Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Ο ΚΑΙΣΑΡΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ (CESARE DEVE MORIRE)

Σκηνοθεσία: Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι
Παίζουν: Κόσιμο Ρέγκα, Σαλβατόρε Στριάνο, Τζιοβάνι Αρκούρι, Αντόνιο Φράσκα, Χουάν Ντάριο Μπονέτι, Βιντσέντζο Γκάλο, Φάμιο Καβάλι
Διάρκεια: 76’
2012


Ο βασικός ήρωας στις τραγωδίες του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ είναι πάντα η ίδια η εξουσία, η φύση και οι συνέπειές της. Κατ’ αυτή την έννοια, δεν υπάρχει ίσως ιδανικότερη σκηνή για αυτές από το χώρο μιας φυλακής, τον τόπο της εξουσίας par excellence

Ακριβώς αυτό κάνουν οι αδερφοί Ταβιάνι επιλέγοντας να κινηματογραφήσουν το ανέβασμα του Ιούλιου Καίσαρα από τους ίδιους τους εγκλείστους σε μια φυλακή υψίστης ασφαλείας στη Ρώμη. Η ολιγόλεπτη ταινία είναι διαρθρωμένη σε δυο μέρη. Το πρώτο, νατουραλιστικά ασπρόμαυρο παρακολουθεί τις πρόβες των κρατούμενων στα κελιά τους και στον ασφυκτικό, φρουρούμενο προαύλιο χώρο. Το δεύτερο, σκοτεινά και πλούσια έγχρωμο, παρουσιάζει το τελικό ανέβασμα του έργου στο μικρό θέατρο της φυλακής.

Πρέπει να πεθάνει ο Καίσαρ; Θέλει να γίνει τύραννος; Αγαπάει το λαό; Το θεατρικό έργο αποτελεί μια σπουδή στην καχυποψία. Ο Βρούτος είναι ένας άνδρας ευγενής ή φιλόδοξος αριστοκράτης; Πίσω από το προσωπείο του λαού είναι ο όχλος που αναδεύεται; Το δράμα ανατέμνει την εξουσία του μαχαιριού και την εξουσία της ρητορικής, καθώς ο Βρούτος και ο Μάρκος Αντώνιος αγορεύουν διαδοχικά πάνω από το φονευμένο σώμα.

Ταυτόχρονα, η πολυεπίπεδη ταινία, ως σκηνοθεσία της σκηνοθεσίας, αποτελεί ένα μετά-σχόλιο για την ίδια την τέχνη και τη θεμελιακή αντίφασή της. Η τέχνη εξανθρωπίζει μιλώντας για φονικά. Και εν προκειμένω, την ενσαρκώνουν οι ίδιοι οι έγκλειστοι φονιάδες. Και παράλληλα, τα μεταφορικά της λόγια αποκτούν πραγματική σημασία καθώς οι ερασιτέχνες ηθοποιοί νιώθουν πως ο Καίσαρας κάλλιστα θα μπορούσε να περπατά στα σοκάκια της Νάπολης ή πως οι διενέξεις της συγκλήτου δεν απέχουνε πολύ από τα ξεκαθαρίσματα της μαφίας. 

Στο τέλος της παράστασης ο Καίσαρας και ο Βρούτος, οι καταδικασμένοι να φονεύονται και να αυτοκτονούν επ’ άπειρο, οδηγούνται για άλλη μια φορά στο Μέγα Δικαστήριο της Ιστορίας, ενώ οι κρατούμενοι πάλι πίσω στο σιδηρόφρακτο κελί τους. Κελί που, όπως θα μονολογήσει ένας ήρωας, «μετατράπηκε σε φυλακή από όταν γνώρισα την τέχνη».



Αξιολόγηση: * * * * *  (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 1/11/2012


Για το καλύτερο ή το χειρότερο, ένα κείμενο που δημοσιεύεται σε 
έντυπη μορφή, οφείλει να σέβεται τους περιορισμούς του χώρου. Εν προκειμένω
δεν είμαι σίγουρος πως στις λίγες αυτές λέξεις μπόρεσα να αναδείξω το πολυεπίπεδο
χαρακτήρα του έργου των Ταβιάνι. Ένα χαρακτήρα που είναι λακωνικός, καθώς 
αναπτύσσεται σε μόλις 76 λεπτά και που ούτε ένα από αυτά τα λεπτά δεν εκπίπτει στον
κραυγαλέο συμβολισμό.

***
  

Μερικές παρατηρήσεις που δε χώρεσαν στο κείμενο:
Οι πραγματικά έγκλειστοι κατάδικοι και ταυτόχρονα – αν και ερασιτέχνες – πραγματικοί ηθοποιοί (είναι ηθοποιοί εφόσον παίζουν θέατρο), οι οποίοι σκηνοθετούνται με διττό τρόπο, ως "ηθοποιοί οι οποίοι πρόκειται να ανεβάσουν ένα έργο” και ταυτόχρονα, ντοκυμαντερίστικα, ως “οι φυλακισμένοι που ως ηθοποιοί πρόκειται να ανεβάσουν ένα έργο” έχουν για τη διάρκεια της ταινίας – αλλά και για το διάστημα που διήρκησαν τα πραγματικά γυρίσματά της – δυο παράλληλες ταυτότητες: του ηθοποιού και του φυλακισμένου. Και αντιστοίχως, υπάγονται σε δυο μηχανισμούς: προφανώς αυτόν της φυλακής και κατά δεύτερο, αυτόν της θεατρικής παραγωγής.

Η ταινία, πολύ υπαινικτικά, αναδεικνύει τις τριβές που προκύπτουν από την παράλληλη λειτουργία αυτών των δυο μηχανισμών. Παραδείγματος χάρη, στα πρώτα λεπτά βλέπουμε τους κρατούμενους να περνούν οντισιόν από το σκηνοθέτη (ο οποίος δεν ανήκει στη φυλακή) ώστε να γίνει η επιλογή όσων θα συμμετάσχουν στην παράσταση, δηλαδή όσων για ένα διάστημα δε θα είναι μόνο φυλακισμένοι, αλλά φυλακισμένοι - ηθοποιοί.

Κατά τη διάρκεια της οντισιόν, οι συμμετέχοντες καλούνται να πουν τη διεύθυνση της κατοικίας τους με δυο διαφορετικούς τρόπους. Έτσι, με τη σειρά οι κρατούμενοι, πολλοί από αυτούς ισόβιοι ή βαρυποινίτες, εκφέρουν κλαίγοντας / κραυγάζοντας τη διεύθυνση του σπιτιού τους, ενός σπιτιού δηλαδή που ενδεχομένως ποτέ ξανά δε θα κατοικήσουν.

Επιπλέον, η σκηνή της οντισιόν διαρκεί αρκετά λεπτά, ώστε να παρακολουθήσουμε αρκετούς κρατούμενους να δοκιμάζουν τους διαφορετικούς τρόπους εκφώνησης της διεύθυνσής τους. Κανένας δε μοιάζει με κανενός άλλου. Ως θεατές παρακολουθούμε να ξεδιπλώνεται μπροστά μας η ιδιαιτερότητα της χροιάς της φωνής του καθενός, των χειρονομιών του, της συναισθηματικής επένδυσης του λόγου του, της συγκεκριμένης επιλογής των λέξεων και ούτω καθ’ εξής. Με άλλα λόγια, παρακολουθούμε – με αφορμή την οντισιόν – την ανάπτυξη της ατομικότητας καθ’ ενός κρατουμένου.

Σε επόμενη σκηνή του έργου, βλέπουμε τους ηθοποιούς αμά τη λήξη της ημερήσιας πρόβας να έχουν επιστρέψει στα κελιά τους. Πλέον, έχουν περάσει από το μηχανισμό της θεατρικής παραγωγής και πάλι πίσω στο μηχανισμό της φυλακής. Οι ήρωες κοιτούν το ταβάνι του ελάχιστου δωματίου τους και κάποιος μάλιστα μονολογεί πως "φυλακή είναι να κοιτάς το ταβάνι". Οι διαφορετικές ατομικότητες που έχουν αναδειχθεί στη σκηνή της οντισιόν έχουν μετατραπεί στην ομοιογενή ταυτότητα του Φυλακισμένου.

Ως καταδικασμένοι, οι ποικίλες κολάσιμες πράξεις τους (και φυσικά τα ποικίλα κίνητρα και βιογραφικά στοιχεία πίσω από αυτές) αντιστοιχούν απλώς σε μια ποσότητα ενός αφηρημένου ισοδύναμου: του χρόνου. Ο εγκλεισμός στηρίζεται σε έναν υπολογισμό που εξισώνει το ετερογενές των πράξεων σε απλές ποσότητες στέρησης της ελευθερίας. Και επιπλέον, στερώντας την ελευθέρια αυτή, στερεί τη δυνατότητα της ίδιας της ετερογένειας της ύπαρξης. Πέρα από όλα τα άλλα, ο εγκλεισμός είναι και μια βαθύτατα υπαρξιακή τιμωρία. Καταδικάζει στο να "κοιτάς το ταβάνι". Και επίσης, σε καταδικάζει να έχεις ένα μόνο όνομα: "ο Φυλακισμένος". Και μια μόνο διεύθυνση: "αυτή της Φυλακής".

Οι τριβές των δυο μηχανισμών θα εμφανισθούν και σε άλλα σημεία της ταινίας, με την επιπρόσθετη επίδραση και της μυθοπλασίας του Σαίξπηρ που δραματοποιούν οι κρατούμενοι – ηθοποιοί. Ο Ιούλιος Καίσαρας ανάμεσα σε άλλα πολλά, διαπραγματεύεται την αντινομία κατά την οποία οι Αριστοκράτες (Βρούτος, Κάσσιος) κατηγορούν για τυραννία Αυτόν (Καίσαρα) που αγαπά το Λαό και που ο ίδιος ο Λαός τον αγαπά.

Οι κρατούμενοι που επιλέγονται στην οντισιόν να ενσαρκώσουν τον Βρούτο, τον Κάσσιο και τους άλλους ήρωες συγκλητικούς, δολοφόνους του Καίσαρα, δεν αποτελούν μόνο Αριστοκράτες στα πλαίσια της παράστασης, αλλά γίνονται "αριστοκράτες" και στα πλαίσια της ίδιας της φυλακής. Εφόσον θα συμμετάσχουν στην παράσταση, απολαμβάνουν προνόμια για το διάστημα της προετοιμασίας της, όπως το προνόμιο του μεγαλύτερου προαυλισμού.

Κατά αυτό τον τρόπο, μετατρέπονται σε "αριστοκράτες της φυλακής" σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κρατούμενους, οι οποίοι δε θα συμμετάσχουν στην παράσταση και έτσι δε θα γίνουν κρατούμενοι – ηθοποιοί, αλλά θα παραμείνουν κρατούμενοι και μόνο, αποτελώντας έτσι το "λαό της φυλακής".

Η συνθήκη αυτή κινηματογραφείται με έναν πολύ ευρηματικό τρόπο. Πρόκειται για τη σκηνή της δολοφονίας του Καίσαρα και των δυο λόγων που απευθύνουν στο λαό της Ρώμης αμέσως μετά, ο δολοφόνος Βρούτος και ο υποστηρικτής του Καίσαρα Μάρκος Αντώνιος. Η φωτογραφία της ανάρτησης απεικονίζει την αρχή αυτής της σκηνής. Πάνω από τον τοίχο που βλέπουμε στα αριστερά, υπάρχουν κελιά κρατουμένων. Πίσω από τα κάγκελά τους συνωστίζονται οι κρατούμενοι οι οποίοι δε συμμετέχουν στην παράσταση (και άρα είναι κρατούμενοι και μόνο) και οι οποίοι παρακολουθούν τα τεκταινόμενα της πρόβας.

Θα παρακολουθήσουν τις δυο ομιλίες των αριστοκρατών ηρώων, και όπως και στο έργο του Σαίξπηρ, αρχικά θα επευφημήσουν τον Βρούτο, ο οποίος είναι ο πρώτος ομιλητής, ύστερα τον Μάρκο Αντώνιο, ο οποίος δευτερολογεί, και τελικά θα καταφερθούν ενάντια στον Βρούτο και τους άλλους συνωμότες. Έτσι, ερήμην τους – καθώς δε συμμετέχουν στην παράσταση – θα ενσαρκώσουν ωστόσο το ρόλο του "λαού" της σαιξπηρικής τραγωδίας.

Παράλληλα όμως, οι Ταβιάνι θα δώσουν κάποια πλάνα τα οποία ξεφεύγουν από την κινηματογράφηση της θεατρικής πρόβας. Πλέον βλέπουμε απλώς τη φυλακή (και όχι το χώρο μιας πρόβας) και ακούμε φωνές κρατουμένων (που δε διακρίνουμε πια αν αποτελούν αντίδραση στα τεκταινόμενα της πρόβας) οι οποίες παραπέμπουν σε κάποια εξέγερση των φυλακών.

Κατά αυτό τον τρόπο, πάρα πολύ έξυπνα κατά τη γνώμη μου, οι Ταβιάνι υπονομεύουν τις υπόνοιες του σαιξπηρικού κειμένου για έναν "όχλο που άγεται και φέρεται" και αντιπαραβάλλουν έναν αυτεξούσιο λαό που εξεγείρεται ενάντια στη φυλάκισή του.

Αυτές λοιπόν είναι κάποιες περαιτέρω σκέψεις με αφορμή την ταινία, οι οποίες δε χώρεσαν στο βασικό κείμενο για αυτήν. Φοβάμαι πως τις διατύπωσα με περισσότερο περίπλοκο τρόπο από ό,τι ήταν ανάκη. Ωστόσο ελπίζω λίγο να κατέδειξαν την πολυεπίπεδη σημασία αυτής της χαμηλόφωνης και λιτής ταινίας την οποία θεωρώ ένα μικρό αριστούργημα.


1 σχόλια:

  1. Κασιάρας Κώστας17 Μαρτίου 2016 - 9:41 μ.μ.

    Μόλις παρακολούθησα την ταινία και μπορώ να πω πως είναι εξαίσια.Υπήρξαν στιγμές που αναρωτιόμουν, παρακολουθώ φυλακισμένους-ηθοποιούς ή ηθοποιούς-φυλακισμένους;
    Η Τέχνη τόσο ανθρώπινη και τόσο αληθινή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή