Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

ΜΙΚΡΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ" ΤΗΣ ΤΩΝΙΑΣ ΜΑΡΚΕΤΑΚΗ

1.

Είμαι εγώ που γράφω τώρα; Είναι τα χέρια μου αυτά που πατούν τα πλήκτρα; Τα χάδια που δίνουν ανήκουν σε μένα; Τα λόγια που λέω είναι δικά μου; Ποιος είμαι εγώ που ζω στο 2009; Θα ήμουν κάποιος άλλος αν ζούσα το 1905; Θα ήμουν η γιαγιά μου; Θα ‘νιωθα ίσως τα συναισθήματά της ή πάλι τα δικά μου σε παραλλαγές;

Τι είναι αυτά που κουδουνίζουν μες την τσέπη μου; Α, είναι λίγα ευρώ. Πιο πριν θα ήταν δραχμές. Και πιο πριν κατοχικά εκατομμύρια ή λίρες χωμένες στη γη μην τις πάρουν οι Τούρκοι. Τα χρήματα αυτά είναι που με ριζώνουν εδώ που είμαι. Μιλούν για τις σχέσεις μου με την εργασία και τις σχέσεις μου με τους άλλους ανθρώπους – τη διασκέδαση, την οικογένεια, τη διαχείριση του χρόνου, δηλαδή για τη ζωή μου.

Ό,τι κουδουνίζει στην τσέπη μου, θυμίζει τον ήχο που γυρνά ο κόσμος. Αν είχα λίγα ακόμα θα μπορούσα να αγόραζα μια αρχαία εταίρα ή ένα χανουμάκι. Θα μπορούσα να πάω μια βόλτα απ’ το μπορντέλο, να αγοράσω λίγη αγάπη.

Και αν είχα περισσότερα, χάντρες και καθρεφτάκια, θα μπορούσα να αγόραζα μια χώρα απ’ τους κατοίκους της ή να έχτιζα εργοστάσιο στο Lancashire στην αυγή της βιομηχανικής επανάστασης.

Ποιος είμαι εγώ, τι καθορίζω και τι με καθορίζει; Δεν είναι ένας θεός εκεί ψηλά αλλά πολλά μικρά νήματα εδώ κάτω. Κάθε γενιά, κάθε αιώνας κόβει μερικά – και πλέκει τα δικά του. Και κάθε άνθρωπος της εποχής του δένεται σα Γκιούλιβερ και κουνά χέρια και πόδια σα φασουλής. Και μόνο όταν ο κόσμος μας κλονίζεται, τότε ίσως μπορεί κάποιος να ξεφύγει.

Είμαστε και δεν είμαστε εμείς. Και δε ζούμε όλοι στον ίδιο κόσμο, την ίδια αυτή στιγμή. Για το λόγο αυτό και η Ιστορία όταν θέλει να είναι ακριβής χρησιμοποιεί έναν προσδιορισμό και γίνεται Κοινωνική Ιστορία. Δε μιλά μόνο για γεγονότα και ανθρώπους, αλλά για τα νήματα, τις κοινωνικές συνθήκες που μας καθορίζουν. Έτσι η Ιστορία παύει να είναι μία και γίνεται η διήγηση των διαφορετικών κοινωνικών χρόνων.


2.

Το μέρος που λέγεται Ελλάδα, είναι ένα μέρος που ο κοινωνικός χρόνος εδώ και αιώνες αργεί.

Η «Τιμή της Αγάπης» διαδραματίζεται κατά την πρώτη δεκαετία του 1900. Η Ελλάδα αποτελεί κάτι σαν κράτος λίγες μόνο δεκαετίες. Αν το έθνος-κράτος έχει ήδη αναδυθεί από αιώνες στη κεντρική Ευρώπη εγκαινιάζοντας τη μοντέρνα εποχή, η Ελλάδα παραμένει εν πολλοίς βυθισμένη στην παραδοσιακότητα. Την ίδια στιγμή που στα σκεπασμένα με αιθαλομίχλη βιομηχανικά κέντρα της Δύσης οι κοινωνίες εξορθολογίζονται, οι επαρχίες της Ελλάδας μιλούν τις ντοπιολαλιές τους και λογής λογής κοτζαμπάσηδες και προύχοντες κόβουν και ράβουν.

Η νεωτερικότητα είναι μια άνιση μοίρα. Η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία κοιμηθήκαν μια νύχτα στον παραδοσιακό κόσμο και ξυπνήσαν την επόμενη στο νεώτερο. Σε ένα νέο θαυμαστό και αποτρόπαιο κόσμο όπου οι υπόλοιπες χώρες μπορούσαν να είναι μόνο αποικίες ή στην καλύτερη περίπτωση περιφερειακές, εξαρτώμενες χώρες.

Η Ελλάδα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Έχει έναν ξένο βασιλιά, αυλοκόλακες και βουλευτές που παζαρεύουν ψήφους με τους τοπικούς τους κομματάρχες. Στη σχιζοφρένεια του μεγαλοϊδεατισμού διεξάγει πολέμους τους οποίους χάνει και έπειτα βρίσκεται ακόμα βαθύτερα εξαρτημένη από τους ξένους.

Η «Τιμή της Αγάπης» εξελίσσεται στην Κέρκυρα, στην τοπική της κοινωνία που αποτελεί μικρογραφία της Ελλάδας. Μόλις έχει χαθεί ο πόλεμος του 1903 και ο Τρικούπης έχει κηρύξει τη χρεωκοπία της χώρας που τίθεται υπό διεθνή οικονομική επιτήρηση.

Ο κόσμος αρχίζει να μεταναστεύει ενώ οι καμινάδες των πρώτων εργοστασίων αρχίζουν να καπνίζουν. Είναι μια χώρα που καταρρέει και που το σώμα της κλυδωνίζεται καθώς ετοιμάζεται να διασκελίσει προς την επόμενη φάση της κοινωνικής της ιστορίας, από την τοπικότητα και τον ύστερο φεουδαλισμό, στο εθνικό κράτος και τον καπιταλισμό.

Το φιλμ θα παρακολουθήσει τη μοίρα μερικών ανθρώπων καθώς η παράδοση συγκρούεται με το μοντέρνο και καθώς αυτό που κουδουνίζει στις τσέπες μας αλλάζει τον κόσμο.


3.

Σε ένα φτωχό παραλιακό προάστιο της Κέρκυρας ζει η σιόρα Επιστήμη. Έχει τέσσερα παιδιά από τα οποία τα τρία είναι κόρες. Αυτό θα πει έξοδα καθώς η κόρη που φθάνει σε ηλικία γάμου χρειάζεται προικιά. Ο άντρας της είναι ένας αγαθός γέρος, μεθύστακας. Έτσι αυτή μονάχη προσπαθεί να τα φέρει βόλτα. Δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ στο εργοστάσιο. Και έπειτα φέρνει καλάμια στο σπίτι να τα πλέξει καλάθια η μεγάλη κόρη. Κάθε μέρα μετρά τα λεφτά. Πρέπει να μαζέψει παράδες – είναι το ριζικό των φτωχών άμα θέλουν να παντρέψουν τα παιδιά τους.

Οι πρώτοι, εναρκτήριοι διάλογοι της ταινίας αναφέρονται στα χρήματα. «Πόσο πήρες τις μελιτζάνες; - 2 δραχμές» «3 καλάθια από 4 δραχμές και άλλο ένα το όλον 16».

Το μεγαλύτερο άλλωστε μέρος των διαλόγων της ταινίας θα αφορά τα χρήματα, τον υπολογισμό. Το μοντέρνο είναι το εγχρήματο. Αν η παράδοση προτάσσει το δώρο, την ανταλλαγή και την κοινή χρήση, το μοντέρνο αφορά τον επακριβή προσδιορισμό του κέρδους.

Κάποια στιγμή από το σπίτι θα περάσει ο Ανδρέας ο Ξης. Γόνος καλής οικογενείας που όμως πλέον έχει πάρει την κάτω βόλτα. Το αρχοντικό τους είναι χρεωμένο και ο Ανδρέας - κομματάρχης για τον υπουργό της Κέρκυρας - κάνοντας λαθρεμπόριο, όσο ο δικός του είναι μέσα στα πράγματα, ελπίζει να ξεχρεώσει. Η Ελλάδα έχει κάτι σαν κοινοβούλιο με βουλευτές κάτι σαν μπακάληδες. Και η οικογένεια των Ξήδων αποτελεί μέρος των μεσαίων αυτών στρωμάτων που ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός μιας χώρας συμπιέζει προς τα κάτω.

Θα μιλήσει με τη σιόρα Επιστήμη για δουλειές. «Πρέπει να βγάλω και ‘γω το μερτικό μου, τόσες οκάδες επί τόσο μας κάνουν» «Μου δίνεις 80 τάλαρα και σου δίνω τόκο 20».

Σε ένα υπέροχο πλάνο, μέσα από τον καθρέφτη, φαίνεται η Ρηνιώ – η μεγάλη κόρη – να φτιάχνει τα όμορφα μαλλιά της και να ρίχνει κλεφτές ματιές στον γοητευτικό Ανδρέα. Για λίγες στιγμές δεν ακούμε το Λόγο της Οικονομίας μα την υπέροχη μουσική της Καραΐνδρου καθώς παίζεται το παιχνίδι των βλεμμάτων και ακούγεται σιωπηλός ο Λόγος του Έρωτα. Και έπειτα απότομα ξαναγυρίζουν οι κουβέντες για τα τάλαρα.

Το βράδυ στο καπηλειό ο Ανδρέας θα πει στο θείο του για τη Ρηνιώ που του αρέσει και η κουβέντα θα πάει στο αν και τι προίκα έχει. Ο Ανδρέας δεν κάνει να ζητήσει κάτω από 600 τάλαρα, τόσα είναι χρεωμένα το σπίτι. Οι κουβέντες χαμηλώνουν όταν ένας κανταδόρος πιάνει το τραγούδι. Το καπηλειό είναι το προπύργιο της παράδοσης. Εκεί όλοι πιάνουν το ίδιο τραγούδι, εκεί οι γέροι μιλούν με τη σοφία της ηλικίας, εκεί εξυφαίνει τους δεσμούς του ο φτωχός μαχαλάς.

Το άλλο προπύργιο είναι οι παρέες των γυναικών που φορώντας τα μαντήλια τους κουτσομπολεύουν τις Κυριακές δίπλα στη θάλασσα. «Αυτή πότε θα παντρέψει την κόρη της;» «Αχ δεν είναι χριστιανικά πράγματα αυτά».

Η παράδοση είναι δυο πράγματα ταυτόχρονα. Γλυκιά και ασφυκτική. Και τα κουτσομπολιά γεμάτα πληροφορίες. «Επιστήμη, τρέξε στο σπίτι σου, το μαγαρίζουν» θα πουν στην Επιστήμη ένα ανύποπτο απόγευμα. Και αυτή θα τρέξει για να δει τον Ανδρέα να χει διαβεί το κατώφλι και να κοιτιέται με τη Ρηνιώ.

Η παράδοση ξέρει να δένει την κοινότητα με άρρηκτους δεσμούς μα για να το κάνει αυτό πρέπει να καθορίζει και τα μαύρα πρόβατά της. «Ποιος θα την πάρει τώρα μπρε έτσι που την κατήντησες;»

Και με αυτό τον τρόπο αρχίζει η συζήτηση για το στεφάνωμα. Ο Ανδρέας θα δηλώσει πως την αγαπά και έτσι θα αρχίσει η συζήτηση για την προίκα. Η σιόρα Επιστήμη δίνει 300 τάλαρα για να μην αδικήσει τα άλλα της παιδιά, ο Ανδρέας θέλει 600. Οι διαπραγματεύσεις δεν ευδοκιμούν και ο Ανδρέας εξαφανίζεται.

Για να εμφανιστεί μήνες μετά όταν μάθει πως η Ρηνιώ είναι να παντρευτεί άλλον. Αυτή ακόμα τον αγαπά – και έτσι θα κλεφτούνε. Θα την πάρει σπίτι του και θα την κάνει γυναίκα. Τα γεγονότα είναι πλέον τετελεσμένα. Η σπιλωμένη Ρηνιώ δε μπορεί να βρει άλλον άντρα. Η Επιστήμη διαμηνύει πως δε δίνει πάνω από 300 ενώ ο Ανδρέας δηλώνει πως δε θέλει τίποτα και χαϊδολογώντας τη Ρηνιώ της ζητά λίγη υπομονή, να παν λίγο καλύτερα τα πράγματα για να στεφανωθούν.

Τα πράγματα όμως θα παν χειρότερα. Η κυβέρνηση αλλάζει, ο υπουργός δεν είναι πλέον δικός τους. Ένα βράδυ η χωροφυλακή θα κατάσχει το πλοίο με το οποίο κάνει το λαθρεμπόριο.

Ο Ανδρέας αλλάζει. Φέρεται άσχημα στη Ρηνιώ και για γάμο ούτε κουβέντα. Όμως ο γάμος πρέπει να γίνει, η Ρηνιώ είναι έγγυος. Η σιόρα Επιστήμη αυτή τη φορά δίνει 600 τάλαρα, να σωθεί το υποθηκευμένο σπίτι. Όμως ο Ανδρέας θέλει τώρα 1000. 600 το σπίτι, 400 το καράβι μα πώς να τα δώσει η Επιστήμη όταν 1000 είναι όλα και όλα; Ο Ανδρέας παρατά την κόρη της και ετοιμάζεται να πάρει μια νύφη που δίνει τα υπέρδιπλα...

Το δράμα κορυφώνεται. Ένα πρωί στην αγορά η Επιστήμη με ένα μαχαίρι πληγώνει επιπόλαια στο μπράτσο τον Ανδρέα. Και καθώς τη σέρνουν οι χωροφύλακες του πετά το κλειδί από το κασελάκι. «Πάρ’ τα όλα αλλά παντρέψου την».

Ο Ανδρέας δένει το μπράτσο του, φορά το χαμόγελό του και τραβά στης Ρηνιώς για να της αναγγείλει πως επιτέλους τα βάσανά τους έληξαν και πως την Κυριακή θα τη στεφανωθεί. Για να βρει μια Ρηνιώ που δεν τον αγαπά πια, έτσι που πουλά και αγοράζει την αγάπη, μια Ρηνιώ αποφασισμένη να κατέβει στην Αθήνα όπου δεν την ξέρει κανείς, να δουλέψει σε εργοστάσιο, να τη ζήσουν τα χέρια της, αυτή και το παιδί που θα γεννήσει.

Τρεκλίζοντας ο Ανδρέας θα σταθεί στο κατώφλι και μπροστά στη γειτονιά θα καταραστεί τα αναθεματισμένα τάλαρα.


4.

Αυτή είναι η «Τιμή της Αγάπης», η βασισμένη στην «Τιμή και το Χρήμα», τη νουβέλα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, ενός από τους πρώτους συγγραφείς που εισήγαγαν τις σοσιαλιστικές ιδέες στην Ελλάδα.

Η παράδοση έχει την τιμή, η νεωτερικότητα έχει το χρήμα. Το χρήμα, αυτή τη νοητική αφαίρεση και σύμβαση, που συμπυκνώνει την εκμεταλλευτική και άδικη ρίζα των ανθρώπινων κοινωνιών. Στην παράδοση η ρίζα αυτή λειαίνεται κάπως, κρύβεται μες σε περίτεχνα έθιμα. Ο καπιταλισμός επιφέρει την απομυστικοποίηση της και φανερώνει την απόλυτη σκληρότητα και αλλοτριωτική της δύναμη.

Αλλοτριώνει τον άνθρωπο από τον ίδιο τον εαυτό του και από το είδος του. Διαρρηγνύει κοινωνικούς σχηματισμούς που άντεχαν αιώνες και δημιουργεί τις νέες ταξικές συνθήκες.

Στην ταινία ποτέ δεν καταλαβαίνουμε πότε ο Ανδρέας κινείται από έρωτα και πότε από συμφέρον. Το ερωτικό δράμα της Ρηνιώς αποτελεί σύμβολο των δεινών που πρόκειται να ζήσει ο φτωχομαχαλάς τις μέρες που μέλει να ‘ρθούνε. Η Ρηνιώ κάτω στην Αθήνα θα γίνει εργάτρια, θα οξύνει τη συνείδησή της. Και ο Ανδρέας που αρνείται να ξενοδουλέψει γιατί ποτέ δεν το έκανε αυτό το σόι του,
θα προλεταριοποιηθεί ερήμην.

Ευφυέστατα η Μαρκετάκη δημιούργησε μια κοινωνική ταινία έχοντας ως πυρήνα μια συγκλονιστική μελοδραματική, προσωπική ιστορία. Αρκετές φορές επαναλαμβάνεται ένα ακίνητο πλάνο που δείχνει την αυλή του εργοστασίου. Άδεια αυλή και ερήμωση, αυλή που παίζουν τα παιδιά, αυλή που γεμίζει με ανθρώπους στο σχόλασμα. Είναι ο τόπος που θα λαμβάνει πλέον χώρα η καινούρια ζωή.

Τα πολιτικά εισέρχονται πλαγίως στην ταινία. Ένα νέο στην εφημερίδα, μια κουβέντα στο καπηλειό, ένας σοσιαλιστής ρήτορας που τον κυνηγούν. Και όμως αυτές οι αχνές ειδήσεις που έρχονται από τον έξω κόσμο στην κλειστή κοινωνία της Κέρκυρας είναι ικανές να δημιουργήσουν ένα ζοφερό κλίμα στο οποίο οι άνθρωποι άγονται και φέρονται καθώς προβάρουν τους νέους κοινωνικούς ρόλους που
επιτάσσουν
οι αναδυόμενες
κοινωνικές συνθήκες στη χώρα.

Όσο προχωρά η ταινία η διχοτόμος βαθαίνει.
Στα τελευταία πλάνα, στους κεντρικούς δρόμους το σούρουπο περπατούν οι αστές με τα καπελίνα και τα ομπρελίνα τους και δίπλα τους οι εργάτριες που γυρνούν σπίτι. Δυο κόσμοι που δεν ανταλλάσσουν ούτε ένα βλέμμα μεταξύ τους ενώ η μουσική με τα κρεσέντο και ντεκρεσέντο της καθιστά σχεδόν ορατή την ένταση που υφέρπει.

Ένα δεύτερο μοτίβο της ταινίας είναι τα παιδάκια. Κάθε λίγα πλάνα θα δούμε ένα λουστράκο, το παιδί που δουλεύει στο καπηλειό, το παιδί ως αγγελιοφόρος για τους ενήλικες, ένα παιδί ντυμένο ναυτάκι από τη πλούσια μαμά του. Σπάνια μιλάνε. Πιο πολύ κοιτάνε με απορία των κόσμο των μεγάλων. Όταν αυτά μεγαλώσουν πρόκειται να παίξουν στο δράμα της ελληνικής δεκαετίας του ’40.

Τέλος, υπάρχει και ένας ακόμα άξονας του έργου. Αν η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Μαρκετάκη «Ιωάννης ο Βίαιος» έθετε για πρώτη φορά το ζήτημα της σεξουαλικότητας στην ανυποψίαστη ελληνική κοινωνία του ‘60, η «Τιμή της Αγάπης» μιλά για το φεμινισμό και τη βαθιά πατριαρχική ελληνική κοινωνία. (Ενδεικτικά είναι τα πλάνα με τη δεύτερη κόρη να κάθεται σιωπηλή στη θέση που άφησε η Ρηνιώ και να πλέκει καλάθια για τη δική της προίκα ή το ξέφρενο τρέξιμο της Επιστήμης για να αποτρέψει το ξεπαρθένιασμα της κόρης της) Η Ρηνιώ χάρη στη μισθωτή εργασία που προσφέρει το εργοστάσιο και η νέα δομή της οικονομίας μπορεί να ξεφύγει από τα δεσμά της παράδοσης, όμως θα πρέπει να ενδυθεί νέα δεσμά, ίσως ακόμα χειρότερα.

Κλείνοντας το κείμενο αυτό, θα πρέπει οπωσδήποτε να γίνει μνεία και στην άψογη αισθητική της ταινίας με την αριστουργηματική φωτογραφία που παραπέμπει στον ιταλικό νεορεαλισμό, δημιουργώντας μια πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα αισθητική προσέγγιση αυτού που θεωρούμε «παραδοσιακή Ελλάδα». Λυτρώνει την ελληνική τέχνη από το φολκλορισμό των σχολικών εγχειριδίων, τη βουκολικότητα ή την καρτ ποσταλική αναπαράσταση που για δεκαετίες αποτελούσαν επίσημη καλλιτεχνική γραμμή της χώρας ποτίζοντας κάθε πλάνο με μια μεσογειακή γοτθικότητα. (Ενδεικτικό εδώ είναι το πλάνο του καρναβαλιού ή τα πλάνα με τους μουσικούς.)

Το 1984 και ενώ τη χώρα κυβερνά ο συγγραφέας του «Πατερναλιστικού Καπιταλισμού», η Τώνια Μαρκετάκη σκιαγραφεί τις ρίζες της ημιτελώς μοντέρνας Ελλάδας διηγούμενη την ιστορία μερικών ανθρώπων που οι συνθήκες κατεύθυναν τις ζωές τους. Ακριβώς 25 χρόνια μετά, οι τράπεζες χρεωκοπούν, η αγάπη συνεχίζει να φετιχοποιείται ως εμπόρευμα και μες τη γενικευμένη ατιμία οι κομματάρχες συνεχίζουν να κατεργάζονται λογής λογής προξενιά.


***

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο βιβλίο "50 Χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Οι Ταινίες που Αγαπήσαμε", επιμέλεια Δημοσθένης Ξιφιλίνος, εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη, 2009, σσ. 135-144

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου