Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Η ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (DUST OF TIME)

Σκηνοθεσία: Θόδωρος Αγγελόπουλος
Παίζουν: Γουίλιαμ Νταφόε, Μπρούνο Γκαντζ, Μισέλ Πίκολι, Ιρέν Ζακόμπ
Διάρκεια: 125’
2008



Ο καλλιτέχνης ως γέρος και ως οραματιστής.

Ο Αγγελόπουλος είναι πλέον 74 χρονών και η ηλικία μας είναι ο μόνος τρόπος που πραγματικά μαθαίνουμε για το χρόνο. Ως καλλιτέχνης είναι οραματιστής, παλεύει με την επίτευξη ή τη διάψευση των οραμάτων.

Πιστεύω πως είναι ο κανόνας η μεγάλη ηλικία να κυοφορεί διάψευση – ο κόσμος σπάνια παίρνει την τροπή που κάποτε ελπίσαμε. Προσωπικά, όσο μεγαλώνω – και είμαι ακόμα πολύ νέος – αντιλαμβάνομαι αυτό που στο σχολείο μας μαθαίναν ως τη σοφία των παροιμιών, που τόσο όμορφα απαγγέλουν οι παππούδες. Είναι η επιγραμματική τους απλότητα. Συνοψίζουν εκατοντάδες βιβλίων, γεγονότων και παρατηρήσεων. Αντίστοιχο της παροιμίας στο σινεμά είναι μια δυνατή εικόνα, μια εικόνα που μπορεί να ιδωθεί ακόμα και έξω από την πλοκή, ως ομιλούσα φωτογραφία.

Η αριστερά του 20ου αιώνα θέλησε να διατυπώσει τι ήταν δέον να γίνει. Ο χρόνος που κύλισε φάνηκε να τη σκεπάζει με σκόνη. Πλέον οι άνθρωποι και οι κοινωνίες της ευμάρειας, δε νοιάζονται για τις μεγάλες Αφηγήσεις. Αναζητούν προσωπικά καταφύγια, όπου ο καθένας ελπίζει πως ερχόμενος ως άτομο θα μπορέσει να χωρέσει, να χωθεί μέσα από τις τρύπες στα σανίδια και να ασφαλιστεί.

Στον αιώνα που πέρασε, ήταν αλλιώς. Κάποιοι άνθρωποι βρέθηκαν ακριβώς στο επίκεντρο των μεγάλων ιστορικών γεγονότων με αποτέλεσμα στις φλέβες τους μαζί με το αίμα να τρέχει και Ιστορία. Η ταινία έχει δύο θανάτους και ταυτόχρονα δύο επιζώντες. Οι πρώτοι είναι επειδή το «Τέλος της Ιστορίας» που διακυρήχθηκε τόσο εκωφαντικά, δεν μπορεί παρά να σταματήσει την καρδιά τους. Οι δεύτεροι επιζούν γιατί εκεί που τελειώνει η Ιστορία, ακριβώς εκεί ξαναρχίζει.

Είθισται τα ονόματα να περνούν από τη μια γενιά στη μεθεπόμενη, οι παππούδες να συνεχίζονται στα εγγόνια. Η Ελένη του «Λιβαδιού που Δακρύζει», η Ελένη του 20ου αιώνα γέρασε. Μα στην αυγή του 21ου στέκεται η εγγονή της. Είναι έργο άλλων σκηνοθετών να μας μιλήσουν για αυτήν. Ο Αγγελόπουλος μας την παραδίδει, λέγοντας μας ποια ήταν η μήτρα που για έναν αιώνα την κυοφόρησε.

Το φιλμ δεν είναι σχηματικό, όπως το κατηγόρησαν. Θέτει τα σημεία για να τραβήξουμε τις γραμμές και να αναδυθεί η εικόνα. Μια σπουδαία ταινία.

***


τρία χρόνια έχουν περάσει από την προβολή της
ταινίας και το κείμενο αυτό, και οι άνεμοι της
Ιστορίας έχουν τινάξει για τα καλά την όποια
σκόνη επικάθησε. Τα σανίδια στα μικρά μας
καταφύγια τρίζουν κάθε βράδυ όλο και πιο
απειλητικά. Ο γέρος καλλιτέχνης μίλησε - αυτό
ήταν το χρέος του, τώρα μπορεί να ξεκουραστεί.

Ο χρόνος βαραίνει το μεμονωμένο άνθρωπο, όχι
όμως τον Κόσμο Μας. Για όσους ανήκουμε στον
εικοστό πρώτο αιώνα, έρχεται πλέον η ώρα από τα
λόγια να περάσουμε στην πράξη. Δεν υπάρχει άλλο
σκόνη. Μόνο η ανάγκη να γυαλίσουμε και να
υπερασπιστούμε εκ νέου το όραμα, βγαίνοντας
επιτέλους από τα αστεία και ευτελή
καταφύγιά μας.




Αξιολόγηση: * * * * * (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 19/2/2009

2 σχόλια:

  1. Καλησπέρα.

    Πολύ ενδιαφέρον το ιστολόγιό σας, με σπανιες και προσεγμενες επιλογές.

    Δεν θα ελεγα οτι ειναι ο καλυτερος Αγγελοπουλος αυτη η ταινια. Αλλά ο τρόπος που οραματιζεται και συλλαμβανει τα πραγματα, τον χρόνο και τις κινήσεις τους είναι αυθεντικός (οσο και αν επηρρεασε μαλλον αρνητικα αρκετους κινηματογραφιστες που θελησαν να μιμηθουν τα δηθεν κουλτουριαρικα αργα πλανα).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σας ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σας και τα καλά σας λόγια!

    Θα συμφωνήσω μαζί σας πως κρίνοντας την ταινία με τα μέτρα και τα σταθμά που έχει καθορίσει ο ίδιος ο σκηνοθέτης με το υπόλοιπο έργο του, η "Σκόνη του Χρόνου" δεν ανήκει στις καλύτερες ταινίες του, έχει συγκεκριμένες αδυναμίες και σίγουρα είναι εμφανές πως η "σκόνη του χρόνου" έχει επικαθήσει και στα δικά του εκφραστικά μέσα.

    Κατά μία έννοια, είναι ξεπερασμένος, υπάρχει μια μανιέρα η οποία επαναλαμβάνεται στο σινεμά του και η οποία "μυρίζει" πλέον φορμαλισμό και σχηματικότητα - όπως κατηγορήθηκε άλλωστε.

    Ωστόσο, θεωρώ πως ακριβώς αυτά τα στοιχεία του προσφέρουν αυτή την τόσο σπάνια σήμερα ποιότητα της Αυθεντικότητας.

    Εκεί που πολλοί κριτικοί θα τον κατηγορήσουν για εμμονή, εγώ θαυμάζω την επιμονή του. Ότι διατηρεί μια σταθερότητα σε έναν κόσμο που αρνείται να μείνει σταθερός και όπου οι περισσότεροι απλώς παρακολουθούν και αφήνονται άβουλα στις τάσεις του.

    Έτσι, αν έπρεπε να κρίνω την ταινία μόνο ως ταινία καθ' αυτή (αν και θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει και δεν πρέπει να γίνεται - τίποτα δεν μπορεί να κοιταχθεί σε βάθος αν το κοιτάξουμε αποπλαισιωμένα), θα τη βαθμολογούσα με λιγότερο από άριστα.

    Όμως, οι ταινίες του Αγγελόπουλου(όπως ας πούμε και του Κεν Λόουτς) είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλές ταινίες. Είναι statements σε δύσκολους καιρούς, έχουν μεγάλο διανοητικό ή συναισθηματικό βάρος, και αυτό έχει συχνά μεγαλύτερη αξία από το παιχνίδι των λεπτομερειών.

    Επιπλέον, έχω ως περίπου αρχή, σκηνοθέτες τέτοιας σημασίας να τους προσεγγίζω πάντα ευνοϊκά διακείμενος. Θαυμάζω και σέβομαι το όραμα και την προσπάθειά τους και "θυμώνω" που η πλειοψηφία της κριτικής πολύ εύκολα (και μάλλον ηδονικά) απολαμβάνει να τους καταβαραθρώνει στο πρώτο "στραβοπάτημά" τους.

    Η κριτική κινηματογράφου, τουλάχιστον στη χώρα μας, είθισται να μαστίζεται από ημιμάθεια (και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου και τις όποιες κριτικές μου προσπάθειες) και από μια αποθέωση της "κοινής γνώμης και αίσθησης", η οποία εκφράζεται με γελοίους - κατά τη γνώμη μου - χαρακτηρισμούς του στυλ "βαρέθηκα" , "ε σιγά, μας τα παν κι άλλοι", "βρωμάει φορμόλη" κτλ.

    Θεωρώ πως τέτοιες ταινίες αποτελούν ένα ολόκληρο και αυτόνομο σύμπαν σκέψης, συμβολισμών, προσπάθειας κτλ, που δεν μπορούμε να τα κρίνουμε ξεπετώντας ένα κείμενο μέσα σε 10 λεπτά.
    Αν θέλουμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, πιστεύω πως χρειάζεται μια ολόκληρη διαδικασία εκ μέρους μας, ξεκλειδώματος αυτού του σύμπαντος.

    Σας ευχαριστώ και πάλι για το σχόλιό σας

    Δημήτρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή