Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ (IN A WORLD...)

Σκηνοθεσία: Λέηκ Μπελ             
Παίζουν: Λέηκ Μπελ, Φρεντ Μελαμέντ, Κεν Μαρίνο, Αλεξάντρα Χόλντεν, Ρομπ Κόρντρυ, Έβα Λονγκόρια       
Διάρκεια: 93’    
2013


Σε έναν κόσμο… όπου τα προϊστορικά ζόμπι έχουν ξυπνήσει από το διεστραμμένο ύπνο τους…

Ο κινηματογράφος είναι μια μηχανή παραγωγής ονείρων. Και κόσμων. Κόσμων ανόητων ή κόσμων μαγευτικών, αδιάφορο.

Σε έναν κόσμο… όπου τα φρικώδη εξωγήινα αυγά εκκολάπτονται μέσα στα ντουλάπια των ανυποψίαστων κατοίκων των μεγαλουπόλεων…

Δεν υπάρχει κόσμος της φαντασίας που να μην μπορεί να τον δημιουργήσει ο κινηματογράφος. Έχει άλλωστε διαθέσιμα όλα τα οικοδομικά υλικά: εικόνες, εφέ, πειστικούς και ωραίους ηθοποιούς.

Σε έναν κόσμο…

Και διαθέτει και ένα ακόμα εργαλείο, παραγνωρισμένο σήμερα, μα εξίσου βασικό. Τη φωνή.

«Σε έναν κόσμο…» Αυτή ήταν η φράση σήμα κατατεθέν με την οποία ξεκινούσε τα τρέιλερ χιλιάδων ταινιών ο περίφημος Ντον ΛαΦονταίν. Το όνομά του μάλλον δε θα το γνωρίζετε, ούτε το πρόσωπό του. Σίγουρα όμως ξέρετε καλά τη φωνή του, μπάσα, με εκείνη την πολυκύμαντη χροιά, αν έστω και μια φορά καθίσατε σε κάθισμα κινηματογράφου και παρακολουθήσατε τα «προσεχώς».

Ταινίες δράσης ή επικές, ταινίες καταστροφής ή παιδικές, ταινίες με εξωγήινους ή με φαντασματάκια, η φωνή του ΛαΦονταίν ήταν εκεί, να ντύνει τις εικόνες των ολιγόλεπτων τρέιλερ, να στήνει τα θεμέλια όπου θα στηριζότανε ο κινηματογραφικός κόσμος που επί 2 ώρες θα σας ρούφαγε.

Ο αρχαίος και ο μεσαιωνικός κόσμος υπήρξαν το Ακουστικό Βασίλειο. Μάντεις, ιεροκήρυκες και ψάλτες. Τελάληδες και ρήτορες. Στεντόρειες φωνές, επιβλητικές, έπειθαν τον κόσμο για την ύπαρξη ενός κόσμου στο επέκεινα, έπειθαν τον κόσμο να φύγει για εκστρατείες από τις οποίες δε θα γύριζε ποτέ.

Η Μαγεία του Ήχου. Θρόιζαν τα φύλα στο μεσαιωνικό και σκοτεινό δάσος, σφύριζε ο αέρας, βροντούσε ο ουρανός και από τους ήχους όλοι μάντευαν βρικόλακες, μάγισσες και στοιχειά.

Όλα όμως κάποτε τελειώνουν και το μακραίωνο ακουστικό βασίλειο θα κατέρρεε με πάταγο (πώς αλλιώς;) το 1450. Ο Γουτεμβέργιος θα ανακάλυπτε την τυπογραφία και πλέον ο κόσμος δε θα ήταν η ρευστή φωνή που φθάνει στα αυτιά, μα η τυπωμένη λέξη που τη γραπώνουνε τα μάτια μας.

Και αν η εφεύρεση του κινηματογράφου – αυτό το πανηγύρι της όρασης – αιώνες μετά θα έμοιαζε το τελειωτικό χτύπημα, ωστόσο περιπτώσεις σαν αυτές του ΛαΦονταίν δείχνουν πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Οι εικόνες και η φωνή μπορούν να συμμαχούν για να ιδρύσουν από κοινού έναν κόσμο.

Σε έναν κόσμο… λοιπόν, όπου ο ΛαΦονταίν (1940 – 2008) έχει πεθάνει, τα στούντιο του Χόλιγουντ ετοιμάζονται να γυρίσουν μετά από καιρό μια επική τετραλογία και αναζητούν το διάδοχο που θα ξεστομίσει μπάσα, πολύ μπάσα, το «σε έναν κόσμο». Για τη θέση ερίζουν ο σχεδόν συνταξιούχος νούμερο δύο και ο ανερχόμενος νούμερο τρία. Και επιπλέον, ένας αστάθμητος παράγοντας, η κόρη του πρώτου και από τύχη ερωμένη του δεύτερου. 

Σε ένα ανδροκρατούμενο επάγγελμα, η νεαρή Κάρολ, δασκάλα φωνητικής, καλλιεργεί τη φωνή της και ονειρεύεται. Είναι ένας θηρευτής φωνών και προφορών, με το κασσετοφωνάκι της να παίρνει από πίσω όποιον μιλά ξενικά.

Η ταινία ακολουθεί τις συναντήσεις και τα μπλεξίματα των βασικών ηρώων και αποτελεί ένα γλυκό, χιουμοριστικό και έξυπνο φόρο τιμής σε ένα άγνωστο συστατικό της μαγείας του κινηματογράφου.

Όμως, σσσσσς, αρχίζει το τρέιλερ…

«Σε έναν κόσμο όπου μια φυλή μεταλλαγμένων αρσενικών αγρίων τρέφονται από τα στείρα εδάφη της μητέρας Γης»… Και όμως! Με την κατάλληλη φωνή, όλα μπορούν να ακουστούν πειστικά!





Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 13/2/2014

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

THE GRANDMASTER

Σκηνοθεσία: Γουώνγκ Καρ Βάι
Παίζουν: Τόνι Λιούνγκ Τσι Γουάι, Τσουνγκ Λι, Κινξιάν Γουάν, Έλβις Τσούι, Χι-κιο Σονγκ

Διάρκεια: 117'
2013


Γράφοντας πλέον μόνιμα σε αυτήν εδώ τη στήλη, το "Videodrome", όπου παρουσιάζουμε ταινίες που δεν κατάφεραν να φθάσουν στις αίθουσες των κινηματογράφων και να ζήσουν τις δόξες της μεγάλης οθόνης, μα βρήκαν καταφύγιο στα βιντεοκλάμπ, ζητιανεύοντας μέρα στη μέρα το βλέμμα των πελατών μήπως και τις νοικιάσουνε, μήπως και αυτές οι καημενούλικες βρουν την ευκαιρία και ξεδιπλώσουνε τον κόσμο τους επιτέλους και κατ’ οίκον, νιώθω πως βρίσκομαι στα μετόπισθεν ενός πολέμου.

Πρόκειται φυσικά για τον πόλεμο της κριτικής κατά τον οποίο οι Κριτικοί Κινηματογράφου με αυστηρότητα σφαγιάζουν τις ταινίες και τους αντιπάλους στρατηγούς, τους Σκηνοθέτες. Πολεμικές ρητορικές! Πηχυαίοι τίτλοι στα καλλιτεχνικά ένθετα των εφημερίδων! Εισιτήρια στα ταμεία των σινεμάδων και πηγαδάκια στα πέριξ! Οι αφίσες των ταινιών στις προθήκες, λάβαρα ενός πολέμου για αναγνώριση.

Εδώ στα μετόπισθεν είναι αλλιώς. Έχει ησυχία. Αντιμετωπίζουμε ταινίες κουτσές που δεν κρίθηκαν κατάλληλες για στράτευση, μα καταδικάστηκαν στη μακρά και εναλλακτική θητεία να γεμίζουνε τις άδειες νύχτες μας και τις νεκρές ώρες της τηλεόρασης.

Δεν είναι βέβαια πάντα κουτσές οι ταινίες αυτές. Καμιά φορά απλως το ένα τους πόδι είναι πιο στέρεο από το άλλο και έτσι μοιάζει παράταιρο το βάδισμά τους. Και άλλες πάλι φορές και τα δυο πόδια είναι εντάξει, μόνο που οι δρασκελιές τους είναι ιδιαίτερα πρωτότυπες και πειραματικές, γρήγορες πολύ για να τις προλάβει ένα κοινό που ασθμαίνει. Κάποιες, τέλος, φορές και τα δυο ποδάρια τους είναι φτιαγμένα μονάχα από ποπ-κορν. Πάνε να τα πατήσουν χάμω, διαλύονται, δε βλέπονται, και εμείς μαζεύουμε από κάτω τα ποπ-κορν και τα τρώμε.

Τη σημερινή ταινία μας θα την ενέτασσα στην πρώτη κατηγορία χωλότητας, αν και έχω την υπόνοια πως κυρίως αναζήτησε "τρελόχαρτο" και το πήρε προς μεγάλη ικανοποίησή της. 

Όπως και να 'χει, το πόδι της καλλιτεχνικής της ομορφιάς είναι ρωμαλέο, μα εκείνο της αφηγηματικής ροής όλο σκοντάφτει. Η ταινία αφηγείται περιστατικά από τη ζωή του Ιπ Μαν, του περίφημου κινέζου δασκάλου των πολεμικών τεχνών. Εκκινεί στο τέλος της «άνοιξης» της ζωής του και διασχίζει το «χειμώνα» της, που κατέφθασε δίχως ένα φθινόπωρο να τον προετοιμάσει για τις θύελλες και τις κακουχίες.

Ο Ιπ Μαν είναι ένας πλούσιος κληρονόμος, στοχαστικός, γοητευτικός, που στα 40 του χρόνια θεωρείται ο ικανότερος γνώστης των παραδοσιακών πολεμικών τεχνών στη νότια Κίνα. Ενώ πλησιάζει η στιγμή που θα του αποδοθεί η μέγιστη αναγνώριση, οι Ιάπωνες εισβάλλουνε στη χώρα. 

Θα ακολουθήσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η ευγένεια του Κουνγκ Φου θα αντικατασταθεί από τους εναέριους βομβαρδισμούς και τους όλμους των τανκς και αυτός ο κάποτε ευπατρίδης θα βρεθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’40 στο Χονγκ Κονγκ να διδάσκει την υψηλή του τέχνη στις συμμορίες των δρόμων, ώστε να βιοποριστεί.

Η ταινία καλύπτει τα σχεδόν 20 χρόνια του χειμώνα του Ιπ Μαν, δίχως να αποτελεί μια βιογραφία. Αντιθέτως, με όχημα το σημειολογικό σύστημα και γλώσσα του Κουνγκ Φου, αποτελεί μια εξιστόρηση της ταραχώδους ιστορίας της πρώην αυτοκρατορίας, μια ματιά στο ετερογενές μωσαϊκό των εκατοντάδων εθνοτήτων, γλωσσών και κοινωνικών της χρόνων
.
Τρεκλίζοντας ακόμα στο φεουδαρχικό τους παρελθόν, οι μεγάλες οικογένειες της Κίνας έχουν κάθε μια τη δική της εκδοχή των πολεμικών τεχνών. Το ιδίωμα των κινήσεων είναι κάτι πολύ περισσότερο από έναν τρόπο να χτυπάς: είναι μια συμπύκνωση φιλοσοφικών στάσεων, μια χορογραφία των δαχτύλων, ένα σύνολο σεβάσμιων παραδοχών που αντανακλούν τις πολιτισμικές παραδόσεις της χώρας. Είναι μια ποίηση των χειρονομιών, όπου μια γροθιά μπορεί κάλλιστα να ονομάζεται το «κρυμμένο λουλούδι ανάμεσα στα φύλλα».

Έτσι, παρακολουθώντας μια σειρά συγκρούσεων απίστευτης χορογραφικής ομορφιάς, άλλοτε σε ένα δρόμο γεμάτο γκρίζα βροχή, άλλοτε σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό όπου οι ατμοί και το χιόνι μοιάζουν με θάλασσα μαργαριταριών και άλλοτε σε έναν πολυτελή οίκο ανοχής με το χρυσοπράσινο χρώμα των κεριών και τη προφύρα των βελούδων, παίρνουμε μια εικόνα του πολυκύμαντου της κινεζικής παράδοσης, όπου συχνά γλώσσες που δεν εκφράζονται με λέξεις μεταφέρουν το μεγαλύτερο μέρος του νοήματος.

Ωπ! Ξαφνικά μου τέλειωσαν οι λέξεις! Ανακωχή στον πόλεμο και να οι όροι της ειρήνης: όπως και με τις άλλες ταινίες του Γουώνγκ Καρ Βάι, και εδώ μου συνέβη το ίδιο. Τη μια στιγμή να βυθίζομαι στην απύθμενη ομορφιά και την άλλη να κοιτάω το ρολόι. 




Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 13/12/2013 

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

JACK GOES BOATING

Σκηνοθεσία: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν
Παίζουν: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Τζων Ορτίζ, Ρίτσαρντ Πετροτσέλι, Άμι Ράιαν, Ντάφνι Ρουμπίν-Βέγκα
Διάρκεια: 91’
2010


Σε παλιότερο κείμενο, είχαμε αναρωτηθεί με απορία, γιατί όλες σχεδόν οι ερωτικές ταινίες να έχουν για ήρωές τους πλούσιες και πλούσιους, ωραίες και ωραίους, που ζούνε τα πάθη τους ταξιδεύοντας στις εξωτικές άκρες του κόσμου ή μένοντας εντός, σε ωραία διαμερίσματα, κεντρικά, στις πιο όμορφές του πόλεις. Γιατί όλοι αυτοί οι ερωτευμένοι να είναι και επαγγελματικά πετυχημένοι, γοητευτικοί τόσο, που στο τέλος όχι μόνο να κερδίζουνε το ταίρι της καρδιάς τους, αλλά και το δικό μας έρωτα, εμάς των θεατών.

Η σημερινή ταινία μας, γενναία, ξεφεύγει από τον κανόνα. Παρουσιάζει τον έρωτα; την αγάπη; την ανάγκη; την ώθηση της μοναξιάς; που φέρνει κοντά, σταδιακά, δυο ανθρώπους που ως θεατές δεν πρόκειται ποτέ μας να ερωτευθούμε.

Και τούτοι οι δυο ζουν στη μεγάλη πόλη, την εντυπωσιακότερη όλων, τη Νέα Υόρκη. Και αυτοί βγαίνουν μέσα από λιμουζίνες αστραφτερές ή από υπέροχα κτήρια.

Όμως δεν τους ανήκουν. 

Ο Τζακ εργάζεται ως οδηγός πολυτελών αυτοκινήτων. Ατσούμπαλος είναι και λιγομίλητος. Δε ζητά πολλά από τη ζωή και αυτή δεν του έχει δώσει τίποτα. Μόνο μια κασέτα με ρέγγε μουσική, να την ακούει και να ονειρεύεται. Κάθε πρωί ξεπαρκάρει τη λιμουζίνα από το παρατημένο οικόπεδο των προαστίων και οδηγεί τους κομψούς κυρίους στο κέντρο, ως τα ξενοδοχεία της χλιδής για τα οποία ποτέ δε θα αποκτήσει χρήματα, ούτε για ένα βράδυ. 

Έχει κρύο στη Νέα Υόρκη. Μα ακόμα και όταν δεν έχει, αυτός πάντα φοράει το σκουφί του. Από κάτω κρύβει επιμελώς τα άτεχνα ράστα κοτσιδάκια του, έμβληματα μιας ασχημάτιστης ελπίδας το περιεχόμενό της οποία ούτε ο ίδιος δε γνωρίζει, αυτός, ο τρομαγμένος άνθρωπος που τα φοβάται όλα.

Η Λούσι εργάζεται στις τηλεφωνικές πωλήσεις ενός πολυτελούς γραφείου τελετών. Προωθεί το μακάβριο εμπόρευμα, ενώ δεν το γνωρίζει πως το αφεντικό σκέφτεται να την απολύσει. Κάθε απόγευμα βγαίνει από το κτήριο και περπατά το δρόμο για το σπίτι. Μια εικόνα που όλο γερνά θα την περιμένει στο καθρέφτη. Κατοικίδιες φοβίες και εμμονές, που κάθε νύχτα τις παίρνει αγκαλιά στο άδειο της κρεβάτι.

Ένα ζευγάρι συναδέλφων θα προσπαθήσει να τους σμίξει. Τα πρώτα ραντεβού θα αποδειχθούν παρωδία όλων των εγχειριδίων περί φλερτ. Δεν πρόκειται για τον Χιου Γκραντ ή την Τζούλια Ρόμπερτς, δεν είναι αυτός ο κυνηγός και αυτή η θηλυκή παγίδα, δεν ξέρουν να μιλούν τη γλώσσα του σώματος ή με υγρές, φανταχτερές ατάκες. Μονάχα αμήχανες κουβέντες θα ανταλλάζουν, κοινοτυπίες, «ναι», «όχι» και «μμ», μουρμουριστά.

Και ωστόσο, το σμίξιμο θα επέλθει, σιγά σιγά και ανεπαίσθητα. Μόνο που όσο αυτοί θα σμίγουνε, η σχέση των φίλων τους θα καταρρέει. Ζώντας στις γκρίζες ζώνες της ζωής, δύσκολο δεν είναι μόνο να οικοδομήσεις μια σχέση, μα και να την κρατήσεις. Σ’ αυτή τη χαμηλή ζωή της κούρασης και της διάψευσης, το πάτωμα των μικρών διαμερισμάτων γίνεται βούρκος. Και όταν παρουσιάζεται η ευκαιρία να ξεφύγεις, δύσκολα το αρνείσαι – και προδίδεις.

Έτσι, ανεπαίσθητα επίσης, όπως όλα μες το φιλμ αυτό, θα επέλθει η δραματική κορύφωση. Με θεατρική καταγωγή η ταινία, δεν την αρνείται. Κυλά αργά ώστε να νιώσουμε καλά πως είναι να ζεις τέτοιες ζωές. Οι διάλογοι είναι απλοί, απλοϊκοί, πολλές φορές ανολοκλήρωτοι. Ομιλίες κουρασμένες, κουρασμένων ανθρώπων που δεν έχουν το κουράγιο να αναζητήσουνε τις λέξεις.

Το ζευγάρι τώρα είναι μαζί. Και ίσως τα βράδια ψάχνουν στην τηλεόραση πού παίζει κάποια ρομαντική κομεντί. Να σιωπήσουνε κι άλλο και να ψάξουν νοερά και κατά μόνας τη μαγεία που η καθημερινή τους ζωή τούς στερεί. Το άλλο πρωί θα πρέπει να ανεχτούν ένα γλοιώδες αφεντικό και μια πολυτέλεια που επιτρέπεται μόνο να τη βλέπουν και ποτέ να μην αγγίζουν.

Μα έτσι συμβαίνει έξω από το Χόλυγουντ και μέσα στις άνισες πόλεις. Σκουντουφλώντας ψάχνουμε τον έρωτα; την αγάπη; τη λύση της ανάγκης; τον τρόπο εκείνο, ώστε στη δύσκολη ζωή να μη μείνουμε μόνοι.




Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 14/11/2013