσο όμορφος κόσμος αρνείται να σταθεί στη χούφτα μας – το μόνο που μας μένει είναι το εύθραυστο σαν πόα σώμα μας. Μια φίλη του Δρένου, του είχε χαρίσει το όνομα αυτής της αίσθησης: συμπυκνωμένη ματαιότητα.

Ο Δρένος άνοιξε την μπαλκονόπορτα και η ματαιότητα τον συνάντησε. Γέμισε το φλιτζάνι και πάτησε πλέι στο dvd. Τα χρώματα ήταν ασπρόμαυρα. Σε ένα καφέ στην εθνική οδό προς το Παρίσι μπήκε ένα τύπος για να το ληστέψει. Μπορεί να φορούσε δερμάτινα, μα θύμιζε Σαρλό. Όπλο δεν είχε και είχε ξεχάσει τα κλειδιά στο αυτοκίνητο. Το χέρι στην τσέπη αντί για όπλο, δεν έπεισε κανένα. Τελικά παρήγγειλε καφέ από την όμορφη σερβιτόρα και άρχισε να μιλά και να μιλά.

Αργότερα, έξω από το καφέ θα δίναν ραντεβού για να εισπράξουν λύτρα δυο μεσόκοποι απαγωγοί. Και αυτοί θύμιζαν Σαρλό – είχαν απλώς μεγάλη ανάγκη τα λεφτά. Ο πλούσιος πατέρας ποτέ δε θα εμφανιστεί, ενώ η παραμελημένη κόρη αποδεικνύεται πως έχει τάσεις αυτοκτονίας. Θα την κεράσουν πέντε κουτιά κορνφλέικς και ένα καναρίνι για να χαμογελάσει.

Την ίδια νύχτα δυο βανάκια θα παρκάρουν έξω από το καφέ. Σα συμμορίες θα βγουν από μέσα δυο γερασμένα ροκ συγκροτήματα. Οι ετοιμόροποι ηγέτες τους θα πιουν ένα καφέ και θα τα πουν. Για τις γκόμενες, τα τραγούδια, για όλα όσα είχαν τη συνήθεια να συμβαίνουν μόνο τριάντα χρόνια πριν. Φεύγοντας, ο ένας θα κλέψει μια βαλίτσα με τραγούδια!

Ενδιάμεσα, σε ένα τραπέζι του καφέ πέντε ηλικιωμένοι ληστές θα πιουν την μπύρα τους ανάμεσα σε κατούρημα και βήχα. Στη θέση της καφετέριας κάποτε ήταν το κρυσφήγετό τους. Στη θέση του αυτοκινητόδρομου κάποτε ήταν το δάσος. Και στη θέση των ΜακΝτόναλντς, η αγαπημένη τους Τράπεζα.

Γέροι και νέοι, όλοι γκάγκστερ θα θέλαμε να ήμασταν. Ως μια χειρονομία πως «παιδιά, η περιπέτεια δεν πέθανε». Μα πριν προλάβουμε να ανοιγοκλείσουμε τα μάτια, ο Χρόνος ήδη μας έχει ληστέψει.

Μες σε εξαίσια μουσική η ταινία τελείωσε. Και η συμπυκνωμένη ματαιότητα είχε γίνει γλύκα. Αν και είναι η πιο πολυδάπανη, η πιο μεγάλη για τις διαστάσεις του ανθρώπου τέχνη, ο κινηματογράφος έχει την αρετή να σε παίρνει από το χέρι. Το όμορφο φιλμ είχε και με το παραπάνω την αρετή του ανθρωπισμού του Καουρισμάκι και του Τζάρμους. Την ευαισθησία και το χιούμορ. Τον παραλογισμό και την τρυφερότητα.

Τέτοιες ταινίες είναι μικρά διαμαντάκια – και το ωραίο είναι πως χωράνε στη χούφτα μας. Τα κρατάμε λοιπόν, συνεχίζουμε, και ό,τι βρέξει ας κατεβάσει.



Αξιολόγηση: * * * * (4)

Δημήτρης Δρένος, ο αυτοεξομολογούμενος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 2/4/2009