Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

ΤΑ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ


Εδώ και πολλούς μήνες με έχει θέσει υπό τα σκήπτρα της μαγείας της η λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας.
 
Κάθε βιβλίο της γίνεται ένα όρος που σου προσφέρει την κορυφή του για να ατενίσεις τον κόσμο από ύψος μεγάλο. Ή γίνεται ένα αστέρι απόμακρο, με όνομα μυστικό – Βετελγόζης, Εράκης, Αλδεβαράν –  από το οποίο μπορείς να κοιτάξεις πίσω, εδώ, με την ικανή εκείνη απόσταση που χαρίζει τη γνώση.

Οι κόσμοι της επιστημονικής φαντασίας είναι τα αντεστραμμένα άστρα της αστρονομίας. Αν το φως των ουράνιων σωμάτων φθάνει στα τηλεσκόπια των αστρονόμων χιλιάδες χρόνια αφοτου έχουν σβήσει, οι χώρες της επιστημονικής φαντασίας δεν έχουν καν ακόμα υπάρξει. Κυοφορούνται κάπου στο μέλλον.

Ουτοπίες του μέλλοντος, ελπίδες του σήμερα. Και αν το είδος μας δε βγάλει τα μάτια του μόνο του, αν καταφέρει κάποτε να βαδίσει σε αυτές, τότε μια μέρα οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος θα καθίσουν να γράψουν τα βιβλία Ιστορίας για τη δική μας εποχή.

Και δίχως αμφιβολία, από ψηλά θα κοιτάξουν εδώ χάμω και θα συμπεράνουν πως και εμείς, οι άνθρωποι του αρχαίου 21ου αιώνα, ανήκαμε στην ίδια μακρά περίοδο της προϊστορίας του ανθρώπινου είδους.

Μαζί με φυλάρχους, ρωμαίους ηγεμόνες και φεουδάρχες σκληρούς, κυβερνιόμαστε ακόμα με μαχαίρι και ξίφος. Τότε ρίχναν μολύβι καυτό στους εχθρούς, τώρα αρρωσταίνουν τα παιδάκια από το μόλυβδο που κυλά στα ποτάμια. Τότε αδειάζαν τα δουλεμπορικά κατά μεσής του πελάγους, τώρα αφήνουν τα καϊκάκια να βυθιστούν στις παρυφές των χωρικών μας υδάτων. Τότε τα ικριώματα αποτελούσαν το θέαμα του κόσμου, τώρα διοργανώνονται επιδείξεις μόδας και φιέστες – και κάπου στην Ινδονησία οι νεαρές υφάντριες πεθαίνουν πάνω στης εργασίας τους πάγκους.

Κάποτε οι καθισμένοι σε αδαμαντοποίκιλτους θρόνους στέλναν χιλιάδες στην πείνα, τώρα οι καθισμένοι σε δερμάτινες, ντιζάιν πολυθρόνες στέλνουν εκατομμύρια στη φτώχια.

Και οι καλύτεροι του είδους μας; Ακόμα και αυτοί, αφελέστατα τέκνα της εποχής τους. Κάποτε χάιδευαν το μάγουλο του καλού σκλάβου ή χάριζαν γαλοπούλα στον προκομμένο εργάτη. Τώρα γράφουν κείμενα σαν αυτό και απλώς παίζουν με λέξεις.

Λοιπόν, μπορεί τα αυτοκίνητα ή τα λάπτοπ να έχουν γίνει πιο γρήγορα, μα εμείς παραμένουμε άγριοι, με τεχνική απλώς εξειδίκευση.

Και μια μέρα στο μέλλον θα τους φαίνονται τόσο αποτρόπαια αυτά που συνέβαιναν στο παρελθόν, τόσο, που καμιά λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας δεν θα μπορεί να συλλάβει.




Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, στη στήλη "Β' Εξώστης", 13/2/2014

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ (IN A WORLD...)

Σκηνοθεσία: Λέηκ Μπελ             
Παίζουν: Λέηκ Μπελ, Φρεντ Μελαμέντ, Κεν Μαρίνο, Αλεξάντρα Χόλντεν, Ρομπ Κόρντρυ, Έβα Λονγκόρια       
Διάρκεια: 93’    
2013


Σε έναν κόσμο… όπου τα προϊστορικά ζόμπι έχουν ξυπνήσει από το διεστραμμένο ύπνο τους…

Ο κινηματογράφος είναι μια μηχανή παραγωγής ονείρων. Και κόσμων. Κόσμων ανόητων ή κόσμων μαγευτικών, αδιάφορο.

Σε έναν κόσμο… όπου τα φρικώδη εξωγήινα αυγά εκκολάπτονται μέσα στα ντουλάπια των ανυποψίαστων κατοίκων των μεγαλουπόλεων…

Δεν υπάρχει κόσμος της φαντασίας που να μην μπορεί να τον δημιουργήσει ο κινηματογράφος. Έχει άλλωστε διαθέσιμα όλα τα οικοδομικά υλικά: εικόνες, εφέ, πειστικούς και ωραίους ηθοποιούς.

Σε έναν κόσμο…

Και διαθέτει και ένα ακόμα εργαλείο, παραγνωρισμένο σήμερα, μα εξίσου βασικό. Τη φωνή.

«Σε έναν κόσμο…» Αυτή ήταν η φράση σήμα κατατεθέν με την οποία ξεκινούσε τα τρέιλερ χιλιάδων ταινιών ο περίφημος Ντον ΛαΦονταίν. Το όνομά του μάλλον δε θα το γνωρίζετε, ούτε το πρόσωπό του. Σίγουρα όμως ξέρετε καλά τη φωνή του, μπάσα, με εκείνη την πολυκύμαντη χροιά, αν έστω και μια φορά καθίσατε σε κάθισμα κινηματογράφου και παρακολουθήσατε τα «προσεχώς».

Ταινίες δράσης ή επικές, ταινίες καταστροφής ή παιδικές, ταινίες με εξωγήινους ή με φαντασματάκια, η φωνή του ΛαΦονταίν ήταν εκεί, να ντύνει τις εικόνες των ολιγόλεπτων τρέιλερ, να στήνει τα θεμέλια όπου θα στηριζότανε ο κινηματογραφικός κόσμος που επί 2 ώρες θα σας ρούφαγε.

Ο αρχαίος και ο μεσαιωνικός κόσμος υπήρξαν το Ακουστικό Βασίλειο. Μάντεις, ιεροκήρυκες και ψάλτες. Τελάληδες και ρήτορες. Στεντόρειες φωνές, επιβλητικές, έπειθαν τον κόσμο για την ύπαρξη ενός κόσμου στο επέκεινα, έπειθαν τον κόσμο να φύγει για εκστρατείες από τις οποίες δε θα γύριζε ποτέ.

Η Μαγεία του Ήχου. Θρόιζαν τα φύλα στο μεσαιωνικό και σκοτεινό δάσος, σφύριζε ο αέρας, βροντούσε ο ουρανός και από τους ήχους όλοι μάντευαν βρικόλακες, μάγισσες και στοιχειά.

Όλα όμως κάποτε τελειώνουν και το μακραίωνο ακουστικό βασίλειο θα κατέρρεε με πάταγο (πώς αλλιώς;) το 1450. Ο Γουτεμβέργιος θα ανακάλυπτε την τυπογραφία και πλέον ο κόσμος δε θα ήταν η ρευστή φωνή που φθάνει στα αυτιά, μα η τυπωμένη λέξη που τη γραπώνουνε τα μάτια μας.

Και αν η εφεύρεση του κινηματογράφου – αυτό το πανηγύρι της όρασης – αιώνες μετά θα έμοιαζε το τελειωτικό χτύπημα, ωστόσο περιπτώσεις σαν αυτές του ΛαΦονταίν δείχνουν πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Οι εικόνες και η φωνή μπορούν να συμμαχούν για να ιδρύσουν από κοινού έναν κόσμο.

Σε έναν κόσμο… λοιπόν, όπου ο ΛαΦονταίν (1940 – 2008) έχει πεθάνει, τα στούντιο του Χόλιγουντ ετοιμάζονται να γυρίσουν μετά από καιρό μια επική τετραλογία και αναζητούν το διάδοχο που θα ξεστομίσει μπάσα, πολύ μπάσα, το «σε έναν κόσμο». Για τη θέση ερίζουν ο σχεδόν συνταξιούχος νούμερο δύο και ο ανερχόμενος νούμερο τρία. Και επιπλέον, ένας αστάθμητος παράγοντας, η κόρη του πρώτου και από τύχη ερωμένη του δεύτερου. 

Σε ένα ανδροκρατούμενο επάγγελμα, η νεαρή Κάρολ, δασκάλα φωνητικής, καλλιεργεί τη φωνή της και ονειρεύεται. Είναι ένας θηρευτής φωνών και προφορών, με το κασσετοφωνάκι της να παίρνει από πίσω όποιον μιλά ξενικά.

Η ταινία ακολουθεί τις συναντήσεις και τα μπλεξίματα των βασικών ηρώων και αποτελεί ένα γλυκό, χιουμοριστικό και έξυπνο φόρο τιμής σε ένα άγνωστο συστατικό της μαγείας του κινηματογράφου.

Όμως, σσσσσς, αρχίζει το τρέιλερ…

«Σε έναν κόσμο όπου μια φυλή μεταλλαγμένων αρσενικών αγρίων τρέφονται από τα στείρα εδάφη της μητέρας Γης»… Και όμως! Με την κατάλληλη φωνή, όλα μπορούν να ακουστούν πειστικά!





Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 13/2/2014

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

THE GRANDMASTER

Σκηνοθεσία: Γουώνγκ Καρ Βάι
Παίζουν: Τόνι Λιούνγκ Τσι Γουάι, Τσουνγκ Λι, Κινξιάν Γουάν, Έλβις Τσούι, Χι-κιο Σονγκ

Διάρκεια: 117'
2013


Γράφοντας πλέον μόνιμα σε αυτήν εδώ τη στήλη, το "Videodrome", όπου παρουσιάζουμε ταινίες που δεν κατάφεραν να φθάσουν στις αίθουσες των κινηματογράφων και να ζήσουν τις δόξες της μεγάλης οθόνης, μα βρήκαν καταφύγιο στα βιντεοκλάμπ, ζητιανεύοντας μέρα στη μέρα το βλέμμα των πελατών μήπως και τις νοικιάσουνε, μήπως και αυτές οι καημενούλικες βρουν την ευκαιρία και ξεδιπλώσουνε τον κόσμο τους επιτέλους και κατ’ οίκον, νιώθω πως βρίσκομαι στα μετόπισθεν ενός πολέμου.

Πρόκειται φυσικά για τον πόλεμο της κριτικής κατά τον οποίο οι Κριτικοί Κινηματογράφου με αυστηρότητα σφαγιάζουν τις ταινίες και τους αντιπάλους στρατηγούς, τους Σκηνοθέτες. Πολεμικές ρητορικές! Πηχυαίοι τίτλοι στα καλλιτεχνικά ένθετα των εφημερίδων! Εισιτήρια στα ταμεία των σινεμάδων και πηγαδάκια στα πέριξ! Οι αφίσες των ταινιών στις προθήκες, λάβαρα ενός πολέμου για αναγνώριση.

Εδώ στα μετόπισθεν είναι αλλιώς. Έχει ησυχία. Αντιμετωπίζουμε ταινίες κουτσές που δεν κρίθηκαν κατάλληλες για στράτευση, μα καταδικάστηκαν στη μακρά και εναλλακτική θητεία να γεμίζουνε τις άδειες νύχτες μας και τις νεκρές ώρες της τηλεόρασης.

Δεν είναι βέβαια πάντα κουτσές οι ταινίες αυτές. Καμιά φορά απλως το ένα τους πόδι είναι πιο στέρεο από το άλλο και έτσι μοιάζει παράταιρο το βάδισμά τους. Και άλλες πάλι φορές και τα δυο πόδια είναι εντάξει, μόνο που οι δρασκελιές τους είναι ιδιαίτερα πρωτότυπες και πειραματικές, γρήγορες πολύ για να τις προλάβει ένα κοινό που ασθμαίνει. Κάποιες, τέλος, φορές και τα δυο ποδάρια τους είναι φτιαγμένα μονάχα από ποπ-κορν. Πάνε να τα πατήσουν χάμω, διαλύονται, δε βλέπονται, και εμείς μαζεύουμε από κάτω τα ποπ-κορν και τα τρώμε.

Τη σημερινή ταινία μας θα την ενέτασσα στην πρώτη κατηγορία χωλότητας, αν και έχω την υπόνοια πως κυρίως αναζήτησε "τρελόχαρτο" και το πήρε προς μεγάλη ικανοποίησή της. 

Όπως και να 'χει, το πόδι της καλλιτεχνικής της ομορφιάς είναι ρωμαλέο, μα εκείνο της αφηγηματικής ροής όλο σκοντάφτει. Η ταινία αφηγείται περιστατικά από τη ζωή του Ιπ Μαν, του περίφημου κινέζου δασκάλου των πολεμικών τεχνών. Εκκινεί στο τέλος της «άνοιξης» της ζωής του και διασχίζει το «χειμώνα» της, που κατέφθασε δίχως ένα φθινόπωρο να τον προετοιμάσει για τις θύελλες και τις κακουχίες.

Ο Ιπ Μαν είναι ένας πλούσιος κληρονόμος, στοχαστικός, γοητευτικός, που στα 40 του χρόνια θεωρείται ο ικανότερος γνώστης των παραδοσιακών πολεμικών τεχνών στη νότια Κίνα. Ενώ πλησιάζει η στιγμή που θα του αποδοθεί η μέγιστη αναγνώριση, οι Ιάπωνες εισβάλλουνε στη χώρα. 

Θα ακολουθήσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η ευγένεια του Κουνγκ Φου θα αντικατασταθεί από τους εναέριους βομβαρδισμούς και τους όλμους των τανκς και αυτός ο κάποτε ευπατρίδης θα βρεθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’40 στο Χονγκ Κονγκ να διδάσκει την υψηλή του τέχνη στις συμμορίες των δρόμων, ώστε να βιοποριστεί.

Η ταινία καλύπτει τα σχεδόν 20 χρόνια του χειμώνα του Ιπ Μαν, δίχως να αποτελεί μια βιογραφία. Αντιθέτως, με όχημα το σημειολογικό σύστημα και γλώσσα του Κουνγκ Φου, αποτελεί μια εξιστόρηση της ταραχώδους ιστορίας της πρώην αυτοκρατορίας, μια ματιά στο ετερογενές μωσαϊκό των εκατοντάδων εθνοτήτων, γλωσσών και κοινωνικών της χρόνων
.
Τρεκλίζοντας ακόμα στο φεουδαρχικό τους παρελθόν, οι μεγάλες οικογένειες της Κίνας έχουν κάθε μια τη δική της εκδοχή των πολεμικών τεχνών. Το ιδίωμα των κινήσεων είναι κάτι πολύ περισσότερο από έναν τρόπο να χτυπάς: είναι μια συμπύκνωση φιλοσοφικών στάσεων, μια χορογραφία των δαχτύλων, ένα σύνολο σεβάσμιων παραδοχών που αντανακλούν τις πολιτισμικές παραδόσεις της χώρας. Είναι μια ποίηση των χειρονομιών, όπου μια γροθιά μπορεί κάλλιστα να ονομάζεται το «κρυμμένο λουλούδι ανάμεσα στα φύλλα».

Έτσι, παρακολουθώντας μια σειρά συγκρούσεων απίστευτης χορογραφικής ομορφιάς, άλλοτε σε ένα δρόμο γεμάτο γκρίζα βροχή, άλλοτε σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό όπου οι ατμοί και το χιόνι μοιάζουν με θάλασσα μαργαριταριών και άλλοτε σε έναν πολυτελή οίκο ανοχής με το χρυσοπράσινο χρώμα των κεριών και τη προφύρα των βελούδων, παίρνουμε μια εικόνα του πολυκύμαντου της κινεζικής παράδοσης, όπου συχνά γλώσσες που δεν εκφράζονται με λέξεις μεταφέρουν το μεγαλύτερο μέρος του νοήματος.

Ωπ! Ξαφνικά μου τέλειωσαν οι λέξεις! Ανακωχή στον πόλεμο και να οι όροι της ειρήνης: όπως και με τις άλλες ταινίες του Γουώνγκ Καρ Βάι, και εδώ μου συνέβη το ίδιο. Τη μια στιγμή να βυθίζομαι στην απύθμενη ομορφιά και την άλλη να κοιτάω το ρολόι. 




Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 13/12/2013