Σκηνοθεσία: Βαλερί Ντονζέλι
Παίζουν: Βαλερί Ντονζέλι, Τζέρεμι Έλκαιμ, Σεζάρ Ντεσί
Διάρκεια: 100’
2011
Η περίφημη «Αμελί» του Ζαν Πιερ Ζενέ η οποία εμφανίστηκε από το πουθενά στις κινηματογραφικές αίθουσες το 2001 και έμεινε εκεί για μήνες προκαλώντας δάκρυα και χαμόγελα σε εκατομμύρια θεατές – αρκετοί από τους οποίους πήγαιναν για πρώτη φορά στη ζωή τους σινεμά, για χάρη της, εγκαινίαζε μια δεκαετία εν γένει αισιόδοξη όπου το βασικό ζήτημα για την πλειοψηφία των Ευρωπαίων ήταν η μοναξιά πίσω από τις κλειστές πόρτες των γειτόνων μας.
Έκτοτε κύλισε πολύ νερό στο αυλάκι, διαπιστώσαμε πως στο λογαριασμό προστέθηκαν και άλλες, πιο σκληρές δυστυχίες. Ωστόσο το φαινόμενο «Αμελί» συνέχισε ακάθεκτο. Πολλές ταινίες ακολούθησαν τα χνάρια της, επιδιώκοντας έναν παραμυθένιο ρεαλισμό, μια τρυφερή μετάπλαση και άρση των δυσλειτουργιών του σύγχρονου μητροπολιτικού τρόπου ζωής. Συχνά αποτύγχαναν. Το να προσθέτεις στην αρχή το «μια φορά και έναν καιρό» δε γεννά αυτόματα το παραμύθι. Η αμελίστικη «Odette Toulemonde» πριν από 5 χρόνια κατέληγε, κόντρα σε δυο αιώνες φεμινισμού, να υπερασπίζεται την κουζίνα ως βασίλειο της γυναίκας.
Φέτος, μετά τους «Ανώνυμους Ρομαντικούς», το «Πολεμώντας για τη Νίκη» έρχεται και πάλι από τη Γαλλία, ως μια ακόμα παραλλαγή του είδους. Αυτή τη φορά το θέμα είναι ασήκωτο: ένα νεαρό ζευγάρι μαθαίνει πως το δίχρονο αγοράκι τους, ο Αδάμ, είναι βαριά άρρωστο και μπροστά τους ξετυλίγονται 5 χρόνια επεμβάσεων και θεραπειών. Ωστόσο η ταινία ηθελημένα διαλέγει την ίδια στιγμή να το ελαφρύνει. Ζεστά κάδρα, πολύ μουσική, καρτποσταλικά φλας μπακ στη γνωριμία του ζευγαριού σε ανέμελα πάρτυ. Το παιδάκι δε θα το δούμε να υποφέρει και νιώθουμε πάντα πως θα σωθεί.
Έτσι, πραγματικό θέμα της ταινίας γίνεται το νεαρό ζευγάρι, η ανέμελη γενιά μας που ξαφνικά καλείται να αντιμετωπίσει πράγματα που ποτέ δεν φαντάστηκε. Στη θέση του άρρωστου μικρού θα μπορούσε να είναι η μακροχρόνια ανεργία ή το απλήρωτο δάνειο. Ή ακόμα και η ίδια η δέσμευση της σχέσης. Όταν παντρεύεσαι μια γυναίκα, χάνεις όλες τις υπόλοιπες γυναίκες του κόσμου – και η εποχή μας δεν τα πάει καλά με την απώλεια των επιλογών ή αλλιώς, με το βάρος της απόφασης.
Ωστόσο και αυτός ο άξονας αναπτύσσεται σκαριφηματικά: απιθανότητες, τραγουδάκια, αυτοματοποιημένοι συμβολισμοί, αγκαλιές και φιλιά.
Πάρα πολλές αγκαλιές και φιλιά. Μεταξύ γονιών και παιδιών που έχουν να συναντηθούν χρόνια και που η αρρώστια του εγγονού – που οι μισοί δεν τον έχουν καν ξαναδεί (!) – τους φέρνει κοντά. Είναι οι τυπικές σχέσεις στις οποίες τόσο αρέσκεται το κεντροευρωπαϊκό μοντέλο, αυτή η αποθέωση της ιδιωτικής ανεξαρτησίας και αυτοδιάθεσης, που η ουσιαστική τους μοναξιά, μόνο ξορκίζεται με τα κραυγαλέα «σ’ αγαπώ» που αφειδώς ειπώνονται από όλους προς όλους.
Έχω αρχίσει να γίνομαι ξινός και πικρός σε αυτήν εδώ τη στήλη. Η ταινία έχει τις στιγμές της, είναι γλυκά πρωτόλεια και αθώα. Όμως είναι πολλοί και οι μικροί Αδάμ που δεν πρόκειται να σωθούνε – όσο και αν αγκαλιαζόμαστε – τα επόμενα χρόνια στα ερημωμένα, «οικονομικώς εξυγιασμένα» νοσοκομεία μας.
Το βράδυ πριν από την επέμβαση του μικρούλη, το νεαρό ζευγάρι αγχωμένο δίπλα στο κρεβατάκι του, ακούει στο ραδιόφωνο για την έναρξη των βομβαρδισμών στο Ιράκ. Από αυτό προκύπτει και ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας, «Η Kήρυξη του Πολέμου». Όμως άλλο ο πόλεμος όπου πρώτα πέφτουνε οι βόμβες και έπειτα έρχεται η «δημοκρατία», ο γενικευμένος σφαγιασμός και το γεωπολιτικό παιχνίδι, και άλλο ο Πόλεμος ενάντια στην Ασθένεια.
Ένας πόλεμος τον οποίο ποτέ πραγματικά δεν κηρύττει η ανθρωπότητα όσο τα νοσοκομεία διευθύνονται από οικονομικούς μάνατζερ και όσο τα φάρμακα πατεντάρονται, «κλειδώνουν» και γίνονται κερδοφόρες μετοχές στο χρηματιστήριο της υγείας.
Αξιολόγηση: * * (2)
Δημήτρης Δρένος
δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 1/12/2011