Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΑ (BIR ZAMANLAR ANADOLU'DA / ONCE UPON A TIME IN ANATOLIA)

Σκηνοθεσία: Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν
Παίζουν: Μοχάμετ Ουζουνέρ, Γιλμάζ Ερντογάν, Τανέρ Μπισρέλ, Αχμέτ Μουμτάζ Ταϋλάν, Φυράτ Τανίς
Διάκεια
: 150’
2011


Μέσα στη κρύα νύχτα, στις ερημιές και τα μυστηριακά τοπία της Ανατολίας, μια κουστωδία ανθρώπων αναζητεί «εκείνο το φουντωτό δέντρο» που στις ρίζες του κείτεται ένα δολοφονημένο σώμα. Όμως η νύχτα έχει σκιές και θροΐσματα, στη λάμψη ενός κεραυνού ένας βράχος μοιάζει με σμιλεμένο πρόσωπο, στο φως του φεγγαριού ένα ξερό δέντρο μοιάζει με γέρο άνθρωπο, και ύστερα, στο μαύρο του σκοταδιού, το τοπίο παύει να είναι όραση και γίνεται αρμαθιά από ήχους.

Λόφοι και άλλοι λόφοι. Υποκίτρινα αργιλώδεις ή βαθιά πράσινοι από το χορταράκι. Στο φως των φακών και των προβολέων το τοπίο μοιάζει με πρόσωπο σκαμμένο, μια ρυτίδα εδώ ένα ποταμάκι εκεί σαν δάκρυα που κυλούν. Άγριο πρόσωπο, απρόσιτη Ανατολία, ο ψυχρός άνεμος παραδέρνει τα σπαρτά της σα να ήταν αχτένιστα μαλλιά. Πρόσωπο γεμάτο σημάδια: μια γέφυρα, μια απότομη πλαγιά, δέντρα φουντωτά και τόσο όμοια.

Η φύση κρύβει το σώμα από τους ανθρώπους στα βαθιά της εδάφη. Και αυτοί κάθε τόσο σταματούν να κάνουν ένα τσιγάρο. Ένας γιατρός, ένας αστυνομικός επιθεωρητής, ένας εισαγγελέας, ένας δολοφόνος. Σφίγγουν τα κασκόλ, ανοίγουν τα ματιά και άξαφνα βρίσκονται ριγμένοι στα φαινόμενα της ύπαρξης. Πριν καν προλάβουν να σκεφθούν, μια ριπή του ανέμου, ένας ήχος, μια οπτική αυταπάτη τους έχει κλειδώσει στη μαγγανεία του να-είσαι-στον-Κόσμο. Και τότε αρχίζουν να μιλούν – γιατί πάνω τους πέφτει βαριά η σκιά του θανάτου. Μιλούν με το λόγο τον καθημερινό: μια ιστορία, ένα ανέκδοτο – απόπειρες να κοινωνήσουν από το κοινό σύμπαν της συνύπαρξης που κάνει τη ζωή να φαίνεται οικεία. Σύντομα όμως ο διάλογος απορροφάται από εσωτερικούς μονολόγους. Ο θάνατος, το πιο βαρύ σημείο στίξης της βιογραφίας μας, επιτάσσει βαθύ αναλογισμό στο απώτερο παρελθόν και στο απώτατο μέλλον.

Πολύ βάρος για να το ανθέξει ένας άνθρωπος μία μόνο νύχτα. Το καραβάνι των ηρώων θα ψάξει καταφύγιο και ξεκούραση σε ένα χωριό που ερημώνει. Ο γέρος κοινοτάρχης θα τους φιλοξενήσει, θα τους ζητήσει βοήθεια και χρηματοδότηση ώστε να φτιάξει όμορφο νεκροστάσιο, να προλαβαίνουν οι ξενιτεμένοι γιοι και κόρες να προσκυνούν τους προγονούς τους. Η φύση φύλαξε το σώμα και η μικρή κοινότητα θέλει να το φροντίσει.

Είμαστε πλέον στα δυο τρίτα της ταινίας και ξεκινά ιστορία με νεράιδες. Στο φως των κεριών η πανέμορφη κόρη του, άσπιλη και σιωπηλή, σερβίρει το τσάι σε δικαίους και αδίκους. Αν για τον Χάιντεγκερ, ο άνθρωπος είναι τα εργαλεία του με τα οποία εκφράζει τις προθέσεις του στον κόσμο ή χτίζει μια καλύβα στην έρημη καρδιά του δάσους (ή και ξεθάβει ένα πτώμα), για τον Λεβινάς, ο άνθρωπος είναι το φλιτζάνι και το κουτάλι. Το καλωσόρισμα, η ζεστασιά, το άφημα στον άλλον. Τα βλέφαρα των ηρώων θα βαρύνουν, ο δολοφόνος θα ονειρευτεί τον νεκρό, έξω θα λυσσομανήσει η καταιγίδα.

…και τελικά θα φθάσει το πρωί. Η αυγή μαζί με το φως φέρνει μαζί της και τον «καθαρό Λόγο». Το σώμα θα βρεθεί και θα πάρει το δρόμο για την κωμόπολη, για το τραπέζι του ιατροδικαστή. Η φύση το φύλαξε, η κοινότητα το φρόντισε και τώρα η γραφειοκρατία θα το ανατέμει.

Θα πρέπει να συμπληρωθεί μια έκθεση. Το σώμα άνηκε σε άντρα. Το σώμα εκτιμάται στα τόσα με τόσα εκατοστά. Το σώμα εκτιμάται στα τόσα με τόσα κιλά. Το σώμα θα πρέπει να ανοιχθεί, να γίνει ένα σύννεφο από εκτιμήσεις και εικασίες.

Με το βάρος μιας άγρυπνης νύχτας, με το ονειρώδες φορτίο μιας γεμάτης μέρας που ξεκινά, ο γιατρός θα βαδίσει στο παράθυρο. Με το πρόσωπο γεμάτο από τα υγρά της κοιλίας και των φλεβών, με τα μάτια στυλωμένα, στιλβωμένα θα κοιτάξει στην αυλή του σχολείου τα παιδιά να παίζουν. Οι τίτλοι πέφτουν, ακούγονται οι φωνές των παιδιών, ακούγονται οι αντιστάσεις των ιστών στο ιατρικό μαχαίρι, η νεκροψία του νεκρού και οι όψεις του κόσμου θα συνεχίζονται επ΄ άπειρο.

Είδα την ταινία μια αντίστοιχα κρύα νύχτα, με τον αέρα να σφυρίζει στο παράθυρο, ως τις πρώτες πρωινές ώρες. Ήταν μαγευτική αυτή η νύχτα-κομψοτέχνημα, ανατολίτικο στολίδι του συνειδητού και του ασυνειδήτου. Από την οθόνη του μικρού υπολογιστή σταγόνα σταγόνα στάλαζε το βίωμα, έπεφτε στην παχιά φλοκάτη και ακουγόταν.



Αξιολόγηση: * * * * * (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 26/1/2012

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΥΣ ΓΑΤΟΥΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΙΑΣ (KASI AZ GORBEHAYE IRANI KHABAR NADAREH / NO ONE KNOWS ABOUT PERSIAN CATS)

Σκηνοθεσία: Μπαχμάν Γκομπαντί
Παίζουν: Νεγκάρ Σαγκαχί, Ασκάν Κοσανεχάντ, Χάμεντ Μπεχνταντ, Μπαχμάν Αρνταλάν

Διάρκεια: 106’

2009




Τη μια λέμε πως δε γνωρίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό και την άλλη καμωνόμαστε πως γνωρίζουμε τι συμβαίνει στα πέρατα του κόσμου.

Παραδείγματος χάριν, καμωνόμαστε πως γνωρίζουμε γιατί έκλαψαν οι Βορειοκορεάτες στην κηδεία του Κιμ Γιονγκ Ιλ (τους πλήρωσαν; τους περίμενε ο βούρδουλας;) ενώ την ίδια στιγμή μεμφόμαστε το καθεστώς γιατί δεν επέτρεπε καμία πληροφόρηση να φθάσει ως εμάς, ώστε να γνωρίζουμε.

Και ταυτόχρονα ξεχνούμε. Ξεχνούμε τα ποτάμια δακρύων που χύνονται για έναν αποθανόντα πάπα ή για κάποια λαίδη Νταϊάνα. Ξεχνούμε τα οικεία μας θεοκρατικά παραληρήματα ενάντια στις ηλεκτρονικές ταυτότητες του σατανά ή τις εθνικιστικές ακρότητες του 1991, όταν μαθητές του δημοτικού εμείς, μας στέλνανε επισήμως στα συλλαλητήρια για να φωνάξουμε «τσεκούρι και φωτιά / στα γυφτοσκοπιανά σκυλιά»

Ας το πάρουμε απόφαση. Δε γνωρίζουμε όλες τις χώρες του κόσμου – δεν έχουμε βρεθεί ούτε ένα δευτερόλεπτο εκεί, δεν ξέρουμε να προφέρουμε ούτε μια λέξη των γλωσσών τους. Η παγκόσμια πολιτική είναι αχανής όπως και το τοπίο των κρατών. Και είναι αποτελέσματα πολυπαραγοντικά: είναι οι επιταγές της Realpolitik, είναι οι πολιτισμικές ιδιοτυπίες, είναι τα διαφορετικά αγγίγματα της Ιστορίας.

Υπάρχουν βέβαια τα ερμηνευτικά σχήματα – προσωπικά προτιμώ να διαλέγω το ταξικό. Ωστόσο δε με διαφωτίζει εν προκειμένω, γιατί για το μοντέρνο Ιράν γνωρίζω ό,τι ξεφύλλισα μόλις σήμερα. Και θέλω να κινηθώ χωρίς στερεότυπα, η ειδησιογραφία των τελευταίων ημερών για μια επέμβαση που σχεδιάζεται εναντίον του, πληθαίνει – και ξέρουμε πλέον καλά πως όταν ακούς για δικαιώματα και ελευθερίες ή όταν ακούς πως κυβερνά ένας τρελός ηγέτης (θεέ μου, τι σύμπτωση, οι εχθροί μας πάντα αποδεικνύονται τρελοί), καλύτερα να περιμένεις βόμβες.

Νομίζουμε πως ξέρουμε λοιπόν, όμως εγώ με το συγκεκριμένο φιλμ έμαθα και είδα πως η Τεχεράνη είναι ολόιδια η Αθήνα και έχει πιο όμορφο μετρό. Και πως τους δρόμους της κυκλοφορούν παρόμοιες φυλές με εδώ: hipsters, κοσμοπολίτες με ντύσιμο ακριβό.

Το θέμα της ταινίας είναι η σχεδόν ντοκυμαντερίστική καταγραφή των προσπαθειών που καταβάλουν οι πάμπολλες νεανικές μπάντες της Τεχεράνης να καταξιωθούν και να αποφύγουν ταυτόχρονα την ασφυκτική θεοκρατική πολιτική για τα πολιτιστικά ζητήματα. Ωστόσο αν και οι προθέσεις του σκηνοθέτη είναι ευκρινείς και κεκαλυμμένα καταγγελτικές, η ταινία σε διάφορα σημεία εμφανίζει ρωγμές από όπου ξεπροβάλουν οι αντίρροπες τάσεις του περίπλοκου ιρανικού σύμπαντος.

Πολλά από τα συγκροτήματα δεν έχουν πολιτικούς στίχους, όχι επειδή δεν τους επιτρέπεται αλλά επειδή δε νιώθουν την ανάγκη. Κάποια παιδιά θέλουν να φύγουν στην Ευρώπη επειδή ασφυκτιούν μα άλλα δεν το διανοούνται καν. Η ηρωίδα, απελευθερωμένη κοπέλα, δεν αποχωρίζεται ποτέ της τη μαντίλα της (και αυτή είναι μια μεγάλη και εν πολλοίς άγνωστη σημειολογία για εμάς, το νόημα που φέρει η μαντίλα, ανάλογα με τη χώρα, την ηλικία και τη συνθήκη, νόημα που μπορεί να την μετατρέψει από φυλακή έως κόσμημα περίτεχνο). Η επαναστατικότητα των παράνομων πάρτυ που διεξάγουν οι νεαροί Ιρανοί εξαντλείται στο κοινό μαστούρωμα.

Και από την άλλη, οι στίχοι ενός χιπ χοπ κομματιού που ακούγεται θα μπορούσαν να έχουν γραφεί από τους Active Member. Άραγε εμείς εδώ στις καλές μας χώρες φαντασιωνόμαστε την καταπίεση ή αυτή είναι παρεμφερής στις μητροπόλεις του Παπαδήμου, του Ομπάμα και του Αχμαντινετζάντ;

Φυσικά και στο Ιράν υπάρχει η λογοκρισία (μα και στον ευαγγελικό νότο της Αμερικής καίνε τα βιβλία του Δαρβίνου). Φυσικά και υπάρχει η παράλογη «ηθική» αστυνομία (μα εδώ δε διαμαρτυρόμαστε που το κράτος δε διαπαιδαγωγεί ηθικά;) Οι προσπάθειες των παιδιών να τους ξεφύγουν άλλοτε είναι κωμικές και άλλοτε γεμάτες ένταση και κίνδυνο.

Αρωγός τους σε αυτές θα είναι ένας μεσάζων που όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει: διακινεί χολυγουντιανά dvd, διοργανώνει συναυλίες σε στάβλους και ταράτσες, διασφαλίζει παράνομα διαβατήρια και βίζες (το κοστολόγιο της παγκόσμιας γεωπολιτικής: διαβατήριο για Αφγανιστάν: 500$, για Ευρώπη: 11.000$, για Αμερική: 21.000 $).

Τον ερμηνεύει καταπληκτικά ο Hamed Behdad, σε ένα ρόλο που ενσαρκώνει όλες τις αντιφάσεις του ιρανικού συστήματος, ιδίως όταν καλείται να απολογηθεί μπροστά σε έναν αόρατο σε εμάς τους θεατές, ανακριτή. (οι «κλειστές» κοινωνίες έχουν τους μεσάζοντες, οι «ανοιχτές» έχουν τα golden boys…)

Όπως και να έχει, η ταινία με την υπέροχη φωτογραφία της αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα διατομή της ιρανικής κοινωνίας. Έχει τη φρεσκάδα αλλά και την αφέλεια των 3 ακόρντων του ακέραιου ροκ, που από τον Γούντι Γκάθρι έως τους MC5 ελπίσαμε πως θα άλλαζε τον κόσμο. Και που δεν τον άλλαξε, γαμώτο μα και ευτυχώς, γιατί ο κόσμος αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκος από αυτό.

Και είναι γεμάτη με πανέμορφα τραγούδια που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ειδών. Απηχεί το Buena Vista Social Club και κομίζει θησαυρούς αντίστοιχους με τα ethiopiques και τους Dengue Fever.

Αποτελεί μια εύγεστη εθνογραφική μπουκιά.

Και αποτέλεσε την αιτία μεγάλου καβγά μεταξύ του Γκομπαντί και του Κιαροστάμι για το κατά πόσο το Ιράν είναι ένα ιδανικό μέρος για σινεμά.

Γιατί όλα είναι πολιτική. Λίγο ή πολύ.



“…απόψε ένα άντρας
που φίλησε το χέρι του αφεντικού του
θα είναι ξύπνιος ως το πρωί…

…απόψε ένα παιδί
που κάπνισε το πρώτο του τσιγάρο
θα είναι ξύπνιο ως το πρωί…”


Mirza, «Emshab»




Αξιολόγηση: * * * (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 19/1/2012

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ (SHERLOCK HOLMES)


Σκηνοθεσία: Γκάι Ρίτσι
Παίζουν: Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, Τζουντ Λο, Ρέιτσελ Μακ Άνταμς, Μαρκ Στρονγκ, Έντι Μαρσάν
Διάρκεια: 128'
2009


[σημείωση: το κείμενο αναφέρεται στην ταινία που βγήκε
στους κινηματογράφους το 2009 και όχι στη φετινή]



Ο Σέρλοκ Χολμς ποτέ δεν υπήρξε απλώς και μόνο ένας ντετέκτιβ.

Ο Μισέλ Φουκώ θεωρούσε πως η λογοτεχνική του γέννηση σηματοδοτεί μια καίρια μεταστροφή στην αντίληψη του εγκλήματος, άλλη μια ένδειξη των μορφών που θα λάμβανε η εξουσία στη νεωτερικότητα.

Αν έως τότε το έγκλημα συνιστούσε ένα είδος προνομίου των φτωχών (να ληστεύουν τους φοροεισπράκτορες στη σκοτεινιά των δασών, να κλέβουν ατιμώρητοι κανένα πουγκί στη σκοτεινιά των παρισινών ή λονδρέζικων σοκακιών) ώστε να διατηρείται η ισορροπία με τα προνόμια των γαλαζοαίματων, οι ιστορίες του Σέρλοκ Χολμς αφαιρούν το έγκλημα από τον «όχλο» και το μετατρέπουν σε κομψό παιχνίδι της διάνοιας, έργο τέχνης μορφωμένων και αστών.

Σε κάθε ιστορία, δυο ιδιοφυΐες συγκρούονται για να υπερνικήσει αυτή του Χολμς. Κάθε φορά που η εξιχνίαση του εγκλήματος φαντάζει αδύνατη και οι τεχνικές του σκέτη μαγεία, ο Χολμς σα λάμπα του Διαφωτισμού ρίχνει το φως της επαγωγικής λογικής και το σκοτάδι γίνεται Εμπειρική Παρατήρηση και Επιστήμη.

Έτσι και στην ιστορία μας: ο λόρδος Μπλάκγουντ τρομοκρατεί το Λονδίνο ασκώντας τη μαύρη μαγεία και θυσιάζοντας νεαρές κόρες. Κάποια στιγμή θα συλληφθεί, θα κρεμαστεί και θαυμαστά θα αναστηθεί! Ένας νέος γύρος τρόμου θα αγκαλιάσει την πανικόβλητη πόλη. Ιεροκήρυκες μιλούν για το τέλος του κόσμου, το κοινοβούλιο παρακολουθεί ανήσυχο ενώ στις μασονικές στοές της πόλης συμβαίνουν «πράγματα και θάματα», «σημεία και τέρατα».

Ο Χολμς θα προσπαθήσει να μετατρέψει τη μαύρη μαγεία σε χημικές ενώσεις και γεωμετρικούς προσδιορισμούς. Ταυτόχρονα όμως, θα ανασαλεύει η σκοτεινή του πλευρά. Εμμονές, εξαρτήσεις, αντικοινωνικότητα καθώς η μοιραία γυναίκα της ζωής του μπαινοβγαίνει διπρόσωπα στην ιστορία και ο πιστός του σύντροφος Γουότσον ετοιμάζεται να παντρευτεί και να τον εγκαταλείψει.

Ο Γκάι Ρίτσι ρίχνει την περσόνα του Χολμς στις λάσπες των δρόμων όπως άλλωστε ήταν και η πρώτη σύλληψή της από τον Κόναν Ντόυλ, ενώ οι Ντάουνι Τζούνιορ και Τζουντ Λο δένουν ιδανικά. Σκέτη απόλαυση η ταινία, ένα «Snatch» και «2 Καπνισμένες Κάνες» μεταφερμένες σε ένα εξόχως ατμοσφαιρικό, βικτωριανό, αμφίσημα νεωτερικό Λονδίνο.




Αξιολόγηση: * * * (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 21/1/2010

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

ΠΟΡΕΥΣΟΥ ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ ΤΖΑΜΙΛ (MA SALAMA JAMIL)

Σκηνοθεσία: Ομάρ Σαργκάουι
Παίζουν: Ελίας Σαμίρ Αλ-Σομπέχι, Χαλίντ Αλσουμπέχι, Νεχμέντο Ιμπραήμ, Νταρ Σαλίμ
Διάρκεια: 90'
2008



…και ο Αλλάχ, ο Θεός, ο Γιαχβέ πήραν πηλό και φύσηξαν μέσα του τη δική τους πνοή, την άπειρη, την πανάγαθη και έτσι έγινε ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, ο Άνταμα, ο πρώτος γεννήτορας των δισεκατομμυρίων απογόνων. Και λίγο μετά, τα πρώτα του παιδιά σφαχτήκαν.

Ή αλλιώς, σε άλλο κλειδί και άλλο πεντάγραμμο, γράφει ο Ζαν Ζακ Ρουσώ για μια περίοδο προ του ανθρώπινου πολιτισμού όπου οι άνθρωποι τρέχαν από δω και από κει σαν τα υπόλοιπα ζώα, αμόλυντοι, ευγενείς άγριοι. Το μόνο που νιώθαν ήταν la pitié, οίκτο για τους συνανθρώπους, όπως τα ζώα που όταν συναντούν νεκρό του ίδιου είδους κοντοστέκονται δίπλα και αλυχτούν.

Και λίγο μετά, αναπτύχθηκε ο Λόγος. Άνθισε η ζήλια και ο εγωισμός. Και κάποιος έξυπνος περίφραξε ένα χωράφι απ’ τη γη που ανήκε σε όλους και είπε «είναι δικό μου!» και βρήκε αρκετά χαζούς να τον πιστέψουν. Και έτσι άρχισε η Ιστορία, άρχισε ο πολιτισμός και μαζί του η έριδα.

Στη μοντέρνα Κοπεγχάγη ζει ασφυκτικά κλειστή η αραβική κοινότητα. Μετανάστες, αποδιωγμένοι, Ιρακινοί, Αιγύπτιοι, Ιρανοί, Λίβυοι, σουνίτες, σηίτες. Η Δύση τους φοβάται. Και αυτοί φοβούνται τη Δύση. Προαιώνιες έχθρες τους στοιχειώνουν και όπως τα κράτη τους και οι ηγεσίες τους συγκρούονται, έτσι συγκρούονται και αυτοί ως άτομα, οικογένειες, φατρίες.

Ο Τζαμίλ κάποιον σκότωσε. Γιατί αυτός είχε σκοτώσει τη μητέρα του. Και τώρα ο Μαχμούτ, ο πατέρας του νεκρού, θέλει το κεφάλι του Τζαμίλ. Και ο Τζαμίλ τρέχει να κρυφτεί. Και οι μπράβοι του Μαχμούτ σκοτώνουν τον Ομάρ, το φίλο του Τζαμίλ. Και τώρα ο Τζαμίλ πρέπει να εκδικηθεί τα ορφανά και τη χήρα του Ομάρ. Και η βία όλο και εξαπλώνεται, αγγίζει τους γονείς, αγγίζει τα ξαδέρφια, αγγίζει τα παιδιά. Κυλά σα μόλυνση σε όσους φέρουν το «ίδιο» αίμα, απειλεί όσους λατρεύουν ίδιους θεούς με μια μικρή παραλλαγή.

Κάποια στιγμή οι ήρωες κοντοστέκονται. Κάποιος λυγίζει μπροστά σε ένα τρομαγμένο παιδί ή σε έναν γέρο που εκλιπαρεί. Νιώθει οίκτο, όμως το pitié το ξεπερνά η βία που έχει απελευθερωθεί και είναι ανεξέλεγκτη. Σχεδόν από μόνο του γίνεται το νέο φονικό και ο κύκλος όλο και ανοίγει.

Σε μία ώρα και είκοσι λεπτά η ταινία μας δίνει συνεχείς γροθιές στην καρδιά και το στομάχι. Είναι μια συμπυκνωμένη και λακωνική αναλογία του τι συμβαίνει για αιώνες στη Μέση Ανατολή. Ανατέμνει τη λογική της βίας χωρίς ούτε μια μεγάλη κουβέντα. Αναδεικνύει τις διαρκείς αντιφάσεις κάθε σταυροφορίας, το παράλογο κάθε προσπάθειας για καθαρότητα.

Και ενδιάμεσα, για λίγες στιγμές τη φορά, επέρχεται η γαλήνη. Μας δείχνει όπως δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε την αραβική ευγένεια, τη στοργή και το σεβασμό των οικογενειών, το ζεστό τσάι στα ποτήρια, τα αραβουργήματα στους τοίχους, τα γλυκά λόγια. Και έπειτα, η βία ξαναχτυπά την πόρτα των ανυποψίαστων νοικοκυριών.

Ας μη χαιρόμαστε. Τα ίδια κάνουμε στη Δύση. Πλέον πιο κομψά και πιο έμμεσα, εμείς ούτε καν διακινδυνεύουμε το κεφάλι μας. Λέμε απλώς «Είναι δικό μου» εννοώντας ας «πεθάνει ο όποιος Άλλος».

Αργά καταλαβαίνουμε πως το φιλμ διαδραματίζεται στην Κοπεγχάγη. Θα μπορούσε να συμβαίνει οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Μας πλημμυρίζει το αίμα και έπειτα πέφτουν οι τίτλοι του τέλους.

Με μια φράση από το τόσο παρεξηγημένο Κοράνι. Όποιος σκοτώνει άνθρωπο, είναι σα να σκοτώνει την ανθρωπότητα.






Αξιολόγηση: * * * * * (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 15/10/2009