Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

ΚΑΜΠΕΪ: Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ (KABEI: OUR MOTHER)

Σκηνοθεσία: Γιόζι Γιαμάντα
Παίζουν: Ταντανόμπου Ασάνο, Σαγιούρι Γιοσινάγκα, Μιράι Σίντα, Τσουρούμπε Σοφουκουτέι
Διάρκεια: 133’
2008


O πόλεμος είναι παράλογος. Και ο παραλογισμός του χτίζεται μέρα με τη μέρα πολύ πριν ο πόλεμος κηρυχθεί.

Μια γυναίκα απλώνει τα ρούχα στην αυλή του φτωχικού σπιτιού, στην ιμπεριαλιστική Ιαπωνία, παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα οι δυο μικρές κόρες μελετούν και ο άντρας, γλυκός άνθρωπος, καλός πατέρας, ουμανιστής στοχαστής, διαβάζει Καντ και Χέγκελ, Τολστόι και Έσσε.

Ένα από τα επόμενα βράδια, η Ιαπωνική αστυνομία – στυγνή όπως πάντα και παντού – θα εισβάλει στο σπίτι και μπροστά στην έντρομη οικογένεια θα συλλάβει τον πατέρα για «εγκλήματα σκέψης», δηλαδή κριτικής στον αυτοκράτορα και την επεκτατική πολιτική του.

Ο Γολγοθάς αρχίζει. Για τον πατέρα άθλια κελιά και ανακρίσεις, για τη μητέρα πολλαπλοί ρόλοι να επιτελέσει, για τα κορίτσια μια πρώιμη ενηλικίωση. Οι μήνες θα περνούν και τα νέα θα είναι από όλα τα «μέτωπα» όλο και πιο άσχημα. Την οικογένεια θα επισκεφθούν θείοι και θείες, παππούδες και οι αρχές, εκφράζοντας όλες τις τάσεις της Ιαπωνικής κοινωνίας, ενώ ένας φοιτητής του πατέρα θα προσπαθεί να βοηθήσει την οικογένεια.

Όσο θα σαπίζει ο «προδότης» στη φυλακή, τόσο το μιλιταριστικό κλίμα θα εντείνεται. Πατριωτικά τραγούδια στο σχολείο και ταμπούρλα στους δρόμους. Καμπάνιες υπέρ του πολέμου και συλλογική παράνοια. Θάνατος, νυχτερινές συσκοτίσεις, θάνατος. Χιροσίμα, Ναγκασάκι και πάλι θάνατος και ήττα.

Η ταινία θίγει το βαρύ θέμα της με το συναίσθημα. Αποφεύγει να είναι βαριά και ασήκωτη, «κουλτουριάρικη». Μοιάζει ίσως με ένα μυθιστόρημα για δύσκολα θέματα προορισμένο για έφηβους αναγνώστες και ως τέτοια είναι πάρα πολύ καλή.

Ο πόλεμος είναι παράλογος. Και ο παραλογισμός του εκτείνεται ως και 40 χρόνια μετά. Η ετοιμοθάνατη γριά μητέρα θρηνεί τους νεκρούς του ’40. Ο πολεμικός ηρωισμός είναι άθροισμα οικογενειακών δραμάτων. Και η μητέρα-πατρίδα ενσαρκώνεται λιώνοντας τη σάρκα των πραγματικών μητέρων.




Αξιολόγηση: * * * * (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 8/10/2009

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΟΥ, Η ΖΩΗ ΜΟΥ (ESSENTIAL KILLING)


Σκηνοθεσία: Γέρζι Σκολιμόφσκυ
Παίζουν: Βίνσεντ
Γκάλο, Εμμανουέλ Σενιέρ
Διάρκεια: 83’

2010


Τι γυρεύει ένας Ταλιμπάν στα χιόνια;

Το χάος δεν προηγείται της τάξης γιατί δεν μπορεί να νοηθεί προτού νοηθεί η τάξη. Και τα δυο είναι παιδιά κάθε προσπάθειας «τακτοποίησης». Η τακτοποίηση χρειάζεται πρώτα να συστήσει κάτι ως «χάος» ώστε ύστερα να το τακτοποιήσει. Η φύση προηγείται και των δυο. Είναι σιωπηλή, είναι αυτό που είναι. Η τάξη είναι που μιλά και λέει πως «κάτι πρέπει να γίνει έτσι». Και επιπλέον, «πως ό,τι δεν είναι έτσι, είναι το χάος».

Η τάξη αντιδιαστέλλεται στη φύση. Είναι τεχνητή, την κατασκευάζει ο άνθρωπος. Και πάντα αποτυγχάνει στο στόχο της πλήρους τακτοποίησης. Τα όρια μεταξύ τάξης και χάους που χαράζονται πάνω στη φύση, δεν είναι πάντα ευδιάκριτα – τους ξεφεύγουν υβριδικές κατηγορίες: ένας Ταλιμπάν στα χιόνια.

Τι γυρεύουν τρεις Αμερικανοί στην έρημο;

Ο ένας ανιχνεύει για νάρκες. Οι άλλοι δυο «τακτοποιούν». Xαράσσουν την παγκόσμια γεωπολιτική τάξη. Ο διάλογός τους αφορά τις πρώτες ύλες και την οικονομία.

Ο Ταλιμπάν, απόρριμμα αυτής της νέας τάξης (μα τόσο ζωτικό κομμάτι στην παλαιά ψυχροπολεμική – να πόσο σχετική είναι η κατηγορία της τάξης!), κρύβεται σε μια σπηλιά. Θα τους σκοτώσει για να προφυλαχθεί. Και έπειτα θα συλληφθεί.

Ό,τι ακολουθεί το μάθαμε τα τελευταία χρόνια μέσα από τις ειδήσεις και τις διαρροές. Μυστική μεταγωγή, πορτοκαλί στολές, κουκούλες, βασανιστήρια και πάλι μυστική μεταγωγή προς κάποια στρατιωτική βάση, κάπου στον κόσμο, με αεροπλάνο σε κρυφή πτήση που δε το συλλαμβάνουν τα ραντάρ ή οι διεθνείς συνθήκες.

Στη δεύτερη μεταγωγή θα συμβεί το απρόοπτο. Ατύχημα, δραπέτευση, ο Ταλιμπάν θα βρεθεί στο χιονισμένο δάσος μια χώρας της ανατολικής Ευρώπης.

Η έννοια της τάξης κατεξοχήν εκφράζεται από το νόμο. Νόμος είναι το όριο του τι θα συμπεριληφθεί και του τι θα αποκλεισθεί. Όσο μεγαλύτερο το όνειρο της τάξης, τόσο πιο καθολικός πρέπει να είναι ο νόμος. Ο πραγματικά καθολικός νόμος πρέπει να περιλαμβάνει ακόμα και τις εξαιρέσεις του, ακόμα και την αναστολή του, ακόμα και το «άνομο». Να δημιουργεί έναν «τόπο» στον οποίο ο ίδιος θα αναστέλλεται!

Αυτό τον τόπο κατοικεί η αρχετυπική κατηγορία του ρωμαϊκού δικαίου, «Homo Sacer», που αναλύει ο ιταλός φιλόσοφος Αγκάμπεν. Homo Sacer ήταν ο επίορκος που εξοριζόταν διπλά, τόσο από την Πόλη όσο και από τους Θεούς. Έχανε κάθε κοινωνική ή θεία προστασία. Μπορούσε να φονευθεί χωρίς ο φόνος του να θεωρηθεί ανθρωποκτονία. Έμενε με τη «γυμνή ζωή» του, δηλαδή με το ζωικό σαρκίο του.

Οι φυλακισμένοι του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία» υπήρξαν οι μοντέρνοι Homo Saceri. Στην «κατάσταση εξαίρεσης» που επέτρεψε ο ίδιος ο Νόμος μέσω της «Πατριωτικής Πράξης» του Τζωρτζ Μπους, έχασαν το «ρούχο» με το οποίο ντύνουν τη γυμνή ζωή μας οι νομικές ιδιότητες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι, στο παγωμένο δάσος ο δραπέτης με το γυμνό από κάθε εγγραφή του πολιτισμού σώμα του, θα επιδοθεί σε μια τυφλή φυγή. Οι διώκτες θα τον κυνηγούν σα θήραμα, οι λύκοι θα του επιτίθενται και αυτός το ίδιο. Σε όλη την ταινία δε θα προφέρει ούτε μια λέξη – όπως τα αγρίμια.

Οι μόνοι που θα σκύψουν σε αυτή τη «γυμνή ζωή», δηλαδή το «μη-θάνατο» (με το «μη» διαρκώς υπό αίρεση) θα είναι ένας σκύλος και μια κωφάλαλη γυναίκα. Με το ένστικτο και όχι με το Λόγο θα τον ζεστάνουν και χαϊδέψουν, σε μια εκδήλωση αυτού που ο Ρουσώ θεωρούσε πως χάνει ο κοινωνικός άνθρωπος: το «la pitie» – τον οίκτο του ζώου προς το ζώο που πεθαίνει, δηλαδή τη στοργή για την ίδια τη ζωή.

Μιλήσαμε για πολιτική και όχι για αισθητική, εξάλλου κάθε μέρα που κυλά τον τελευταίο καιρό τα κάνει όλα όλο και πιο πολιτικά. Δε χωρά να πούμε άλλα για αυτή την παράξενη, ολιγόλεπτη ταινία, με τις σιωπές της, τη βία της, τους μυστικιστικούς της ήχους. Αξίζει καθ’ αυτή και αξίζει ως παράδειγμα του τι εννοεί ο Αγκάμπεν. Και αξίζει ως ενθύμηση πως κάθε φορά που περνάμε ένα βιομετρικό έλεγχο ή μια κάμερα μας καταγράφει, αντίστοιχα «γυμνωνόμαστε» και εμείς.



Αξιολόγηση: * * * * (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 30/6/2011

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

ΜΑΡΑΝΤΟΝΑ (MARADONA BY KUSTURICA)


Σκηνοθεσία: Εμίρ Κουστουρίτσα
Διάρκεια: 90’

2008


Μαραντόνα καρνάβαλε! Μαραντόνα Θεέ! Παρθένα της Γουαδελούπης! Παναγία της κόκας και Άγιο Πνεύμα των φτωχογειτονιών του Μπουένος Άιρες! Άγιε των γηπέδων! Καντηλανάφτη των νονών της Νάπολι! Μεγάλε Μαραντόνα, υπήρξες ακόμα και δήμιος της εθνικής του Αλκέττα Παναγούλια…

Μαραντόνα τρελέ! Κατεβάζεις κόσμο στις πορείες! Μοιράζεσαι το βήμα με τον Τσάβες και καπνίζεις μαζί με τον Φιδέλ! Κάνεις κωλοδάχτυλο και ένα ολόκληρο γήπεδο σε αποθεώνει! Δοκιμάζεις για πολλοστή φορά να πεθάνεις και όλοι κλαίνε! Μαραντόνα τσιγγάνε, εγωπαθή και ξέχειλε! Μπολιβάρ ήσουν ωραίος ως Έλλην, και Μαραντόνα εσύ είσαι ωραίος ως Βαλκάνιος!

Για αυτά και για άλλα τόσα, ο Εμίρ Κοστουρίτσα επί δύο χρόνια σκηνοθετούσε το ντοκυμαντέρ αυτό για τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, την «καλύτερη ταινία του κόσμου» κατά δική του δήλωση.

Πώς όμως σκηνοθετείς ένα ντοκυμαντέρ – δηλαδή μια ταινία τεκμηρίωσης – όταν θέμα σου είναι ένα φαινόμενο που οι τεράστιες διαστάσεις του οφείλονται σε εξω-λογικούς λόγους;

Γιατί πράγματι, η ιστορία του Μαραντόνα θα μπορούσε απλώς να είναι ακόμα μια ιστορία ενός ταλαντούχου ποδοσφαιριστή – ίσως του καλύτερου που έπαιξε ποτέ – που έφθασε στο ζενίθ της επιτυχίας και έπειτα ζαλισμένος και άμυαλος κατρακύλησε στο ναδίρ των καταχρήσεων. Τέτοια συμβαίνουν, συνέβαιναν και θα συμβαίνουν. Που βρίσκεται το ξεχωριστό λοιπόν; Γιατί έχει σημασία σήμερα κάποιος που κλώτσησε ένα τόπι, τελευταία φορά πριν από δεκαπέντε χρόνια;

Η ιστορία του Μαραντόνα έχει σημασία γιατί μαγικά συγκλίνει σε όλες τις αρχετυπικές δομές μιας ιστορίας που είναι ωραίο να την ακούς. Μια ιστορία για το πάμφτωχο αγόρι που έφτασε στην κορυφή και έπειτα τα γκρέμισε όλα. Για τον outsider που παίζει και απ’ τις δυο πλευρές του νόμου (το καλύτερο γκολ του αιώνα / το πιο παράνομο γκολ του αιώνα). Για την ενσάρκωση ενός φτωχού έθνους στις κινήσεις ενός παίκτη που παίρνει μέσα στο γήπεδο τη συλλογική ρεβάνς για έναν πόλεμο που έχασαν από μια υπερδύναμη. Και τέλος, για την εξουσία του αυστηρότερου διαιτητή, του θανάτου, που ο Μαραντόνα καταφέρνει ακόμα και ντριμπλάρει.

Είναι μια ιστορία που δε μετρά καθ’ αυτή. Μετρά ο συμβολικός και φαντασιακός αντίκτυπός της. Εκεί είναι που αποκτά το βάρος της, στη φαντασία εκατομμυρίων ανθρώπων αποκλεισμένων από τα κέντρα της δύναμης και του πλούτου. Η φτώχια θέλει καλοπέραση και θέλει σουρεαλισμό. Αυτό το γνωρίζει καλά ο Κοστουρίτσα. Το έχει βιώσει στην «πυριτιδαποθήκη» (sic) των Βαλκανίων και το 'χει αποτυπώσει στη φιλμογραφία του.

Το ντοκυμαντέρ διανθίζεται από τις απίστευτες τελετουργίες της Εκκλησίας του Μαραντόνα (ναι, υπάρχει τέτοια εκκλησία!) που ιερουργεί, παντρολογεί και δοξάζει με ναό ένα γήπεδο και ένα στριπτιτζάδικο. Στο ενδιάμεσο, σε διάφορα κεφάλαια, θα ξεδιπλωθεί η ιστορία του Μαραντόνα με τον Κοστουρίτσα να του παίρνει τη συνέντευξη.

Η ταινία δεν αγιοποιεί και ούτε καταδικάζει. Ο Μαραντόνα ήταν μια ιδιοφυία των γηπέδων και έξω από αυτά είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος – ενίοτε φριχτά αφόρητος –, με τις κοινοτυπίες του, του μελοδραματισμούς του. Ο μύθος όμως πάντα αρέσκεται να μεταπλάθει το υλικό του και ο Κοστουρίτσα αναδυκνείει το ετερόκλητο μωσαϊκό του, πλαισιώνοντας το ντοκυμαντέρ με τη δική του αφήγηση σε βαριά, δεικτικά αγγλικά, σλαβόφωνης προφοράς. Μια αφήγηση ηρωική και πένθιμη για τον ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο Μαραντόνα και για ένα κόσμο που ανθίζει στη περιφέρεια του Κόσμου.

Ω Μαραντόνα Προπονητή! Εκλιπαρώ. Μη μας ρίξετε πολλά με τον προφήτη σου το Μέσσι, στη Νότιο Αφρική το καλοκαίρι.




Αξιολόγηση (σπονδή εν όψει του μουντιάλ): * * * * * (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 22/4/2010



***

Και τώρα που πλέον γνωρίζουμε τι συνέβη στο Μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής,
όπου ο Μαραντόνα ως προπονητής μας στέρησε
έναν ωραίο φαντασιακό θρίαμβο αλά Euro 2004
(και μερικά λιγότερο ωραία πογκρόμ προς μετανάστες...),
η σπονδή ας δώσει τη θέση της
στην κανονική βαθμολογία του ντοκυμαντέρ αυτού,
του γουστόζικου αλλά και προχειρούτσικου, με μια
αίσθηση Manu Chao και κινήματος ενάντια στην παγκοσμιοποίηση,
η οποία
και είναι


αξιολόγηση: * * * (3)