Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΣΤΕΜΜΑΤΟΣ: Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (GAME OF THRONES: THE FIRST SEASON) )

Δημιουργοί: Ντέιβιντ Μπενιόφ, Ντι Μπι Γουάιζ
Παίζουν: Σον Μπιν, Λένα Χέντεϊ, Πίτερ Ντίνκλατζ, Ίεν Γκλεν, Μέϊζυ Γουίλλιαμς Τσαρλς Ντανς, Μαρκ Άντι, Κόνλεθ Χιλλς, Εμίλια Κλαρκ
Παραγωγή: ΗΒΟ
Δέκα Επεισόδια
2011



Οι εξακόσιες λέξεις αυτού του κειμένου είναι πολύ λίγες για να χωρέσουν μια περιγραφή ή μια ανάλυση του φανταστικού, ψευδομεσαιωνικού κόσμου που επινόησε η συγγραφική φαντασία του George R.R. Martin και ενσάρκωσε σε πραγματικά κινηματογραφική εικόνα η τηλεοπτική σειρά του αμερικανικού δικτύου HBO

Αναγκαστικά θα σκαρώσουν λίγες εικόνες και σκέψεις, για τους μυημένους και τους αμύητους, για αυτό που θεωρώ ως μια από τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές δημιουργίες της εποχής μας, ένα έργο που παίρνει το μίτο της μεγάλης αφήγησης από κει που τον άφησαν τα πολύτομα αριστουργήματα των γάλλων και ρώσων κλασσικών συγγραφέων του 18ου και 19ου αιώνα, όταν άρχισε να ξημερώνει ο θραυσματικός 20ος.

Το Game of Thrones αποτελεί ένα τεράστιο πείραμα της σκέψης και της αλληγορικής αναπαράστασης. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν κόσμο σεξπηρικό, όπου όλοι οι θρόνοι είναι ματωμένοι και το αίμα δεν ξεπλένεται από τα χέρια, στους εφιάλτες της συνείδησης. Όπου η φωτιά που ανάβουν οι μάγισσες στο δάσος, προφητεύει το μέλλον καλύτερα από ό,τι οι δημοσκόποι, όπου κάθε ενθρόνιση συνεπάγεται διαλεκτικά την καρατόμηση, σ’ αυτό το «μέγα σφαγείο της εξουσίας».

Ή για την πολιτική θεωρία του Τόμας Χομπς, που θέλησε να βάλει τάξη στην Αγγλία του Οίκου των Στιούαρτ, οραματιζόμενος τον μέγα εξουσιαστή ως το βιβλικό Λεβιάθαν που έβγαζε φλόγες – όπως και οι δράκοι του Οίκου των Ταργκάρυεν – και θα τερμάτιζε το διαρκή εμφύλιο.

Ή για τις συμβουλές που έδινε ο Νικολό Μακιαβέλι στους ιταλούς ηγεμόνες της Αναγέννησης, νοώντας για πρώτη φορά την εξουσία εργαλειακά, όπου κάλλιστα θα μπορούσαν να φιλοξενηθούν ως παραδείγματά τους, ο Τζόφρυ ο Αχώνευτος ή ο Νέντ Σταρκ, ο λόρδος Βάρις και ο "Μικροδάχτυλος".

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τη διαφορά ηθικής συμπεριφοράς και ηθικότητας, αναλύοντας με τις ώρες τα κίνητρα της βασίλισσας και βασιλομήτωρος Σέρσεϋ ή του αιμομίκτη και βασιλοκτόνου αδερφού της, Τζέιμι.

Ή, επίσης, να εξερευνήσουμε την έννοια της «υβριδικότητας» ακολουθώντας το νάνο Τύριον  («κάθε νάνος είναι μπάσταρδος στα μάτια του πατέρα του») ή τον μπάσταρδο Τζων Σνόου, καθώς κατατάσσεται στη Νυχτερινή Φρουρά, που χρέος της είναι να περιφρουρεί τα σύνορα και την «οριακότητα».

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν κόσμο σε αναβρασμό και σε μετάβαση, όπου ο «μακρύς χειμώνας» που ξεκινά σε ένα σύμπαν στο οποίο οι εποχές κρατούν πολύ περισσότερο από 3 μήνες, δεν αποτελεί απλώς μετεωρολογική ιδιοτροπία, αλλά συμβολισμό για τις αλλαγές της παγκόσμιας γεωπολιτικής που συνεπάγονται κάθε οικονομικής ή άλλης κρίσης.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τα ανοίκεια έθιμα της φυλής Ντοθράκυ ή για τους Άγριους Ανθρώπους που κατοικούν βορείως του Τείχους, για το τι σημαίνει πολιτισμικός σχετικισμός, σήμερα που η παγκοσμιοποίηση μας φέρνει όλους πρόσωπο με πρόσωπο. 

Τέλος, θα μπορούσαμε να εικάσουμε πως οι ζωντανοί–νεκροί που τριγυρνούν απειλητικά σα σκιές,  δεν είναι κάτι άλλο από το ασυνείδητο του φαινομενικά πολιτισμένου Νότου, όπου τώρα που οι αριστοκρατικοί του Οίκοι συγκρούονται διεκδικώντας το Σιδηρούν Θρόνο της εξουσίας, εγκαταλείπει τις συμβάσεις που συγκρατούσαν τα ένστικτα του θανάτου.

Και φυσικά, δε γίνεται να μη μιλήσουμε για την αστείρευτη αγωνία και απόλαυση που πηγάζει από την πεμπτουσία περιπέτειας και δράματος που βρίσκεται στην καρδιά του Game of Thrones, στοιχεία που τόσο λείπουν από τις σοβαρές, δοκιμιακού τύπου ταινίες. 

Ή και για τους παράξενα λυτρωτικούς φόνους που επιφυλάσσει ο Martin στους ήρωές του, κεφάλαιο με κεφάλαιο, επεισόδιο με επεισόδιο, εξορίζοντας το happy end, όπως άλλωστε το συνηθίζει και η ίδια η πραγματικότητα.

Στο Game of Thrones, βρισκόμαστε άπειρους φανταστικούς κόσμους μακριά από το μανιχαϊσμό του Τόλκιν και την καθησυχαστική αφήγηση της μάχης του Καλού με το Κακό, ή από τις φαντασιώσεις ενηλικίωσης του Χάρι Πότερ.

Αν ο Χ.Λ.Μπόρχες θεωρούσε αδύνατη εν τέλει κάθε αναπαράσταση, καθώς και ο τελειότερος χάρτης, αν ήθελε να απεικονίσει την πραγματικότητα πιστά, θα έπρεπε να είναι ένα σεντόνι που θα σκέπαζε την υδρόγειο σφαίρα, το Game of Thrones, εντούτοις, επιτυγχάνει τη σωστή κλίμακα, το σωστό εύρος της αλληγορίας, γίνεται ένα ταυτόχρονα αρχαϊκό και υπερμοντέρνο έπος, αποτελεί μια εντυπωσιακή αφήγηση του φανταστικού και ταυτόχρονα μια φριχτά πραγματική νατουραλιστική απεικόνιση του γιγαντιαίου παιχνιδιού της εξουσίας, της ζωής και του θανάτου, που το ανθρώπινο γένος παίζει αδιάλειπτα από την ημέρα μηδέν της ύπαρξής του.




Αξιολόγηση: * * * * *  (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 7/6/2012

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΖΩΗΣ (DETACHMENT)

Σκηνοθεσία: Τόνυ Κέι
Παίζουν: Άντριαν Μπρόντυ, Κριστίνα Χέντριξ, Μάρτσια Γκέι Χάρντεν, Τζέιμς Κάαν, Σάμι Γκάιλ, Λιούις Ζόρικ
Διάρκεια: 97’
2011


Κάθε δάσκαλος και καθηγητής είναι ένας Μηχανικός, με το μι να είναι κεφαλαίο, με την εργαλειοθήκη του γεμάτη με λέξεις και αριθμούς και μια καλή κουβέντα. Για έργο του τού έχουν αναθέσει να φροντίζει την πιο μεγάλη όλων Μηχανή, δηλαδή την Κοινωνία. Που είναι περίπλοκη κατασκευή, γεμάτη γρανάζια οδοντωτά, που άλλοτε το ένα ξεφεύγει από το άλλο ή το γράσο τους δεν φτάνει. Και τότε η Μηχανή να τρίζει ξεκινά, να διαμελίζει σώματα ή σπινθήρες να παράγει. Τρέχει ο μηχανικός, χώνεται με κίνδυνο από κάτω, μήπως τη βλάβη και κάπου εντοπίσει. 

Κάθε σχολείο είναι και ένα Εργοστάσιο. Εκεί παράγονται οι πολίτες. Στις κορδέλες του ρυθμίζεται ποιός μαθητής θα καταλήξει στο Πορνείο ή στη Φυλακή, ποιός σε Γραφείο θλιβερό ή σε λαμπρό Υπουργείο. Μα κάθε σχολείο είναι και Τέμενος Ιερό, όπου ευγενικοί καθηγητές τη Μηχανή πασχίζουν να διαλύσουν, για να τη συναρμολογήσουν έπειτα αλλιώς, άλλους κόσμους να παράξει. 

Πολιορκούνται τα σχολεία της Αμερικής από Μεσίτες και Οικονομικούς Συμβούλους. Ο ήρωας μας τους σκουντά και μπαίνει μέσα να διδάξει. Και ύστερα όταν βγαίνει έξω, στο Γκέτο έχει νυχτώσει. Φροντίζει μια πόρνη ανήλικη και έναν παππού με άνοια. Τα παιδικά κάστρα αλώνονται και οι παιδικές χαρές γεμίζουν χόρτα. Και κάθε άνθρωπος κυμαίνεται, από το α το μικρό στο α κεφαλαίο.  



Το σινεμά είναι και αυτό μια Μηχανή. Παράγει όνειρα, παράγει σχόλια. Σήμερα μας έφτιαξε μια μελαγχολική ελεγεία. Τελευταία σκηνή, τελευταίο μάθημα, και ο ήρωας διαβάζει στα παιδιά την «Πτώση του Οίκου των Ωσέρ». Ένας πολιτισμός ανόητος και αμαθής. Άπληστος. Που οδεύει στο χαμό του. Ανασκουμπώνουν τα μανίκια οι Μηχανικοί, όταν όλα γύρω καταρρέουν. 





Αξιολόγηση: * * * *  (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 11/4/2013

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

"ΜΙΛΑΣ Ή ΓΟΥΡΓΟΥΡΙΖΕΙ Η ΚΟΙΛΙΑ ΣΟΥ;" Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΓΓΑΣΤΡΙΜΥΘΙΑΣ



Η Φωνή...

…είναι κάτι σα μαγεία.

Η φωνή με λυτρώνει από την εσωτερικότητά μου. Πηγάζει μέσα από το σώμα μου και ύστερα εκτείνεται σε ένα χώρο εξωτερικό, για να συναντήσει σώματα άλλων και άλλα περιβάλλοντα.

Κρυσταλλώνει αυτό που βρίσκεται ρευστό μέσα μου. Παραξενευόμαστε πολύ μερικές φορές που ξαφνικά ακούμε τη φωνή μας σαν να μη μας ανήκει – τη φωνή μας να μιλά στη θέση μας και τις λέξεις να κυλούν και να πέφτουν έξω από το στόμα.

Λέμε: υψώνω τη φωνή, οι γάλλοι λένε: en haute voix, οι άγγλοι λένε: at the top of my voice. Η φωνή ψηλώνει, αυτονομείται, φεύγει μακριά μας. Αν ο ψίθυρος είναι κολλημένος πάνω μας, το ουρλιαχτό εκτινάσσεται στο χώρο. Η φωνή είναι οι διάφοροι βαθμοί εξωτερίκευσής μας.

Άλλες πάλι φορές ακούμε την εσωτερική μας σκέψη ως φωνή (και αν είμαστε λίγο τρελοί, μας ξεφεύγουν και κάποιες λέξεις φωναχτά). Μας μιλά από μέσα προς τα έξω και εμείς ακούμε από έξω προς τα μέσα. 

Η φωνή κινείται από μένα προς τον κόσμο, κινεί εμένα τον ίδιο μες τον κόσμο. Η φωνή είναι δική μου επειδή προέρχεται από εμένα αλλά και επειδή όλο φεύγει από εμένα.

Ακούμε τη φωνή μας σε κασσέτα και αμέσως μορφάζουμε: μπα, δεν είμαστε εμείς αυτός που μιλάει, αποκλείεται. Με τη φωνή που φεύγει από τις φωνητικές μας χορδές ξεγλιστρούν μαζί και οι ανεπαίσθητες χροιές της ύπαρξής μας.



Η Όραση και η Ακοή…

…είναι δυο αδέρφια που μαλώνουν.

Ο ήχος μας τοποθετεί εν τω μέσω των πραγμάτων και της συγχρονικότητας. Η όραση μας τοποθετεί μπροστά από τα πράγματα και μας τα παρουσιάζει στη διαδοχικότητά τους. Αν το θέλω, κλείνω τα βλέφαρα, αν το θέλω τα ανοίγω και αυτό δίνει στην όραση την ενεργητική της δύναμη να διακρίνει, να διαχωρίζει, να αναθεωρεί. Η όραση ασκείται στον κόσμο, ο κόσμος μας κατακλύζει με την ακοή. Λέμε «κοίτα αλλού». Δεν μπορούμε να πούμε «άκου αλλού».

Η αίσθηση της όρασης είναι πιο ολοκληρωμένη στον άνθρωπο από αυτήν της ακοής. Ένα ορατό αντικείμενο μας πείθει και ας μην ακούμε τον ήχο του. Αντιθέτως, ο ήχος και δη αυτός της ανθρώπινης φωνής προκαλεί άγχος, είναι ανοίκειος, μένει ανολοκλήρωτος ωσότου να ταυτοποιήσουμε την πηγή του, δηλαδή την οπτικοποιήσουμε.


Πες μου…

Η φωνή είναι και ύλη και δύναμη. Το κλάμα είναι η πρώτη εκδήλωση της ζωντανής ύλης που αποτελεί το βρέφος. Είναι η πρώτη άρθρωση του πόνου και της απόλαυσης. Είναι η πρώτη δύναμή του, είναι το πρώτο καλωσόρισμα στα ερεθίσματα του κόσμου.

Η φωνή είναι σώμα. Συνδέει τα διάφορά μου μέρη. Τους πνεύμονες, την τραχεία, το λάρυγγα, τον ουρανίσκο, τη γλώσσα, τα χείλη. Θέλω να σου φωνάξω; Σφίγγω τα χέρια, τα πόδια, την κοιλιά. Μου ψιθυρίζεις; Ανατριχιάζει το δέρμα μου.

Μια φωνή χωρίς σώμα μοιάζει ανοίκεια. Ψάχνουμε να την καρφιτσώσουμε σε ένα σώμα χειροπιαστό. Αν από τη μια φαίνεται πως η φωνή υποτάσσεται στο σώμα, από την άλλη είναι η φωνή που χρωματίζει και δίνει σχήμα στο δοχείο της, το σώμα.

Η φωνή είναι χώρος, άλλος από το γεωμετρικό. Σου κραυγάζω και σκίζεται η απόσταση που μας χωρίζει. Φωνάζω στην ντουντούκα και ο χώρος πάλλεται. Ένας ήχος τη νύχτα, και ο χώρος που δε βλέπω ζωντανεύει.

Και είναι εκεί, στα σύνορα που χωρίζουν τον οπτικό από το φωνητικό χώρο όπου λαμβάνει χώρα η θαυμαστή ιστορία της εγγαστριμυθίας. Διασχίζει τις εποχές και τους τόπους, ζωντανεύει θεούς και κούκλες.


Η Φωνή του Θεού

Στο απώτατο παρελθόν της ανθρωπότητας ξεκινά η πρακτική της εγγαστριμυθίας. Ασώματη φωνή που πρωτακούστηκε ανάμεσα στους χιλιάδες θεούς των ανθρώπων, που πρωτοαρθρώθηκε από στρατιές μάγων και ιερέων.

Αρχαία ερείπια και κείμενα σε πέτρες και πήλινα αγγεία διηγούνται για αγάλματα του αιγύπτιου θεού Μέμνονα που μιλούσαν στους περαστικούς. Για πέτρινα χωριά στην Κίνα όπου ένα περίτεχνο σύστημα υπόγειων σωλήνων έκανε τη φωνή του ιερατείου να αναβλύζει από το έδαφος. Για αξιοθαύμαστες τεχνολογίες του ήχου και της ακουστικής, κρύπτες και στοές στους ελληνικούς και ρωμαϊκούς ναούς ώστε περισσότερο ή λιγότερο γνωστές Πυθίες να προφέρουν τα λόγια των θεών.

Εγγαστριμυθία: η δυνατότητα των αρχαίων να ακούσουν τους θεούς τους να μιλούν, η δυνατότητα των ιερέων να μιλούν με φωνή θεού στον ανοίκειο εκείνο ανιμιστικό κόσμο.

Η φωνή είναι δύναμη και ένας τύραννος ή ένας θεός καλύτερα να μην εμφανίζεται παρά μόνο να ακούγεται. Άλλωστε,  ο δικτάτορας  (dictator) είναι αυτός που υπαγορεύει (dictate) και ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει: «ex auditas fides» (εξ ακοής πίστευε). Και όχι μόνο να ακούς, αλλά και να υπακούς! (obedience {υπακοή} εκ του λατινικού audire{ακοή})


...Και Περιείλε τους Εγγαστρίμυθους και τους Γνώστας από της Γης…

Η άνοδος του μονοθεϊσμού θα εγκαινιάσει ένα κυνήγι εγγαστρίμυθων. Σε εποχές όπου η εξουσία εκπήγαζε αποκλειστικά από τη θεολογία, δεν μπορούν πολλοί να ομιλούν εξ ονόματος του ενός Θεού.

Ο Μωσαϊκός Νόμος των Ισραηλιτών καταδικάζει με την ποινή του θανάτου όσους επικαλούνταν το πνεύμα του Obh, δηλαδή τους εγγαστρίμυθους που γονατίζοντας συσπώμενοι  έκαναν να ακουστεί από το έδαφος η προφητική φωνή του.  

Η Παλαιά Διαθήκη είναι επίσης ένα μακελειό  των εγγαστρίμυθων που ασκούν τη νεκρομαντεία. Χάρις την πεποίθηση πως ο θάνατος αντί να εκμηδενίζει, αυξάνει τις δυνάμεις του νεκρού, οι εγγαστρίμυθοι θεωρούνταν πως είχαν μέσα τους τα πνεύματα των νεκρών και πως οι ήχοι που ανέδυε η κοιλιά τους ήταν οι φωνές του άλλου κόσμου, που μιλούσε για ό,τι έμελε να συμβεί στο δικό μας.

Στην αρχαιοελληνική μετάφραση της  Παλαιάς Διαθήκη εμφανίζεται και η λέξη εγγαστρίμυθος ως μετάφραση του  baal Obh (προφητών του Obh). Εν-γάστηρ-μύθος, δηλαδή αυτοί που μιλούν / διηγούνται μέσα από την κοιλιά.

Σε άλλες της σελίδες, η Παλαιά Διαθήκη θα προσφέρει και το διαχρονικό μύθο της εγγαστριμυθίας, μια ιστορία που για περισσότερο από δεκαπέντε αιώνες θα βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε Λόγου περί εγγαστριμυθίας.

Στο Βασιλειών Α, κεφάλαιο ΚΗ, εδάφιο 7, ο εξασθενημένος βασιλιάς του Ισραήλ Σαούλ αγωνιά για την έκβαση της μάχης ενάντια στο λαό των Φιλισταίων. Αν και ως τότε είχε καταδιώξει τους μάγους και τους μάντεις, πλέον τρέμει για το μέλλον. Έτσι, το ύστατο βράδυ, μεταμφιέζεται και επισκέπτεται τη μάγισσα του Αενδώρ με την ελπίδα αυτή να καλέσει το πνεύμα του νεκρού προφήτη Σαμουήλ. Και ναι, με τη βοήθεια της νεκρομάντισσας ο Σαούλ ακούει τη φωνή του Σαμουήλ μέσα από τον τάφο…

Το εδάφιο αυτό έμελε να προβληματίσει όλους τους πατέρες της εκκλησίας. Γιατί ο Θεός να επιτρέψει εκείνη τη μοναδική φορά το αμάρτημα της νεκρομαντείας; Άραγε η σκηνή της μαντείας συνέβη με τη συνδρομή δυνάμεων του Σατανά; Η φωνή που μίλησε στον Σαούλ ήταν αληθινή και προφητική;  Ή ήταν μια ψευδαίσθηση που δημιούργησε η μάγισσα ώστε να εξαπατήσει τον αδύναμο Σαούλ;
 

Η Φωνή του Διαβόλου

Ενώ οι σχολαστικιστές των ιερατικών σχολών ψάχνουν την απάντηση, καταφθάνουν οι αιώνες του Μεσαίωνα. Είναι οι αιώνες της δαιμονολογίας. Σε αντίθεση με τη σύγχρονη εποχή που το σώμα θεωρείται κάτι μοναδιαίο, ορισμένο και κλειστό, ο Μεσαίωνας το αντιλαμβάνεται ως κάτι διαπερατό από μυριάδες φυσικές και θείες δυνάμεις. Και αν μου πονάει το κεφάλι, ίσως είναι επειδή ένας δαίμονας έχει φωλιάσει μέσα.
Είναι οι αιώνες της ακουστικής. Το συλλογικό φαντασιακό καθορίζεται από τους ήχους των σκοτεινών δασών που διασχίζουν οι ταξιδιώτες, από τις καμπάνες των καθεδρικών, από τις σιδεριές στα μπουντρούμια. Και οι εγγαστρίμυθοι είτε εξορκίζονται είτε καίγονται στην πυρά από ιερείς που συχνά χάρη στην εγγαστριμυθία αποδεικνύουν πως αυτό είναι θέλημα Θεού.


Εγκυκλοπαιδιστές και Εγγαστρίμυθοι

Το νέο κεφάλαιο στην ιστορία της εγγαστριμυθίας θα το γράψει ο Διαφωτισμός.  Αν στην Αρχαιότητα η εγγαστριμυθία είχε αποτελέσει το βάθρο του πολυθεϊσμού και στο Μεσαίωνα ο μονοθεϊιστικός χριστιανισμός την εξόρισε στο βάραθρο της μαγείας, ο Διαφωτισμός θα την ανασύρει, θα τη ντύσει με το μανδύα του ορθολογισμού και θα τη στρέψει ενάντια στην προκατάληψη κάθε θρησκείας. Αντί να επιτεθεί στη μαγεία, θα την απορροφήσει και εκκοσμικεύσει.

Ο Διαφωτισμός είναι κατεξοχήν οπτικός και έμβλημα του είναι η τυπογραφία. Τα μάτια μας διαβάζουν τις εγκυκλοπαίδειες και διαλύουν το σκότος. Από την κυριαρχία του φωνητικού χώρου περνάμε σε αυτή του οπτικού. Και μαζί πρέπει να κατακτηθεί και το ακουστικό πεδίο του λαϊκού χριστιανισμού των θαυμάτων, των αποκαλύψεων, των επουράνιων φωνών.

Όπως πάντα, τέτοιες ιστορίες έχουν δυο στρατόπεδα.
 
Στο πρώτο άνηκαν οι υπερασπιστές της θρησκείας που χρειαζόντουσαν τη μαγεία και τους εγγαστρίμυθους ως πόλο ετεροπροσδιορισμού. Αν αποδείκνυαν πως υπήρχε ο διάβολος και τα έργα του, τότε θα ήταν σίγουρο πως υπάρχει και ο θεός.

Σημαία τους ήταν το έργο του Joseph Glanvill «Saudicismus Triumphatus: Or, Full and Plain Evidence Concerning Witches and Apparitions» (1681) όπου ανάμεσα στα «Πλήρη και Αναντίρρητα Στοιχεία» που παρουσιάζει o Glanvill «για την Ύπαρξη των Μαγισσών και των Θεϊκών Αποκαλύψεων», διαβάζουμε: «Η εγγαστριμυθία, ήτοι το να ομιλεί κανείς από τα βάθη της κοιλίας – είναι ένα γεγονός τόσο παράξενο και δύσκολο να το συλλάβουμε, ως κάθε τι στη Μαγεία. Και δεν ημπορεί, πιστεύω, να εξασκηθεί και να ακουστεί ως κανονική ομιλία άνευ της συνδρομής των Πνευμάτων που ομιλούν ορμώμενα από το σώμα των Δαιμονισμένων.»

Αντιθέτως, το στρατόπεδο των σκεπτικιστών θα βρει την έκφρασή του στο magnum opus του Joannes Baptista de La Chapelle, μαθηματικού, εγκυκλοπαιδιστής και εφευρέτη, «Le Ventriloqui, ou lEngastrimythe» (1772). Το βιβλίο θα σημειώσει μεγάλη επιτυχία, θα μεταφραστεί πολύ σύντομα στα Γερμανικά (1774), στα Ιταλικά (1786) και στα Ρώσικα (1787) και θα αποτελέσει την κύρια αναφορά στα αντίστοιχα λήμματα των εγκυκλοπαιδειών της εποχής.

Εντασσόμενο στην προσπάθεια του Διαφωτισμού να εγκαθιδρύσει μια φυσική ιστορία της προκατάληψης,  το βιβλίο του La Chapelle θα αποτελέσει την αποφασιστική στροφή προς τη διαφωτιστική κατασκευή της εγγαστριμυθίας.

Θα πάρει μέρος και αυτός στην κλασσική συζήτηση για τη μάγισσα του Αενδώρ για να αποφανθεί πως επρόκειτο για μια επιτήδεια που κατείχε την τέχνη της εγγαστριμυθίας. Μια τέχνη που δεν έχει να κάνει με τις βιβλικές αφηγήσεις και το σχολιασμό των Γραφών αλλά με τον πειραματισμό, την ακουστική και την ανατομία. Μια τέχνη που δε χρειάζεται το «οικείο πνεύμα» (familiar spirit), ούτε καν μια ιδιαίτερη φυσική ικανότητα, αλλά απλώς εξάσκηση στις τεχνικές χρωματισμού της φωνής και της μυϊκής παραγωγής της.

Ως γνήσιος εμπειριστής, ο La Chapelle θα ψάξει και θα ανακαλύψει δυο σύγχρονούς του εγγαστρίμυθους που ασκούσαν την ικανότητά τους προς διασκέδαση. Ο πρώτος είναι ένας βιεννέζος Βαρόνος και ο δεύτερος, ένας μπακάλης της περιοχής του, ο Saint-Gille. Θα τον ακολουθήσει και θα διηγηθεί τις περιπέτειές του χαμογελώντας σαρδόνια στη θρησκεία ενώ χτίζει το εξηγητικό του πλαίσιο.

… ένα βράδυ με καταιγίδα, ο Saint-Gille βρίσκει καταφύγιο σε ένα μοναστήρι και κει μαθαίνει πως οι καλόγεροι θρηνούν για τον πρόσφατο θάνατο ενός συντρόφου. Επισκέπτεται τον τάφο του στην εκκλησία και προβάλλει την εγγαστρίμυθη φωνή του ως τη φαντασματική φωνή του νεκρού, που κατηγορεί τους καλόγερους για την αδιάφορη προσευχή τους ενώ η ψυχή του υποφέρει στο καθαρτήριο. Διαμιάς οι μοναχοί γονατίζουν έντρομοι στο δάπεδο και ζητούν συγχώρεση. Εκστασιασμένος από το θαύμα, ο πρεσβύτερος φωνάζει τον Saint-Gille για να του πει με θέρμη πως κάτι τέτοιες αποκαλύψεις βάζουν τέλος στον σκεπτικισμό των φιλοσόφων. Ο Saint-Gille αρκείται στο να αποκαλύψει πως όλα έγιναν με την τέχνη της εγγαστριμυθίας…

Από την ιστορία αυτή ο La Chapelle συνάγει το διπλό του ηθικό δίδαγμα. Η τέχνη της εγγαστριμυθίας είναι αξιοθαύμαστη γιατί όσο εύκολα μπορεί να εκθρέψει την προκατάληψη, άλλο τόσο μπορεί και να την εκθέσει. Και θέτει ως ένα νέο στόχο του Διαφωτισμού την ανάπτυξη της τέχνης της ακοής ώστε το εξασκημένο αυτί του νεωτερικού ανθρώπου να διακρίνει τις ακουστικές απάτες.



Μάγοι Ενάντια στη Μαγεία

Τα τέλη του 18ου και οι αρχές του 19ου αιώνα βρίσκουν τη μαγεία ως σκηνική τέχνη να αποτελεί το κατεξοχήν θέαμα για διασκέδαση στα μουσεία και τα θέατρα, τα πανδοχεία και τις μπυραρίες. Η μαγεία παρουσιάζεται ως ιατρικό, τεχνολογικό και φιλοσοφικό πείραμα. Οι μάγοι μετατρέπονται σε ψυχαγωγικούς επιστήμονες και οι εγγαστρίμυθοι σε βασικούς ήρωες του Διαφωτισμού.

Η φιλοσοφική και τεχνική γνώση της εγγαστριμυθίας προσφέρει μια στρατηγική απομάγευσης της προφητείας και του δαιμονισμού. Προσφέρει το νατουραλιστικό λεξιλόγιο ενάντια στη θρησκευτική υπερβολή με το οποίο θα  γραφεί όλη η Ιστορία από τους Αιγύπτιους και τους Έλληνες μέχρι τη σύγχρονη εποχή, ως η προσπάθεια  παγανιστών και μη, να εμφανίσουν  τους θεούς τους.

Εξάλλου, τώρα που η εγγαστριμυθία δε φέρει θεϊκά προνόμια αλλά αντιθέτως τα αντιστρατεύεται, μπορεί να δοθεί άφοβα στο λαό. Αυτό άλλωστε θα προωθήσει περαιτέρω το εκκοσμικευτικό της έργο. Εκδίδονται χαρακτηριστικά: «Everybody a Ventriloquist» (1856) {Ο Καθένας Εγγαστρίμυθος}, «Ventriloquism Made Easy» (1860) {Η Εγγαστριμυθία για Αρχάριους}, «The Practical Magician» (1876) {Πρακτικά Μαθήματα Μαγείας}, «Ventriloquist Guide» (1876) {Ο Οδηγός τους Εγγαστρίμυθου}, «How to Become a Ventriloquist» (1891) {Πώς να Γίνεις Εγγαστρίμυθος}.

Πλέον οι συνθήκες είναι ώριμες ώστε η εγγαστριμυθία να ενταχθεί στη «νέα μαγεία» της εποχής μας, το εμπόριο και την οικονομία. Ανθίζει η Φαντασμαγορία, δηλαδή τα σόου με φρικιά, ζογκλέρ, μίμους και φυσικά εγγαστρίμυθους, τα οποία συναρπάζουν σε Αμερική και Ευρώπη.

Δε χρειάζονται πολλά. Μια σκηνή, ένα εισιτήριο και καλή διαφήμιση: «Η αποψινή Φαντασμαγορία που αποστολή της έχει να εκθέσει τις πρακτικές των πανούργων απατεώνων και των υποτιθέμενων εξορκιστών και να ανοίξει τα μάτια όσων ακόμα υποθάλπτουν παράλογη πίστη στα φαντάσματα και τα ασώματα πνεύματα, πέρα από όλα τα άλλα, θα προσφέρει στο θεατή μια ενδιαφέρουσα και ευχάριστη απόλαυση»

Ο περίφημος John Rannie, σκωτσέζος μάγος και ηθοποιός, θα είναι ο πρώτος εγγαστρίμυθος που θα περιοδεύσει όλες τις ΗΠΑ, με αναρίθμητες παραστάσεις την περίοδο 1801 – 1811. Ο ίδιος θα αυτοαποκληθεί «νέος Κοπέρνικος» καθότι συγκρούεται με τις καθιερωμένες ορθοδοξίες.

Φυσικά σε ένα τέτοιον οργασμό εγγαστριμυθίας δε θα μπορεί να λείπει η περίφημη μάγισσα του Αενδώρ: «Κυρίες και κύριοι! Όταν η μάγισσα του Αενδώρ έκανε δυνατή την εμφάνιση του Σαμουήλ με το χάρισμα της εγγαστριμυθίας, η φωνή της ήταν αυτή που εξέλαβε ο Σαούλ για φωνή του προφήτη. Το πώς κατάφερε να κατευθύνει τη φωνή της όπου αυτή ήθελε, θα καταδειχθεί κατά τη διάρκεια της σημερινής, απογευματινής παράστασης του προφέσορα Rannie». 

Εξάλλου, ο μέγας αμερικάνος θιασάρχης και επιχειρηματίας T.P Barnum για χρόνια θα εξαπατά το κοινό του με την υποτιθέμενη 161χρονη νοσοκόμα του νεογέννητου Τζωρτζ Ουάσινγκτον για να παραδεχθεί κάποτε στο μνημειώδες βιβλίο του «The Humburgs of the World» (Οι Απάτες του Κόσμου) πως στην πραγματικότητα η γριά επρόκειτο για ένα αυτόματο που μιλούσε χάρη σε έναν κρυμμένο εγγαστρίμυθο.



Πόλεμος Εγγαστρίμυθων

Η  εγγαστριμυθία είναι πλέον μια λύση για όλα.

Για θρησκευτικά ζητήματα: οι προτεστάντες κατηγορούν τους καθολικούς πως με τη συνδρομή δομινικανών εγγαστρίμυθων κάνουν τις εικόνες του Ιησού και της Παναγίας να μιλούν.

Για ιμπεριαλιστικά ζητήματα: λευκοί ορθολογιστές εγγαστρίμυθοι ξεσκεπάζουν σε «σώου μονομαχίας» την απάτη της μαύρης μαγείας συναδέλφων τους Μαορί ή Εσκιμώων.

Για σεξιστικά ζητήματα: η σκηνική εγγαστριμυθία θα αποτελέσει κατεξοχήν αντρικό επάγγελμα (δίνονται μάλιστα συμβουλές όπως οι άντρες εγγαστρίμυθοι να αφήνουν μακρύ μουστάκι ώστε να καλύπτονται οι μικρές κινήσεις των χειλιών στους δύσκολους φθόγγους). Όταν η εγγαστριμυθία γίνεται αντικείμενο θεολογικής μελέτης, τότε είναι μορφή απάτης που ασκούν οι γυναίκες. Όταν όμως έχει φιλοσοφικό ή εμπορικό ενδιαφέρον, τότε θεωρείται ανδρική ικανότητα. Αλλάζει ακόμα και η ιατρικό-φυσιολογική ερμηνεία της. Αρχικά θεωρείται πως οι εγγαστρίμυθοι μιλούν από την κοιλιά. Στη συνέχεια όμως η πηγή της εντοπίζεται στο δυνατό λαιμό του άντρα και τις βαθιές φωνητικές χορδές του.


Διάγνωση: Εγγαστριμυθία

Ακόμα περισσότερο, η εγγαστριμυθία φαίνεται να αποτελεί άλλη μια από εκείνες τις ελάσσονες αφηγήσεις που μελέτησε ο Foucault στα πλαίσια των στρατηγικών υποκειμενοποίησης των ατόμων δια της ιατρικοποίησής τους.

Το σώμα παύει να νοείται πλέον ως χώρος εισβολής υπερφυσικών δυνάμεων – μόνο τα μικρόβια εισβάλλουν στο νεωτερικό σώμα. Οι ικανότητες της αποπροσωποποίησης ή του διπλασιασμού που επιτυγχάνει η φωνή των εγγαστρίμυθων θεωρούνται επικίνδυνες γιατί διασπούν την προσωπική ταυτότητα, ενώ η εποχή χρειάζεται ακέραια οικονομικά και ηθικά όντα. Έτσι το χριστιανικό δράμα των δαιμονισμένων και των θείων αποκαλύψεων καταλήγει στην πεζή ψυχιατρική διάγνωση της μονομανίας, του διχασμού και της παραφροσύνης.

Έτσι, κόντρα σε δεκάδες αιώνων θρησκευτικής έκστασης, βρίσκουμε την ακόλουθη διήγηση σύμφωνα με την οποία ένα ωραίο πρωινό του 1853 μια άκακη και θεοσεβούμενη καθολική γιαγιά, που οι καντηλανάφτες τη φώναζαν «μητέρα της εκκλησίας τους» καθώς συνέχεια μιλούσε για θρησκευτικά θέματα, να ξυπνά ξαφνικά έγκλειστη στο άσυλο επειδή πίστευε πως «στην κοιλιά της είχε τους ήρωες της Καινής Διαθήκης που μιλούσαν»


Επίλογος;

Στον 20ο και 21ο αιώνα το πέρασμα της εγγαστριμυθίας από τη δαιμονολογία στη δραματουργία έχει πλέον ολοκληρωθεί. Οι εγγαστρίμυθοι συνοδεύονται από μια κούκλα στην οποία προβάλλουν τη φωνή τους. Από σαμάνοι έχουν πλέον μετατραπεί σε σόουμεν. Το βιντεάκι του Jeff Dunham με την κούκλα του, τον Αχμέτ το νεκρό τρομοκράτη, είναι το τέταρτο σε επισκεψιμότητα στην ιστορία του ίντερνετ. Ενώ το ραδιοφωνικό πρόγραμμα του Edgar Bergen με την κούκλα του, το δεκάχρονο Charlie McCarthy, υπήρξε πρώτο στις ΗΠΑ σε ακροαματικότητα  καθ’ όλη την περίοδο 1937-1956 που μεταδιδόταν.

Μισό λεπτό… Ραδιόφωνο και εγγαστριμυθία; Δεν είναι παράξενο;

Και όμως, αν η επιστήμη κατέλυσε το βασίλειο των φωνών, η τεχνολογία το παλινορθώνει. Μια ασώματη φωνή μας ερεθίζει στο ροζ τηλέφωνο, ασώματες φωνές μας οδηγούν στα αεροδρόμια και τα μετρό.

Όσο για εμάς;

Άραγε έχουμε μάθει πλέον να ακούμε αυτό που ακούν τα αυτιά μας; Μάθαμε να βλέπουμε ό,τι είναι κάτω από τη μύτη μας;



***



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Εκδίδονται χαρακτηριστικά τα Everybody a Ventriloquist (1856), Ventriloquism Made Easy (1860), The Practical Magician (1876), Ventriloquist Guide (1876) και How to Become a Ventriloquist (1891)


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Conor S. (2000), Dumbstruck: A Cultural History of Ventriloquism, Oxford University Press, Oxford

Schmidt L. E. (1998), "From Demon Possession to Magic Show: Ventriloquism, Religion and the Enlightment", Church History, Studies in Christianity and Culture, (67: 2), pp. 274-304

Villa-Florres J. (2006), "Talking Through the Chest: Divination and Ventriloquism among African Slave Women in Seventeenth-Century Mexico", Colonial Latin America Review, (14:2), pp. 299-321

Hodgson J.A. (1999), "An Other Voice: Ventriloquism in the Romantic Period", Romanticism on the Net, no. 16

Reinhardt M. (2002), "Who Speaks for Margaret Ganrer? Slavery, Silence, and the Politics of Ventriloquism", Critical Inquiry, (29:1), pp. 81-119


***



Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Monkie, νο. 12, 2010

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (THE WORLD'S END)

Σκηνοθεσία: Έντγκαρ Ράιτ         
Παίζουν: Σάιμουν Πεγκ, Νικ Φροστ, Μάρτιν Φρίμαν, Ντέιβιντ Μπράντλει, Πιρς Μπρόσναν, Ρόσαμουντ Πάικ               
Διάρκεια: 109’ 
2013


Το 1993-94, ο Κριστόφ Κιζλόφσκι παραδίδει στο κοινό την περίφημη «Τριλογία των Τριών Χρωμάτων». Είκοσι χρόνια μετά, ο Έντκαρ Ράιτ και ο Σάιμον Πεγκ ολοκληρώνουν τη δικιά τους, καλτ, Three Flavours Cornetto Trilogy. Δηλαδή την «Τριλογία των Τριών Γεύσεων του Κορνέτο». Του παγωτού κορνέτο!

Αν στις ταινίες του Κιζλόφσκι δεσπόζουν τα χρώματα της γαλλικής σημαίας – μπλε, λευκό, κόκκινο – συμβολίζοντας το πρόταγμα της γαλλικής επανάστασης για ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα, στην τριλογία του Κορνέτο δεσπόζουν σαρδόνια τα χρώματα από τη συσκευασία του ομώνυμου παγωτού.

Κόκκινο για το νόστιμο πύραυλο με γεύση φράουλα, αναφορά στα λουτρά αίματος που κατακλύζουν το κυριευμένο από ζόμπι Λονδίνο στο Shawn of the Dead (2004). Μπλε – το κλασικό κορνέτο – ως φόρος τιμής στο χρώμα της αστυνομικής στολής στην παρωδία των αστυνομικών ταινιών, Hot Fuzz (2007). Και τέλος, το πράσινο, για το παγωτό με μέντα και ολόκληρα κομματάκια σοκολάτας – αλλά και τη σημερινή ταινία μας, το «Τέλος του Κόσμου» (2013) – που κατά κάποιον τρόπο (ποιον άραγε;) συμβολίζει την έλευση των εξωγήινων και την επιστημονική φαντασία.

Και όχι. Δεν πρόκειται για κάποιο φθηνό αστείο. Πίσω από το χρωματιστό περιτύλιγμα και την άμεση, γλυκιά και δροσιστική γεύση της κωμωδίας, η τριλογία αυτή ανατέμνει με καυστική οξύτητα την κοινωνία της Αγγλίας και όχι μόνο.

Στο Shawn of the Dead, άξαφνα οι καθημερινοί άνθρωποι που συνωστίζονται στους δρόμους του Λονδίνου μετατρέπονται σε ζωντανούς-νεκρούς. Μα προσέξτε. Ακόμα και πριν τη μεταλλαγή τους, και πάλι έτσι μοιάζανε, όπως τους αποστερεί από κάθε ζωντάνια η επαναλαμβανόμενη ζωή της άχαρης εργασίας και της υπαρξιακής διάψευσης.

Στο Hot Fuzz, εγκαταλείπουμε το Λονδίνο για την επαρχιακή Αγγλία. Σε ένα χωριό της – «το καλύτερο χωριό της χώρας», όπως το ανακηρύττουν οι διαγωνισμοί – ο υπερ-μπάτσος ήρωας θα θρυμματίσει τη βιτρίνα της άψογης κοινότητας. Οι φιλήσυχοι και ευπρεπείς νοικοκύρηδες, ψέλνοντας ύμνους υπέρ του «κοινού καλού» και ωθώντας τη λογική του φιλοσοφικού ωφελιμισμού στα ύστατα άκρα της («το μέγιστο καλό και για το μέγιστο αριθμό ατόμων» – και άραγε ως συνεπαγωγή, το μέγιστο κακό για τις μειοψηφίες;), παραχώνουν σε ένα πηγάδι όποιον απειλεί την εικόνα της ειδυλλιακότητας: τσιγγάνους, κλόουν του δρόμου, ακόμα και άτακτα παιδιά.

Και φθάνουμε στο «Τέλος του Κόσμου», που αφορά τόσο το κυριολεκτικό τέλος του Κόσμου, αλλά και το όνομα μιας παμπ, στην ξεχασμένη από τους πάντες κωμόπολη του Νιούτον Χάβεν. Η ιστορία μας συμβαίνει «είκοσι έτη μετά». Μετά από τι; Από όταν ο Γκάρυ τελείωνε το σχολείο, από όταν ήταν ο αρχηγός, ο βασιλιάς, ο γόης και ο μάγκας. Και κυρίως, από όταν αυτός και οι τέσσερεις φίλοι του αποπειράθηκαν να διασχίσουν το «χρυσό μίλι», δηλαδή να πιούνε σε όλες τις παμπ του Νιούτον Χάβεν καταλήγοντας στη δωδέκατη και τελευταία, την παμπ «Το Τέλος του Κόσμου». Δεν τα κατάφεραν, ξεράσαν στα μισά.

Και τώρα ο Γκάρυ είναι ένας αποτυχημένος σαραντάρης, αλκοολικός. Ψάχνει να μαζέψει τους φίλους του – που έχουν διαπρέψει στο Λονδίνο (εκεί που ζουν τα ζόμπι…) – για να αποπειραθούν να ολοκληρώσουν το «μίλι», να φθάσουν στη δωδέκατη. Γιατί καμιά φορά ο ψυχικός μας κόσμος σκαλώνει σε κάτι ασήμαντο που όμως φαντάζει το σημαντικότερο πράγμα του Κόσμου.

Αυτή τη φορά θα τα καταφέρουν. Όμως ανοίγοντας την πόρτα της, θα ξεχυθεί το πραγματικό τέλος του Κόσμου. Γιατί εξωγήινοι – αλά The Body Snatchers (1956) – έχουν καταλάβει τα σώματα των ντόπιων, θέλοντας να κάνουνε λιγότερο ατελή, δηλαδή λιγότερο σαν τον Γκάρυ, την ανθρωπότητα.

Και ίσως τελικά οι παμπ να είναι οι πραγματικοί ήρωες της Τριλογίας του Κορνέτο. Τεμένη και παρατηρητήρια του αγγλικού έθνους, της υπαίθρου και του άστεως, της πολιτικής ορθότητας και της κοινωνικής υποκρισίας. 

Μια υπέροχη ταινία ως επίλογος μιας υπέροχης τριλογίας, που ουδεμία σχέση έχει με το υπέροχο παγωτό.




Αξιολόγηση: * * * *  (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 8/5/2014