Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

THE GRANDMASTER

Σκηνοθεσία: Γουώνγκ Καρ Βάι
Παίζουν: Τόνι Λιούνγκ Τσι Γουάι, Τσουνγκ Λι, Κινξιάν Γουάν, Έλβις Τσούι, Χι-κιο Σονγκ

Διάρκεια: 117'
2013


Γράφοντας πλέον μόνιμα σε αυτήν εδώ τη στήλη, το "Videodrome", όπου παρουσιάζουμε ταινίες που δεν κατάφεραν να φθάσουν στις αίθουσες των κινηματογράφων και να ζήσουν τις δόξες της μεγάλης οθόνης, μα βρήκαν καταφύγιο στα βιντεοκλάμπ, ζητιανεύοντας μέρα στη μέρα το βλέμμα των πελατών μήπως και τις νοικιάσουνε, μήπως και αυτές οι καημενούλικες βρουν την ευκαιρία και ξεδιπλώσουνε τον κόσμο τους επιτέλους και κατ’ οίκον, νιώθω πως βρίσκομαι στα μετόπισθεν ενός πολέμου.

Πρόκειται φυσικά για τον πόλεμο της κριτικής κατά τον οποίο οι Κριτικοί Κινηματογράφου με αυστηρότητα σφαγιάζουν τις ταινίες και τους αντιπάλους στρατηγούς, τους Σκηνοθέτες. Πολεμικές ρητορικές! Πηχυαίοι τίτλοι στα καλλιτεχνικά ένθετα των εφημερίδων! Εισιτήρια στα ταμεία των σινεμάδων και πηγαδάκια στα πέριξ! Οι αφίσες των ταινιών στις προθήκες, λάβαρα ενός πολέμου για αναγνώριση.

Εδώ στα μετόπισθεν είναι αλλιώς. Έχει ησυχία. Αντιμετωπίζουμε ταινίες κουτσές που δεν κρίθηκαν κατάλληλες για στράτευση, μα καταδικάστηκαν στη μακρά και εναλλακτική θητεία να γεμίζουνε τις άδειες νύχτες μας και τις νεκρές ώρες της τηλεόρασης.

Δεν είναι βέβαια πάντα κουτσές οι ταινίες αυτές. Καμιά φορά απλως το ένα τους πόδι είναι πιο στέρεο από το άλλο και έτσι μοιάζει παράταιρο το βάδισμά τους. Και άλλες πάλι φορές και τα δυο πόδια είναι εντάξει, μόνο που οι δρασκελιές τους είναι ιδιαίτερα πρωτότυπες και πειραματικές, γρήγορες πολύ για να τις προλάβει ένα κοινό που ασθμαίνει. Κάποιες, τέλος, φορές και τα δυο ποδάρια τους είναι φτιαγμένα μονάχα από ποπ-κορν. Πάνε να τα πατήσουν χάμω, διαλύονται, δε βλέπονται, και εμείς μαζεύουμε από κάτω τα ποπ-κορν και τα τρώμε.

Τη σημερινή ταινία μας θα την ενέτασσα στην πρώτη κατηγορία χωλότητας, αν και έχω την υπόνοια πως κυρίως αναζήτησε "τρελόχαρτο" και το πήρε προς μεγάλη ικανοποίησή της. 

Όπως και να 'χει, το πόδι της καλλιτεχνικής της ομορφιάς είναι ρωμαλέο, μα εκείνο της αφηγηματικής ροής όλο σκοντάφτει. Η ταινία αφηγείται περιστατικά από τη ζωή του Ιπ Μαν, του περίφημου κινέζου δασκάλου των πολεμικών τεχνών. Εκκινεί στο τέλος της «άνοιξης» της ζωής του και διασχίζει το «χειμώνα» της, που κατέφθασε δίχως ένα φθινόπωρο να τον προετοιμάσει για τις θύελλες και τις κακουχίες.

Ο Ιπ Μαν είναι ένας πλούσιος κληρονόμος, στοχαστικός, γοητευτικός, που στα 40 του χρόνια θεωρείται ο ικανότερος γνώστης των παραδοσιακών πολεμικών τεχνών στη νότια Κίνα. Ενώ πλησιάζει η στιγμή που θα του αποδοθεί η μέγιστη αναγνώριση, οι Ιάπωνες εισβάλλουνε στη χώρα. 

Θα ακολουθήσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η ευγένεια του Κουνγκ Φου θα αντικατασταθεί από τους εναέριους βομβαρδισμούς και τους όλμους των τανκς και αυτός ο κάποτε ευπατρίδης θα βρεθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’40 στο Χονγκ Κονγκ να διδάσκει την υψηλή του τέχνη στις συμμορίες των δρόμων, ώστε να βιοποριστεί.

Η ταινία καλύπτει τα σχεδόν 20 χρόνια του χειμώνα του Ιπ Μαν, δίχως να αποτελεί μια βιογραφία. Αντιθέτως, με όχημα το σημειολογικό σύστημα και γλώσσα του Κουνγκ Φου, αποτελεί μια εξιστόρηση της ταραχώδους ιστορίας της πρώην αυτοκρατορίας, μια ματιά στο ετερογενές μωσαϊκό των εκατοντάδων εθνοτήτων, γλωσσών και κοινωνικών της χρόνων
.
Τρεκλίζοντας ακόμα στο φεουδαρχικό τους παρελθόν, οι μεγάλες οικογένειες της Κίνας έχουν κάθε μια τη δική της εκδοχή των πολεμικών τεχνών. Το ιδίωμα των κινήσεων είναι κάτι πολύ περισσότερο από έναν τρόπο να χτυπάς: είναι μια συμπύκνωση φιλοσοφικών στάσεων, μια χορογραφία των δαχτύλων, ένα σύνολο σεβάσμιων παραδοχών που αντανακλούν τις πολιτισμικές παραδόσεις της χώρας. Είναι μια ποίηση των χειρονομιών, όπου μια γροθιά μπορεί κάλλιστα να ονομάζεται το «κρυμμένο λουλούδι ανάμεσα στα φύλλα».

Έτσι, παρακολουθώντας μια σειρά συγκρούσεων απίστευτης χορογραφικής ομορφιάς, άλλοτε σε ένα δρόμο γεμάτο γκρίζα βροχή, άλλοτε σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό όπου οι ατμοί και το χιόνι μοιάζουν με θάλασσα μαργαριταριών και άλλοτε σε έναν πολυτελή οίκο ανοχής με το χρυσοπράσινο χρώμα των κεριών και τη προφύρα των βελούδων, παίρνουμε μια εικόνα του πολυκύμαντου της κινεζικής παράδοσης, όπου συχνά γλώσσες που δεν εκφράζονται με λέξεις μεταφέρουν το μεγαλύτερο μέρος του νοήματος.

Ωπ! Ξαφνικά μου τέλειωσαν οι λέξεις! Ανακωχή στον πόλεμο και να οι όροι της ειρήνης: όπως και με τις άλλες ταινίες του Γουώνγκ Καρ Βάι, και εδώ μου συνέβη το ίδιο. Τη μια στιγμή να βυθίζομαι στην απύθμενη ομορφιά και την άλλη να κοιτάω το ρολόι. 




Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 13/12/2013 

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

JACK GOES BOATING

Σκηνοθεσία: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν
Παίζουν: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Τζων Ορτίζ, Ρίτσαρντ Πετροτσέλι, Άμι Ράιαν, Ντάφνι Ρουμπίν-Βέγκα
Διάρκεια: 91’
2010


Σε παλιότερο κείμενο, είχαμε αναρωτηθεί με απορία, γιατί όλες σχεδόν οι ερωτικές ταινίες να έχουν για ήρωές τους πλούσιες και πλούσιους, ωραίες και ωραίους, που ζούνε τα πάθη τους ταξιδεύοντας στις εξωτικές άκρες του κόσμου ή μένοντας εντός, σε ωραία διαμερίσματα, κεντρικά, στις πιο όμορφές του πόλεις. Γιατί όλοι αυτοί οι ερωτευμένοι να είναι και επαγγελματικά πετυχημένοι, γοητευτικοί τόσο, που στο τέλος όχι μόνο να κερδίζουνε το ταίρι της καρδιάς τους, αλλά και το δικό μας έρωτα, εμάς των θεατών.

Η σημερινή ταινία μας, γενναία, ξεφεύγει από τον κανόνα. Παρουσιάζει τον έρωτα; την αγάπη; την ανάγκη; την ώθηση της μοναξιάς; που φέρνει κοντά, σταδιακά, δυο ανθρώπους που ως θεατές δεν πρόκειται ποτέ μας να ερωτευθούμε.

Και τούτοι οι δυο ζουν στη μεγάλη πόλη, την εντυπωσιακότερη όλων, τη Νέα Υόρκη. Και αυτοί βγαίνουν μέσα από λιμουζίνες αστραφτερές ή από υπέροχα κτήρια.

Όμως δεν τους ανήκουν. 

Ο Τζακ εργάζεται ως οδηγός πολυτελών αυτοκινήτων. Ατσούμπαλος είναι και λιγομίλητος. Δε ζητά πολλά από τη ζωή και αυτή δεν του έχει δώσει τίποτα. Μόνο μια κασέτα με ρέγγε μουσική, να την ακούει και να ονειρεύεται. Κάθε πρωί ξεπαρκάρει τη λιμουζίνα από το παρατημένο οικόπεδο των προαστίων και οδηγεί τους κομψούς κυρίους στο κέντρο, ως τα ξενοδοχεία της χλιδής για τα οποία ποτέ δε θα αποκτήσει χρήματα, ούτε για ένα βράδυ. 

Έχει κρύο στη Νέα Υόρκη. Μα ακόμα και όταν δεν έχει, αυτός πάντα φοράει το σκουφί του. Από κάτω κρύβει επιμελώς τα άτεχνα ράστα κοτσιδάκια του, έμβληματα μιας ασχημάτιστης ελπίδας το περιεχόμενό της οποία ούτε ο ίδιος δε γνωρίζει, αυτός, ο τρομαγμένος άνθρωπος που τα φοβάται όλα.

Η Λούσι εργάζεται στις τηλεφωνικές πωλήσεις ενός πολυτελούς γραφείου τελετών. Προωθεί το μακάβριο εμπόρευμα, ενώ δεν το γνωρίζει πως το αφεντικό σκέφτεται να την απολύσει. Κάθε απόγευμα βγαίνει από το κτήριο και περπατά το δρόμο για το σπίτι. Μια εικόνα που όλο γερνά θα την περιμένει στο καθρέφτη. Κατοικίδιες φοβίες και εμμονές, που κάθε νύχτα τις παίρνει αγκαλιά στο άδειο της κρεβάτι.

Ένα ζευγάρι συναδέλφων θα προσπαθήσει να τους σμίξει. Τα πρώτα ραντεβού θα αποδειχθούν παρωδία όλων των εγχειριδίων περί φλερτ. Δεν πρόκειται για τον Χιου Γκραντ ή την Τζούλια Ρόμπερτς, δεν είναι αυτός ο κυνηγός και αυτή η θηλυκή παγίδα, δεν ξέρουν να μιλούν τη γλώσσα του σώματος ή με υγρές, φανταχτερές ατάκες. Μονάχα αμήχανες κουβέντες θα ανταλλάζουν, κοινοτυπίες, «ναι», «όχι» και «μμ», μουρμουριστά.

Και ωστόσο, το σμίξιμο θα επέλθει, σιγά σιγά και ανεπαίσθητα. Μόνο που όσο αυτοί θα σμίγουνε, η σχέση των φίλων τους θα καταρρέει. Ζώντας στις γκρίζες ζώνες της ζωής, δύσκολο δεν είναι μόνο να οικοδομήσεις μια σχέση, μα και να την κρατήσεις. Σ’ αυτή τη χαμηλή ζωή της κούρασης και της διάψευσης, το πάτωμα των μικρών διαμερισμάτων γίνεται βούρκος. Και όταν παρουσιάζεται η ευκαιρία να ξεφύγεις, δύσκολα το αρνείσαι – και προδίδεις.

Έτσι, ανεπαίσθητα επίσης, όπως όλα μες το φιλμ αυτό, θα επέλθει η δραματική κορύφωση. Με θεατρική καταγωγή η ταινία, δεν την αρνείται. Κυλά αργά ώστε να νιώσουμε καλά πως είναι να ζεις τέτοιες ζωές. Οι διάλογοι είναι απλοί, απλοϊκοί, πολλές φορές ανολοκλήρωτοι. Ομιλίες κουρασμένες, κουρασμένων ανθρώπων που δεν έχουν το κουράγιο να αναζητήσουνε τις λέξεις.

Το ζευγάρι τώρα είναι μαζί. Και ίσως τα βράδια ψάχνουν στην τηλεόραση πού παίζει κάποια ρομαντική κομεντί. Να σιωπήσουνε κι άλλο και να ψάξουν νοερά και κατά μόνας τη μαγεία που η καθημερινή τους ζωή τούς στερεί. Το άλλο πρωί θα πρέπει να ανεχτούν ένα γλοιώδες αφεντικό και μια πολυτέλεια που επιτρέπεται μόνο να τη βλέπουν και ποτέ να μην αγγίζουν.

Μα έτσι συμβαίνει έξω από το Χόλυγουντ και μέσα στις άνισες πόλεις. Σκουντουφλώντας ψάχνουμε τον έρωτα; την αγάπη; τη λύση της ανάγκης; τον τρόπο εκείνο, ώστε στη δύσκολη ζωή να μη μείνουμε μόνοι.




Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 14/11/2013

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

42

Σκηνοθεσία: Μπράιαν Χέλγκελαντ
Παίζουν: Τσάντγουϊκ Μπόουζμαν, Τ.Ρ. Νάιτ, Χάρισον Φορντ, Νικόλ Μπεχαρί, Λούκας Μπλακ
Διάρκεια: 128’
2013



Έχουν γραφεί πολλά ποιήματα για τα πεδία της μάχης μετά το πέρας της. Για τους πνιχτούς ήχους αυτών που ξέμειναν να ξεψυχήσουν, για τις έρημες φωτιές που καίνε εδώ και κει και κυρίως για αυτή τη σιωπή, την εκκωφαντική, που διαδέχεται το θόρυβο της μάχης.

Λιγότερα έχουν γραφεί για τα άδεια στάδια, όταν οι προβολείς τους σβήνουν. Αντηχούν ακόμα από τις ιαχές και τις κραυγές του απογεύματος. Κάποιος παίχτης τραυματίστηκε και ουρλιάζει. Μια ενέργεια υπήρξε πράξη αυτοθυσίας. Και κάποια νίκη ήταν ίδιος θρίαμβος. Λιγότερα ποιήματα έχουν γραφεί για τα άδεια στάδια και είναι παράξενο. Γιατί είναι εκεί όπου αποφορτίζεται η κοινωνία. Εκεί είναι που οι σύγχρονοι άνθρωποι ζούνε και ξαναζούν θεσμοποιημένη την εβδομαδιαία μινιατούρα του πολέμου.

Για το μπέιζμπολ δε γνωρίζω πολλά και μάλλον και εσείς το ίδιο. Ωστόσο μια μέρα με ήλιο σίγουρα θα φορέσατε ένα απ’ τα καπελάκια του και σίγουρα θα έχετε ακουστά τους περίφημους Νιου Γιορκ Γιάνκις. Και αν μάλιστα ξεφυλλίσατε τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ήδη θα ξέρετε πολλά για τον θρυλικό παίκτη, τον Τζόε ΝτιΜάτζιο. 

Ας μας είναι ακατανόητο το μπέιζμπολ βλέποντάς το στην οθόνη. Όλοι καταλαβαίνουμε την επίδρασή του στο πολιτισμικό φαντασιακό. Είναι ό,τι είναι το ποδόσφαιρο για τους Ιταλούς ή για τους Άγγλους. Είναι ο τρόπος των αμερικάνων σπόρτσμεν, είναι το άθλημα των τζέντλεμεν της αυτοδημιούργητης αυτής χώρας. Τζέντλεμεν που σέρνονται στο χώμα για να προλάβουν να αγγίξουνε τη «βάση».

Η ταινία μας ξεκινά το 1946. Ο πόλεμος έχει τελειώσει και οι αμερικανοί στρατιώτες επιστρέφουν από την Ευρώπη. Οι μαύροι αμερικανοί ως ορντινάτσες των λευκών ή απλώς ως κρέας για τα κανόνια, ηρωικά πολέμησαν το ναζισμό. Και ωστόσο αυτοί οι ματωμένοι ήρωες πίσω στην πατρίδα τους υπάγονται στους νόμους του φυλετικού διαχωρισμού. Άλλες τουαλέτες για κατούρημα, άλλες θέσεις στα λεωφορεία, άλλες ευκαιρίες – μόνο αρνητικές – για τη ζωή τους. Και όσον αφορά το μπέιζμπολ, άλλο πρωτάθλημα για τους λευκούς και άλλο για τους μαύρους.

Είναι το 1946 όταν ο θρυλικός πρόεδρος των Μπρούκλιν Ντοτζερς θα διασχίσει τις διαχωριστικές γραμμές, προτείνοντας συμβόλαιο σε αυτόν που επρόκειτο να γίνει ο πρώτος έγχρωμος παίκτης του επίσημου πρωταθλήματος, τον Τζάκι Ρόμπινσον. 

Η θύελλα ξεσπά και είναι σφοδρή. Οι ίδιοι οι παίκτες των Ντότζερς αρνούνται το μαύρο τους συμπαίκτη. Οι διαιτητές μεροληπτούν και οι αντίπαλοι βρίζουν χυδαία εν χορώ. Η ομοσπονδία εξανίσταται, τα πλήθη αλαλάζουν. Τα ξενοδοχεία αρνούνται τη φιλοξενία, ενώ οι θερμόαιμοι και ασπριδεροί αμερικανοί υπόσχονται δολοφονίες.   

Και όμως, ο σαρδόνιος πρόεδρος και ο χαρισματικός παίκτης και ακέραιος άνθρωπος Ρόμπινσον θα αντέξουν ως το τέλος. Η ταινία μας διηγείται τη θρυλική πορεία της ομάδας ως τον τίτλο του 1947 και ταυτόχρονα χαρτογραφεί περίτεχνα το ρατσισμό, ρατσισμό που άλλοτε βρίσκεται στην ωμή βία και άλλοτε κατοικεί στα βλέμματα. Mε κοινωνιολογική ευφυΐα καταδεικνύει πώς η εχθρότητα των Άλλων συσπειρώνει την ομάδα των Ντότζερς και πώς η καθημερινή τριβή, η βιωμένη δηλαδή ζωή, γεφυρώνει το χάσμα των προκαταλήψεων.

Δυο ερωτήματα επανέρχονται στο φιλμ. Γιατί έλαβε την απόφαση αυτή ο πρόεδρος; Είτε υπό τη γοητεία του χρήματος είτε υπό το βάρος της συνείδησης, ο Μπραντς Ρίκεϋ κυρίως συνέλαβε προδρομικά μια εποχή που άλλαζε, αντιλαμβανόμενος την αντίφαση η ομάδα του έγχρωμου Μπρονξ να είναι λευκή. 

Ο καιρός του ρατσισμού ως άμεσου διαχωρισμού έφθανε στο τέλος του. Οι ΗΠΑ μετά το τέλος του πολέμου ήταν μια κοινωνία χαρούμενη που η οικονομία της γρήγορα θα άνθιζε σε διάφορους τομείς. Οι άνθρωποι θα κάναν πλέον διακοπές, θα αγόραζαν δικό τους αυτοκίνητο, θα πήγαιναν στο γήπεδο διατεθειμένοι να ξοδέψουν, αν το θέαμα που έβλεπαν ήτανε καλό.

Μα για να είναι καλό το θέαμα χρειαζόταν οι αποκλεισμένοι αθλητές, οι δυνατοί και οι γρήγοροι, να μπούνε στο παιχνίδι. Ο φυλετικός αποκλεισμός άρχιζε να είναι αναχρονισμός για το υποσύστημα του επαγγελματικού αθλητισμού. Και για τους εύστροφους ιδιοκτήτες των ομάδων, οι μαύροι δε θα ήταν πια οι «αράπηδες» του παρελθόντος, μα οι γρηγορότεροι των λευκών δρομείς σε αυτή την αξιοκρατία του εμπορικού θεάματος. 

Ήταν ωστόσο ήρωας ο Ρόμπινσον; Οι καιροί των αντιφάσεων παράγουν ήρωες. Τι και αν ο ίδιος δήλωνε πως παίζει απλώς και μόνο μπέιζμπολ. Στους δύσκολους καιρούς η ακεραιότητα αρκεί – και αναβαπτίζει. 

Η ωραία ταινία μας δεν είναι βιογραφία ή αθλητική ταινία. Αντιθέτως, αποτελεί την εύστοχη τοιχογραφία μιας εποχής, όπου ο Ρόμπινσον ως καταλύτης επιτάχυνε τις αντιδράσεις της. Τότε που στα στάδια και τα λεωφορεία μιας χώρας δόθηκε ένας σκληρός και ακήρυχτος πόλεμος. 

Έκτοτε υπογράφηκαν πολλά αθλητικά συμβόλαια. Οι φανέλες των πρωταγωνιστών αποσύρθηκαν στο Hall of Fame. Το θέαμα έγινε ακόμα πιο εμπορικό.

Και ο πόλεμος; Συνεχίζει ακήρυχτος, σκληρός. Και τις Κυριακές του γηπέδου και τις καθημερινές του βίου μας.




Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 31/10/2013