Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

ΤΖΑΜΙΑ, ΤΖΑΜΑΡΙΕΣ, ΒΙΤΡΙΝΕΣ



Μου αρέσει πολύ να περπατώ. Να κάνω βόλτες μεγάλες. Κοιτάζοντας ανθρώπους και κτίρια. Στα ισόγεια έχει συχνά μαγαζιά. Τα μαγαζιά έχουν βιτρίνες. Λαχταριστά γλυκά έχει ο φούρνος. Έχω χρήματα στην τσέπη, μπαίνω μέσα. Κάποιοι δεν έχουν. Μόνο κοιτούν από το τζάμι, σε μια εξορία λίγων εκατοστών απόστασης.

Ζεστά ρούχα έχει και το κατάστημα των ρούχων. Έχω χρήματα στην τσέπη, μπαίνω μέσα, διαλέγω, φορώ, γίνομαι όμορφος. Κάποιοι δεν έχουν λεφτά. Ξεπαγιάζουν κοιτώντας τη βιτρίνα και τις ντυμένες, σιωπηρές κούκλες. 

Και όταν κουράζομαι από τη βόλτα, συχνά πάω στο μικρό καφέ στη γειτονιά μου. Διαλέγω το τραπέζι εκεί στη τζαμαρία και η κοπέλα μου φέρνει κάτι να πιω. Κοιτώ από την τζαμαρία και κάθε τόσο περνούν τρέχοντας απ’ έξω άνθρωποι. Οι άνθρωποι οι ξεσπιτωμένοι από την άλλη του κόσμου την άκρη, με τα τσουβάλια στην πλάτη, με τα ζευγάρια τα παπούτσια που πουλούν υπαίθρια, να κρέμονται από τα χέρια τους, σαν καρποί ενός παράξενου δέντρου, που το κυνηγά η αστυνομία. 

Περνούν πολύ κοντά από εμένα, ένα τζάμι μας χωρίζει, θα μπορούσε να θάμπωνε από τις ανάσες.   

Οι τράπεζες έχουν άθραυστα τζάμια. Και τα αυτοκίνητα των αρχών έχουν φιμέ. Ένα τζάμι πλαστικό έχουν οι κληρωτίδες γύρω τους. Και κάθε μέρα κληρώνει ο μέγας και άδικος Κόσμος μας το ποιος θα ‘χει την τύχη από τη μέσα πλευρά των αόρατων αυτών συνόρων να βρεθεί.   






Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, στη στήλη Β' Εξώστης, 7/2/2013

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου