Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΟΥ, Η ΖΩΗ ΜΟΥ (ESSENTIAL KILLING)


Σκηνοθεσία: Γέρζι Σκολιμόφσκυ
Παίζουν: Βίνσεντ
Γκάλο, Εμμανουέλ Σενιέρ
Διάρκεια: 83’

2010


Τι γυρεύει ένας Ταλιμπάν στα χιόνια;

Το χάος δεν προηγείται της τάξης γιατί δεν μπορεί να νοηθεί προτού νοηθεί η τάξη. Και τα δυο είναι παιδιά κάθε προσπάθειας «τακτοποίησης». Η τακτοποίηση χρειάζεται πρώτα να συστήσει κάτι ως «χάος» ώστε ύστερα να το τακτοποιήσει. Η φύση προηγείται και των δυο. Είναι σιωπηλή, είναι αυτό που είναι. Η τάξη είναι που μιλά και λέει πως «κάτι πρέπει να γίνει έτσι». Και επιπλέον, «πως ό,τι δεν είναι έτσι, είναι το χάος».

Η τάξη αντιδιαστέλλεται στη φύση. Είναι τεχνητή, την κατασκευάζει ο άνθρωπος. Και πάντα αποτυγχάνει στο στόχο της πλήρους τακτοποίησης. Τα όρια μεταξύ τάξης και χάους που χαράζονται πάνω στη φύση, δεν είναι πάντα ευδιάκριτα – τους ξεφεύγουν υβριδικές κατηγορίες: ένας Ταλιμπάν στα χιόνια.

Τι γυρεύουν τρεις Αμερικανοί στην έρημο;

Ο ένας ανιχνεύει για νάρκες. Οι άλλοι δυο «τακτοποιούν». Xαράσσουν την παγκόσμια γεωπολιτική τάξη. Ο διάλογός τους αφορά τις πρώτες ύλες και την οικονομία.

Ο Ταλιμπάν, απόρριμμα αυτής της νέας τάξης (μα τόσο ζωτικό κομμάτι στην παλαιά ψυχροπολεμική – να πόσο σχετική είναι η κατηγορία της τάξης!), κρύβεται σε μια σπηλιά. Θα τους σκοτώσει για να προφυλαχθεί. Και έπειτα θα συλληφθεί.

Ό,τι ακολουθεί το μάθαμε τα τελευταία χρόνια μέσα από τις ειδήσεις και τις διαρροές. Μυστική μεταγωγή, πορτοκαλί στολές, κουκούλες, βασανιστήρια και πάλι μυστική μεταγωγή προς κάποια στρατιωτική βάση, κάπου στον κόσμο, με αεροπλάνο σε κρυφή πτήση που δε το συλλαμβάνουν τα ραντάρ ή οι διεθνείς συνθήκες.

Στη δεύτερη μεταγωγή θα συμβεί το απρόοπτο. Ατύχημα, δραπέτευση, ο Ταλιμπάν θα βρεθεί στο χιονισμένο δάσος μια χώρας της ανατολικής Ευρώπης.

Η έννοια της τάξης κατεξοχήν εκφράζεται από το νόμο. Νόμος είναι το όριο του τι θα συμπεριληφθεί και του τι θα αποκλεισθεί. Όσο μεγαλύτερο το όνειρο της τάξης, τόσο πιο καθολικός πρέπει να είναι ο νόμος. Ο πραγματικά καθολικός νόμος πρέπει να περιλαμβάνει ακόμα και τις εξαιρέσεις του, ακόμα και την αναστολή του, ακόμα και το «άνομο». Να δημιουργεί έναν «τόπο» στον οποίο ο ίδιος θα αναστέλλεται!

Αυτό τον τόπο κατοικεί η αρχετυπική κατηγορία του ρωμαϊκού δικαίου, «Homo Sacer», που αναλύει ο ιταλός φιλόσοφος Αγκάμπεν. Homo Sacer ήταν ο επίορκος που εξοριζόταν διπλά, τόσο από την Πόλη όσο και από τους Θεούς. Έχανε κάθε κοινωνική ή θεία προστασία. Μπορούσε να φονευθεί χωρίς ο φόνος του να θεωρηθεί ανθρωποκτονία. Έμενε με τη «γυμνή ζωή» του, δηλαδή με το ζωικό σαρκίο του.

Οι φυλακισμένοι του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία» υπήρξαν οι μοντέρνοι Homo Saceri. Στην «κατάσταση εξαίρεσης» που επέτρεψε ο ίδιος ο Νόμος μέσω της «Πατριωτικής Πράξης» του Τζωρτζ Μπους, έχασαν το «ρούχο» με το οποίο ντύνουν τη γυμνή ζωή μας οι νομικές ιδιότητες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι, στο παγωμένο δάσος ο δραπέτης με το γυμνό από κάθε εγγραφή του πολιτισμού σώμα του, θα επιδοθεί σε μια τυφλή φυγή. Οι διώκτες θα τον κυνηγούν σα θήραμα, οι λύκοι θα του επιτίθενται και αυτός το ίδιο. Σε όλη την ταινία δε θα προφέρει ούτε μια λέξη – όπως τα αγρίμια.

Οι μόνοι που θα σκύψουν σε αυτή τη «γυμνή ζωή», δηλαδή το «μη-θάνατο» (με το «μη» διαρκώς υπό αίρεση) θα είναι ένας σκύλος και μια κωφάλαλη γυναίκα. Με το ένστικτο και όχι με το Λόγο θα τον ζεστάνουν και χαϊδέψουν, σε μια εκδήλωση αυτού που ο Ρουσώ θεωρούσε πως χάνει ο κοινωνικός άνθρωπος: το «la pitie» – τον οίκτο του ζώου προς το ζώο που πεθαίνει, δηλαδή τη στοργή για την ίδια τη ζωή.

Μιλήσαμε για πολιτική και όχι για αισθητική, εξάλλου κάθε μέρα που κυλά τον τελευταίο καιρό τα κάνει όλα όλο και πιο πολιτικά. Δε χωρά να πούμε άλλα για αυτή την παράξενη, ολιγόλεπτη ταινία, με τις σιωπές της, τη βία της, τους μυστικιστικούς της ήχους. Αξίζει καθ’ αυτή και αξίζει ως παράδειγμα του τι εννοεί ο Αγκάμπεν. Και αξίζει ως ενθύμηση πως κάθε φορά που περνάμε ένα βιομετρικό έλεγχο ή μια κάμερα μας καταγράφει, αντίστοιχα «γυμνωνόμαστε» και εμείς.



Αξιολόγηση: * * * * (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 30/6/2011

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

ΜΑΡΑΝΤΟΝΑ (MARADONA BY KUSTURICA)


Σκηνοθεσία: Εμίρ Κουστουρίτσα
Διάρκεια: 90’

2008


Μαραντόνα καρνάβαλε! Μαραντόνα Θεέ! Παρθένα της Γουαδελούπης! Παναγία της κόκας και Άγιο Πνεύμα των φτωχογειτονιών του Μπουένος Άιρες! Άγιε των γηπέδων! Καντηλανάφτη των νονών της Νάπολι! Μεγάλε Μαραντόνα, υπήρξες ακόμα και δήμιος της εθνικής του Αλκέττα Παναγούλια…

Μαραντόνα τρελέ! Κατεβάζεις κόσμο στις πορείες! Μοιράζεσαι το βήμα με τον Τσάβες και καπνίζεις μαζί με τον Φιδέλ! Κάνεις κωλοδάχτυλο και ένα ολόκληρο γήπεδο σε αποθεώνει! Δοκιμάζεις για πολλοστή φορά να πεθάνεις και όλοι κλαίνε! Μαραντόνα τσιγγάνε, εγωπαθή και ξέχειλε! Μπολιβάρ ήσουν ωραίος ως Έλλην, και Μαραντόνα εσύ είσαι ωραίος ως Βαλκάνιος!

Για αυτά και για άλλα τόσα, ο Εμίρ Κοστουρίτσα επί δύο χρόνια σκηνοθετούσε το ντοκυμαντέρ αυτό για τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, την «καλύτερη ταινία του κόσμου» κατά δική του δήλωση.

Πώς όμως σκηνοθετείς ένα ντοκυμαντέρ – δηλαδή μια ταινία τεκμηρίωσης – όταν θέμα σου είναι ένα φαινόμενο που οι τεράστιες διαστάσεις του οφείλονται σε εξω-λογικούς λόγους;

Γιατί πράγματι, η ιστορία του Μαραντόνα θα μπορούσε απλώς να είναι ακόμα μια ιστορία ενός ταλαντούχου ποδοσφαιριστή – ίσως του καλύτερου που έπαιξε ποτέ – που έφθασε στο ζενίθ της επιτυχίας και έπειτα ζαλισμένος και άμυαλος κατρακύλησε στο ναδίρ των καταχρήσεων. Τέτοια συμβαίνουν, συνέβαιναν και θα συμβαίνουν. Που βρίσκεται το ξεχωριστό λοιπόν; Γιατί έχει σημασία σήμερα κάποιος που κλώτσησε ένα τόπι, τελευταία φορά πριν από δεκαπέντε χρόνια;

Η ιστορία του Μαραντόνα έχει σημασία γιατί μαγικά συγκλίνει σε όλες τις αρχετυπικές δομές μιας ιστορίας που είναι ωραίο να την ακούς. Μια ιστορία για το πάμφτωχο αγόρι που έφτασε στην κορυφή και έπειτα τα γκρέμισε όλα. Για τον outsider που παίζει και απ’ τις δυο πλευρές του νόμου (το καλύτερο γκολ του αιώνα / το πιο παράνομο γκολ του αιώνα). Για την ενσάρκωση ενός φτωχού έθνους στις κινήσεις ενός παίκτη που παίρνει μέσα στο γήπεδο τη συλλογική ρεβάνς για έναν πόλεμο που έχασαν από μια υπερδύναμη. Και τέλος, για την εξουσία του αυστηρότερου διαιτητή, του θανάτου, που ο Μαραντόνα καταφέρνει ακόμα και ντριμπλάρει.

Είναι μια ιστορία που δε μετρά καθ’ αυτή. Μετρά ο συμβολικός και φαντασιακός αντίκτυπός της. Εκεί είναι που αποκτά το βάρος της, στη φαντασία εκατομμυρίων ανθρώπων αποκλεισμένων από τα κέντρα της δύναμης και του πλούτου. Η φτώχια θέλει καλοπέραση και θέλει σουρεαλισμό. Αυτό το γνωρίζει καλά ο Κοστουρίτσα. Το έχει βιώσει στην «πυριτιδαποθήκη» (sic) των Βαλκανίων και το 'χει αποτυπώσει στη φιλμογραφία του.

Το ντοκυμαντέρ διανθίζεται από τις απίστευτες τελετουργίες της Εκκλησίας του Μαραντόνα (ναι, υπάρχει τέτοια εκκλησία!) που ιερουργεί, παντρολογεί και δοξάζει με ναό ένα γήπεδο και ένα στριπτιτζάδικο. Στο ενδιάμεσο, σε διάφορα κεφάλαια, θα ξεδιπλωθεί η ιστορία του Μαραντόνα με τον Κοστουρίτσα να του παίρνει τη συνέντευξη.

Η ταινία δεν αγιοποιεί και ούτε καταδικάζει. Ο Μαραντόνα ήταν μια ιδιοφυία των γηπέδων και έξω από αυτά είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος – ενίοτε φριχτά αφόρητος –, με τις κοινοτυπίες του, του μελοδραματισμούς του. Ο μύθος όμως πάντα αρέσκεται να μεταπλάθει το υλικό του και ο Κοστουρίτσα αναδυκνείει το ετερόκλητο μωσαϊκό του, πλαισιώνοντας το ντοκυμαντέρ με τη δική του αφήγηση σε βαριά, δεικτικά αγγλικά, σλαβόφωνης προφοράς. Μια αφήγηση ηρωική και πένθιμη για τον ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο Μαραντόνα και για ένα κόσμο που ανθίζει στη περιφέρεια του Κόσμου.

Ω Μαραντόνα Προπονητή! Εκλιπαρώ. Μη μας ρίξετε πολλά με τον προφήτη σου το Μέσσι, στη Νότιο Αφρική το καλοκαίρι.




Αξιολόγηση (σπονδή εν όψει του μουντιάλ): * * * * * (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 22/4/2010



***

Και τώρα που πλέον γνωρίζουμε τι συνέβη στο Μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής,
όπου ο Μαραντόνα ως προπονητής μας στέρησε
έναν ωραίο φαντασιακό θρίαμβο αλά Euro 2004
(και μερικά λιγότερο ωραία πογκρόμ προς μετανάστες...),
η σπονδή ας δώσει τη θέση της
στην κανονική βαθμολογία του ντοκυμαντέρ αυτού,
του γουστόζικου αλλά και προχειρούτσικου, με μια
αίσθηση Manu Chao και κινήματος ενάντια στην παγκοσμιοποίηση,
η οποία
και είναι


αξιολόγηση: * * * (3)

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

ΚΛΕΦΤΕΣ


Σκηνοθεσία: Μάκης Παπαδημητράτος
Παίζουν: Βαγγέλης Αλεξανδρής, Μυρτώ Αλικάκη, Πέτρος λαγούτης, Μάκης Παπαδημητράτος,
Διάρκεια: 90΄
2007



Ποτέ σχεδόν τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Και αυτό που μοιάζει χαβαλές, τελικά ξετυλίγεται σε εύστοχο και τολμηρό σχόλιο.

Οι «Κλέφτες» είναι η δεύτερη ταινία του Μάκη Παπαδημητράτου. Στην πρώτη του, το βραβευμένο «Τσίου», βρισκόμαστε στην Αθήνα του δεκαπενταύγουστου. Όλοι είναι διακοπές και όπως δεν μπορείς να βρεις περίπτερο ανοιχτό, έτσι δεν μπορείς να βρεις ούτε μια σταλιά πρέζα ή ένα τόσο δα γραμμαριάκι κόκα.

Όλοι έχουν χαρμανιάσει: οι επιχειρηματίες και οι γκόμενες των πλουσίων προαστίων, τα πιτσιρίκια και τα καμένα βαποράκια. Ο ένας ψάχνει από τον άλλο – ρε μαλάκα έχεις μια ψιλή; Πέφτει γέλιο, καμιά σχέση με τα ρεπορτάζ των 8 περί «λευκής μάστιγας» και «εμπορίου του θανάτου». Χαβαλές της πλάκας θα μπορούσε να πει κανείς, και μάλιστα επικίνδυνος.

Στους «Κλέφτες» οι δυο αστείοι κλεφταράδες που πρωταγωνιστούν, μοιάζουν να έχουν βγει από το «Τσίου». Τον ένα υποδύεται ο ίδιος ο Παπαδημητράτος, ακριβώς όπως είχε υποδυθεί τον «Νώντα» στο «Τσίου». Ίδιο μαλί, ίδιο στυλ, ίδια καμένη προσωπικότητα. Αποφασίζουν να κάνουν χοντρή μπάζα ληστεύοντας μια έπαυλη ώστε να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους: να φύγουν στο Άμστερνταμ, να αράζουν, να πίνουν μπάφους και να παίζουν pro.

Ο χαβαλές συνεχίζεται, θα πείτε.

Όμως στην έπαυλη μένει ένα ζευγάρι γιάπηδων. Οι κλέφτες θα εγκλωβιστούν μέσα – και τι θα δούν; Τους γιάπηδες με τις πιστωτικές τους να ρουφάνε κόκα. Από ένα νταβατζή που κάποτε είχαν εξυπηρετήσει νομικά να καβατζώνουν μια ρωσίδα κωλ-γκερλ. Είναι καυλωμένοι – όλοι μέρα βγάζανε λεφτά. Με μία κάμερα θα προβάλουν τη ρωσίδα τους σε ένα βίντεο-γουόλ ενώ τη γδύνουνε και τη μαστιγώνουνε, αυτή ντυμένη Αφέντισσα και αυτός Αριστοκράτης του παλιού, καλού καιρού… Η «πουτάνα» θα πεθάνει και οι γιάπηδες θα χεστούν πάνω τους. Θα ανακαλύψουν τους 2 κλέφτες που τώρα ξέρουν ένα μυστικό ζωής και θανάτου, ικανό να καταστρέψει το κοινωνικό τους προφίλ και όχι μόνο.

Στους «Κλέφτες», τα αφανή μαστούρια του «Τσίου» συναντούν τους επιφανείς ήρωες της ισχυρής Ελλάδας του 21ου αιώνα, τους ανήθικους γιάπηδες, τους ανήθικους διευθυντές που θησαυρίζουν στέκοντας στα κομβικά σημεία του ύστερου, περίπλοκου καπιταλισμού μας.

Νομικοί σύμβουλοι, χρηματιστές, άσοι του μάρκετινγκ. Παλιότερα ο πλούτος είχε μια υλική βάση αγκιστρωμένη στον κόσμο (εργοστάσιο). Τώρα εδράζει σε μια μη – παραγωγή. Χρήμα από το τίποτα, από τον αέρα. Μια συνθήκη ικανή ώστε να κάνει τους γιάπηδες της ταινίας να νιώθουν και να λειτουργούν ως μικροί θεοί.

Οι δυο ταινίες του Παπαδημητράτου είναι για όσους από εμάς είμαστε 20 έως 40 χρονών. Μπορούμε να καταλάβουμε το λεξιλόγιο και τις αναφορές. Είμαστε και εντός και εκτός (μα πάντα χωρίς επίκεντρο). Την πέφτουμε σε πλατείες και σε στέκια, έχουμε δοκιμάσει και καμιά ουσία. Μετά αράζουμε στα κυριλέ, πίνουμε εναλλακτικό καφέ στο «αυτόνομο κρατίδιο της οδού Ζεύξιδος» (sic, sic, sic...). Και ύστερα, στο ετήσιο φεστιβάλ μας κινηματογράφου βλέπουμε ταινίες (και τους «Κλέφτες» μεταξύ άλλων), συγκρίνουμε το μήκος των κασκόλ μας και τις παραστάσεις των καλσόν.

Στο μεταξύ, στην τελική σκηνή του έργου ο γιάπης ουρλιάζει την επικράτησή του. Το αόρατο βάθρο του είναι φτιαγμένο από κόκαλα αλβανών και από επαίτες. Όσο λοιπόν θα κάνει βόλτες ο φοσμπά ας θυμηθούμε αυτό που έγραψε ο Τόμας Μουρ στην Ουτοπία του το 1516:

Πρώτα κάνουν τον κόσμο κλέφτη και μετά τον τιμωρούνε.




***

Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν από 4 χρόνια. Η «ισχυρή Ελλάδα» ακόμα έτρεφε τις αυταπάτες της. Ο ιμπεριαλίσκος των Βαλκανίων ακόμα γαμούσε τις γυναίκες τους και απολάμβανε τα μεροκάματά τους.

2011 σήμερα. Οι «Κλέφτες» ίσως τώρα να βρίσκονται στο Άμστερνταμ – και να γελούνε.

Οι εποχές της ασύδοτης ανεμελιάς έχουν περάσει για τα καλά και ανεπιστρεπτί.

Οι επιφάνειες μπορεί να είναι γυαλιστερές – μα ραγίζουν εύκολα.

Στα έντυπα της επιφάνειας, Athens Voice, Lifo, Soul και στους κλώνους τους, γραφόντουσαν άρθρα για τη Θεσσαλονίκη ως «Σιάτλ των Βαλκανίων». Σήμερα το «Σιάτλ των Βαλκανίων» γεμίζει άστεγους και ανέργους.

Παράλογα χρόνια. Μερικές καφετέριες στη σειρά ανακηρύσσονταν σε χώρους κουλτούρας, σε «αυτόνομα κρατίδια», όπου τα ωραία αγόρια και κορίτσια της πόλης, μας χάριζαν την ευλογία της παρουσίας τους.

Φευ, κάτι σάπιο υπήρχε στο «αυτόνομο κρατίδιο της οδού Ζεύξιδος».
Το κρατίδιο παρήκμασε – οι ηγεμόνες του μετέφεραν την πρωτεύουσά του λίγο πιο δυτικά, στη «λαμπερή αυτοκρατορία της οδού Βαλαωρίτου και των Παρακείμενων Στενών». Τα ποτά υπερτιμήθηκαν και άλλο, το ίδιο και η εκζήτηση, και η γελοία πεποίθηση πως κανείς αντλεί αξία αν κάθεται στο κατάλληλο μπαρ την κατάλληλη στιγμή, αν παραγγέλνει το κατάλληλο ποτό φορώντας το κατάλληλο αξεσουάρ.

Τρίζουν όλα αυτά, τρίζουν άσχημα. Και ο χρόνος για να το συνειδητοποιήσουμε πριν να είναι αργά, όλο και τελειώνει.






Αξιολόγηση: * * * (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 12/12/2007