Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

JACK GOES BOATING

Σκηνοθεσία: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν
Παίζουν: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Τζων Ορτίζ, Ρίτσαρντ Πετροτσέλι, Άμι Ράιαν, Ντάφνι Ρουμπίν-Βέγκα
Διάρκεια: 91’
2010


Σε παλιότερο κείμενο, είχαμε αναρωτηθεί με απορία, γιατί όλες σχεδόν οι ερωτικές ταινίες να έχουν για ήρωές τους πλούσιες και πλούσιους, ωραίες και ωραίους, που ζούνε τα πάθη τους ταξιδεύοντας στις εξωτικές άκρες του κόσμου ή μένοντας εντός, σε ωραία διαμερίσματα, κεντρικά, στις πιο όμορφές του πόλεις. Γιατί όλοι αυτοί οι ερωτευμένοι να είναι και επαγγελματικά πετυχημένοι, γοητευτικοί τόσο, που στο τέλος όχι μόνο να κερδίζουνε το ταίρι της καρδιάς τους, αλλά και το δικό μας έρωτα, εμάς των θεατών.

Η σημερινή ταινία μας, γενναία, ξεφεύγει από τον κανόνα. Παρουσιάζει τον έρωτα; την αγάπη; την ανάγκη; την ώθηση της μοναξιάς; που φέρνει κοντά, σταδιακά, δυο ανθρώπους που ως θεατές δεν πρόκειται ποτέ μας να ερωτευθούμε.

Και τούτοι οι δυο ζουν στη μεγάλη πόλη, την εντυπωσιακότερη όλων, τη Νέα Υόρκη. Και αυτοί βγαίνουν μέσα από λιμουζίνες αστραφτερές ή από υπέροχα κτήρια.

Όμως δεν τους ανήκουν. 

Ο Τζακ εργάζεται ως οδηγός πολυτελών αυτοκινήτων. Ατσούμπαλος είναι και λιγομίλητος. Δε ζητά πολλά από τη ζωή και αυτή δεν του έχει δώσει τίποτα. Μόνο μια κασέτα με ρέγγε μουσική, να την ακούει και να ονειρεύεται. Κάθε πρωί ξεπαρκάρει τη λιμουζίνα από το παρατημένο οικόπεδο των προαστίων και οδηγεί τους κομψούς κυρίους στο κέντρο, ως τα ξενοδοχεία της χλιδής για τα οποία ποτέ δε θα αποκτήσει χρήματα, ούτε για ένα βράδυ. 

Έχει κρύο στη Νέα Υόρκη. Μα ακόμα και όταν δεν έχει, αυτός πάντα φοράει το σκουφί του. Από κάτω κρύβει επιμελώς τα άτεχνα ράστα κοτσιδάκια του, έμβληματα μιας ασχημάτιστης ελπίδας το περιεχόμενό της οποία ούτε ο ίδιος δε γνωρίζει, αυτός, ο τρομαγμένος άνθρωπος που τα φοβάται όλα.

Η Λούσι εργάζεται στις τηλεφωνικές πωλήσεις ενός πολυτελούς γραφείου τελετών. Προωθεί το μακάβριο εμπόρευμα, ενώ δεν το γνωρίζει πως το αφεντικό σκέφτεται να την απολύσει. Κάθε απόγευμα βγαίνει από το κτήριο και περπατά το δρόμο για το σπίτι. Μια εικόνα που όλο γερνά θα την περιμένει στο καθρέφτη. Κατοικίδιες φοβίες και εμμονές, που κάθε νύχτα τις παίρνει αγκαλιά στο άδειο της κρεβάτι.

Ένα ζευγάρι συναδέλφων θα προσπαθήσει να τους σμίξει. Τα πρώτα ραντεβού θα αποδειχθούν παρωδία όλων των εγχειριδίων περί φλερτ. Δεν πρόκειται για τον Χιου Γκραντ ή την Τζούλια Ρόμπερτς, δεν είναι αυτός ο κυνηγός και αυτή η θηλυκή παγίδα, δεν ξέρουν να μιλούν τη γλώσσα του σώματος ή με υγρές, φανταχτερές ατάκες. Μονάχα αμήχανες κουβέντες θα ανταλλάζουν, κοινοτυπίες, «ναι», «όχι» και «μμ», μουρμουριστά.

Και ωστόσο, το σμίξιμο θα επέλθει, σιγά σιγά και ανεπαίσθητα. Μόνο που όσο αυτοί θα σμίγουνε, η σχέση των φίλων τους θα καταρρέει. Ζώντας στις γκρίζες ζώνες της ζωής, δύσκολο δεν είναι μόνο να οικοδομήσεις μια σχέση, μα και να την κρατήσεις. Σ’ αυτή τη χαμηλή ζωή της κούρασης και της διάψευσης, το πάτωμα των μικρών διαμερισμάτων γίνεται βούρκος. Και όταν παρουσιάζεται η ευκαιρία να ξεφύγεις, δύσκολα το αρνείσαι – και προδίδεις.

Έτσι, ανεπαίσθητα επίσης, όπως όλα μες το φιλμ αυτό, θα επέλθει η δραματική κορύφωση. Με θεατρική καταγωγή η ταινία, δεν την αρνείται. Κυλά αργά ώστε να νιώσουμε καλά πως είναι να ζεις τέτοιες ζωές. Οι διάλογοι είναι απλοί, απλοϊκοί, πολλές φορές ανολοκλήρωτοι. Ομιλίες κουρασμένες, κουρασμένων ανθρώπων που δεν έχουν το κουράγιο να αναζητήσουνε τις λέξεις.

Το ζευγάρι τώρα είναι μαζί. Και ίσως τα βράδια ψάχνουν στην τηλεόραση πού παίζει κάποια ρομαντική κομεντί. Να σιωπήσουνε κι άλλο και να ψάξουν νοερά και κατά μόνας τη μαγεία που η καθημερινή τους ζωή τούς στερεί. Το άλλο πρωί θα πρέπει να ανεχτούν ένα γλοιώδες αφεντικό και μια πολυτέλεια που επιτρέπεται μόνο να τη βλέπουν και ποτέ να μην αγγίζουν.

Μα έτσι συμβαίνει έξω από το Χόλυγουντ και μέσα στις άνισες πόλεις. Σκουντουφλώντας ψάχνουμε τον έρωτα; την αγάπη; τη λύση της ανάγκης; τον τρόπο εκείνο, ώστε στη δύσκολη ζωή να μη μείνουμε μόνοι.




Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 14/11/2013