Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΤΑ ΜΥΘΙΚΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ (BEASTS OF THE SOUTHERN WILD)

Σκηνοθεσία: Μπεν Ζάιτλιν
Παίζουν: Κιουβενζανί Γουάλις, Ντουάιτ Χένρι, Λέβυ Ίστερλι, Τζίνα Μοντάνα

Διάρκεια: 93’
2012


Προτού να πέσει το δειλινό τελείως, χρυσοποίκιλτα βάφονται τα πράγματα του κόσμου ετούτου. Το χώμα που πατούμε ζωντανεύει, καθώς σαλεύουνε χιλιάδες ζούδια, και ο άνεμος παίρνει φωνή απ΄ τα στριγκά βιολιά που παίζουν. Καβούρια και όστρακα σωρεύονται στα δοξαστικά τραπέζια, ξεβράκωτα μωρά γιορτάζουνε τη λάσπη. Το κοριτσάκι μας, γλυκό, ξετρελαμένο, σκύβει και αφουγκράζεται δέντρα και σκύλους. Γιατί για τα παιδιά, όλα έχουν λαλιά στο ανιμιστικό βασίλειό τους και έχει μεγάλη θαλπωρή η πυρά του σύμπαντος.

Και ύστερα πέφτει η νύχτα και μαζί πέφτει βροχή μεγάλη, που δεν αδειάζει με κουβάδες. Και κάπου μακριά – κρακ – σπάνε τα παγόβουνα, θερμαίνονται και λιώνουν, απελευθερώνουν προϊστορικά τέρατα και χρόνους. 

Το ξημέρωμα αμφισβητεί τις επί της γης Εδέμ, εκεί στα ακροτελεύτια σύνορα του κόσμου μας και της δικής μας εποχής. «Κρέας» λέει η δασκάλα τους, «είναι όλη η Ζωή», τρώει και τρώγεται και αναμειγνύεται σε άπειρες μεταμορφώσεις. Από το νερό ξεπρόβαλε και στο νερό είναι που πνίγεται, δεν έχει Μάγειρα αυτή του σύμπαντος η σούπα.



…σκορπίζω λέξεις στο χαρτί, όπως καταλάβατε αγαπητοί μου αναγνώστες. Δε βρίσκω τρόπο άλλο να περιγραφεί αυτή η ιδιοσυγκρασιακή ταινία. Είναι ακατάτακτα πανέμορφη και καλειδοσκοπική. Τη στρέφεις λίγο και γίνεται μουλιασμένη αποκάλυψη, τη στρέφεις και άλλο και εμφανίζεται μια αλληγορία ενηλικίωσης. Την ταρακουνάς και γίνεται λεξικό κατανοητό, με χρώματα και ήχους, για έννοιες δύσκολες όπως «βιταλισμός» και «βαθιά οικολογία». Την κοιτάς από μακριά και αποτελεί αφήγηση, ηρωική και πένθιμη, για τις εφαρμοσμένες ουτοπίες. 




Ή τέλος, την αφουγκράζεσαι σαν το κοριτσάκι που πρωταγωνιστεί, και ακούς γέλια, γέλια πολλά, για το μεγάλο ανέκδοτο εκείνο που λέει για κάτι δισεκατομμύρια χούφτες από ανθρώπους που κάποτε για δυο στιγμές φυτρώσανε σε μια χαραμάδα των γεωλογικών περιόδων και καυχηθήκανε, οι άμοιροι, πως αυτοί, και μόνο αυτοί, είναι ο Κόσμος.      






Αξιολόγηση: * * * *  (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 28/2/2013

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

POLISSE

Σκηνοθεσία: Μαϊγουέν
Παίζουν: Καρίν Βιάρ, Τζοεύ Σταρ, Μαρίνα Φουά, Νικολά Ντεβουσέλ, Εμανουέλ Μπερκό, Φρεντερίκ Πιερό, Ζερεμί Ελκαίμ
Διάρκεια: 127’
2011



Πού πήγε εκείνο το παλιό κοινό αίσθημα ενάντια στην αστυνομία; Τότε που όλοι φώναζαν «μπάτσο» τον αστυνομικό πίσω από την πλάτη του στο δρόμο, τότε που η λέξη αυτή με όλο της το στόμφο και την οργισμένη εκφορά στηλίτευε το αυθαίρετο και βάναυσο της εξουσίας; 

Σήμερα όλοι, ανάμεσά τους και εγώ, βλέπουν μανιωδώς το CSI και το NCIS, το Law and Order ή το Bones και χίλιες δυο άλλες σειρές που διηγούνται τα ανδραγαθήματα αστυνομικών μονάδων. Τι  έχει άραγε συμβεί;

Η άνθιση της αστυνομικής λογοτεχνίας και του κινηματογράφου εντοπίζεται στα χρόνια του μεσοπολέμου στην Αμερική, με τα πρωτοπόρα νουάρ μυθιστορήματα ή σενάρια του Ντάσιελ Χάμετ και του Ρέημοντ Τσάντλερ. Μάλιστα, αν και με κάποια καθυστέρηση, θα τα χαιρετούσαν και οι ίδιοι οι κριτικοί, βλέποντας σε αυτά μια από τις σύγχρονες συνέχειες του μεσαιωνικού ιπποτικού μυθιστορήματος. 

Ρομαντικοί και έκπτωτοι, οι ιδιωτικοί ντεντέκτιβ του νουάρ αλέθονταν ανάμεσα στις πέτρες της κρατικής διαφθοράς και του άνομου υποκόσμου. Και στραπατσαρισμένοι από τα χτυπήματα τόσο των γκάγκστερ όσο και των σάπιων διευθυντών της αστυνομίας, εξέφραζαν το φόβο των κατοίκων των πόλεων που τα αλλεπάλληλα κύματα της αστυφιλίας τις μετέτρεπαν σε απρόσωπες γιγαντιαίες μητροπόλεις, με τη ζωή να γίνεται περίπλοκη και ανθρωποφάγα. 
 
Όμως οι ήρωες εκείνοι δεν ανήκανε στο σύστημα. Τους είχαν πάρει το σήμα για κάποια μικρή τους ανταρσία, συχνά ήταν σημαδεμένοι από την αναπηρία και πάντα σχεδόν στις φλέβες τους έρρεε αλκοόλ αντί για αίμα, καθώς διέσχιζαν τα μοναχικά σοκάκια των προσωπικών τους αξιών. 

Αντίθετα, τα τωρινά και μακρινά ξαδέρφια τους, αυτά των τηλεοπτικών σειρών, λάμπουν και χαμογελούν, δεν είναι απόκληροι, μα διορισμένοι απόφοιτοι του Χάρβαρντ και του Γέιλ, ενώ το ίδιο το σύστημα τους προμηθεύει με τα υπερσύγχρονα εργαστήρια όπου θα τελέσουν τα εγκληματολογικά τους μαγικά.

Μια τρίχα αρκεί! Για να βρεθεί το dna, να γίνουν οι τοξικολογικές εξετάσεις, να ξετυλιχθεί ο μίτος του εγκλήματος και ο φόβος του θανάτου να απομακρυνθεί από εμάς τους θεατές  – δυστυχώς όχι πολύ, μα μια τρίχα απόσταση. 

Είναι ευημερούσες οι κοινωνίες μας και αρκούντως ασφαλείς, μα ταυτόχρονα ρευστές και αβέβαιες. Και από πάνω τους σαν σύννεφο υπερίπτανται πάντα υπαρξιακές αγωνίες, δίχως να έχει κανείς  κατάλληλες μεταφυσικές απαντήσεις. Έτσι, με αδημονία παρακολουθούμε τους αστυνομικούς να πληκτρολογούν στα λάπτοπ τους και να ταχυδακτυλουργούν στους δοκιμαστικούς σωλήνες, ελπίζοντας πως μια μέρα δε θα συλλάβουν μόνο το δολοφόνο, αλλά και τον ίδιο το θάνατο.

Η ταινία μας ομοιάζει με τις σειρές αυτές ως φόρμα και ως δομή, αν και αποκλίνει ως περιεχόμενο. Είναι σπονδυλωτή και στιγμιοτυπική, όμως δεν ενδιαφέρεται τόσο για την τεχνολογικη επίλυση των γρίφων του εγκλήματος, όσο διερωτάται για το ηθικό περιεχόμενο της διάπραξής του, δηλαδή τον πιο μεγάλο όλων γρίφο.

Παρακολουθεί την καθημερινότητα και τη δράση μιας ομάδας Προστασίας Ανηλίκων σε κάποιο αστυνομικό τμήμα του Παρισιού. Οι περισσότερες υποθέσεις που αντιμετωπίζει αφορούν περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και εφήβων. Δύσκολες υποθέσεις, ιδίως όταν ένα παιδάκι δηλώνει αμφίσημα πως «ο μπαμπάς μου με αγαπάει πολύ», θέτοντας στο μικροσκόπιο αιώνες πατρικής αγάπης.  

Τι κάνεις με μια τέτοια φράση; Πώς μπαίνουν και πώς βγαίνουν τα εισαγωγικά από τη λέξη αγάπη;

Το όριο που χωρίζει – και ταυτόχρονα καθορίζει – το επιτρεπτό από το μη επιτρεπτό θολώνει πολύ σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Μια μητέρα θα σοκάρει τους αστυνομικούς λέγοντας με κάθε φυσικότητα πως τα βράδια «φιλάει το πουλάκι» των παιδιών της, ώστε αυτά να κοιμηθούνε ήσυχα. Και όμως, αν δεν το ξέρετε αγαπητοί μου αναγνώστες, αυτή η πρακτική ήταν πολύ διαδεδομένη σε άλλους αιώνες – υπήρξαν μάλιστα δόκιμα και χιλιοδιαβασμένα εγχειρίδια για γκουβερνάντες που τη συστήνανε δίχως επιφυλάξεις. 

Ένα κορίτσι θα σοκάρει επίσης τους αστυνομικούς δηλώνοντας πως ό,τι αυτοί αποκαλούν «έκκλητη σεξουαλική συμπεριφορά» της, δεν είναι τίποτε άλλο από ό,τι κάνει κάθε νέος της εποχής μας. Και πάλι ας το σκεφτούμε: παλιότερα, πρακτικές όπως η διατήρηση της παρθενίας σε μεγάλη ηλικία θεωρούνταν δείγμα αρετής που σύσσωμη η κοινωνία επικροτούσε. Και όμως, πλέον η ψυχανάλυση στην ίδια αυτή την πρακτική εντοπίζει τη μήτρα μύριων όσων προβλημάτων, με την απώλεια του υμένα να χαιρετίζεται με μεγάλη ανακούφιση από γνωστούς και φίλους. 

Σε άλλη, τέλος, υπόθεση, ένας άντρας που κατηγορείται για ασέλγεια προς την κόρη του θα κληθεί να καταθέσει τις φαντασιώσεις του. Θα αντερωτήσει τους αστυνομικούς ποιές είναι οι δικές τους. Δε θα λάβει άλλη απάντηση, παρά μόνο πως αυτοί είναι που βρίσκονται στη θέση εκείνου που τελεί τις ερωτήσεις. 

Και εν τέλει αυτό είναι το ζήτημα: πως η σεξουαλικότητα αποτελεί κάτι ρευστό. Είναι πράξεις και πεποιθήσεις, είναι παραστάσεις γεμάτες νόημα που ντύνουνε μια βασική βιολογική ανάγκη. Και ανάλογα από τη σκοπιά, την εποχή και την κουλτούρα που κανείς την αντικρίζει, διαφορετικά τη σταθμίζει, την επικροτεί ή την καταδικάζει.

Η ταινία έξυπνα αναδεικνύει την ασάφεια αυτή, ψηλαφεί το διαρκώς μετακινούμενο αυτό όριο. Σταδιακά θα χτίσει τις προσωπογραφίες των ηρώων αστυνομικών δείχνοντάς μας εικόνες της προσωπικής τους ζωής. Άραγε πότε κάποιος αποκλίνει από ό,τι θεωρούμε ως φυσιολογικό εκάστοτε; 

Σε κάποια σκηνή ένας από τους αστυνομικούς κάνει μπάνιο στη μικρή του κόρη και ασυνείδητα διερωτόμαστε αν υπάρχουν ίχνη παιδεραστίας μπροστά μας, αν η ταινία ετοιμάζεται για τη μεγάλη ανατροπή όπου ο υπερασπιστής θα αποκαλυφθεί πως είναι θύτης, αν υπάρχει μια κλίμακα βαθμών παιδεραστίας και τι βαθμό παίρνει κανείς αν πλένει το κωλαράκι του παιδιού του με το σφουγγαράκι.

Έτσι, μεγάλη αρετή της ταινίας γίνεται το πως δεν αποτελεί μια ευθεία εξιστόρηση του ηρωισμού και της αυτοθυσίας κάποιων αστυνομικών. Δε μοιάζει με πληρωμένη παραγωγή κάποιου υπουργείου Δημόσιας Τάξης, αλλά για μια ταινία που έμμεσα φανερώνει πως η δουλειά της αστυνομίας μόνο «αντικειμενική» δεν είναι. 

Δεν αφορά την εφαρμογή κάποιων αιώνιων νόμων και τη σύλληψη των εσαεί αντίστοιχων «κακών», μα κυριότερα, αφορά τις πρακτικές εκείνες που κάθε φορά βαφτίζουνε κάτι ως το «κακό».

Ταυτόχρονα, πέρα από τις υποθέσεις ασέλγειας, θα ανακύψουν και υποθέσεις επαιτείας ή αμέλειας. Οι αστυνομικοί μας, άλλοι ιδεαλιστές και άλλοι απλώς γραφειοκράτες, με τη συνοδεία των γαλλικών ΜΑΤ θα αποπειραθούν να επέμβουν. Όμως ξέρουμε χάρη στον «Όλιβερ Τουίστ» του Ντίκενς και το «Χωρίς Οικογένεια» του Μαλό – και το γνωρίζει και η ίδια η ταινία – πως τα βαθιά κοινωνικά προβλήματα που τόσο συχνά διαλύουν τις παιδικές ζωές, δε λύθηκαν ποτέ με τις καλές προθέσεις ή με το σιδερένιο χέρι του νόμου.

Το Polisse θυμίζει ως φόρμα τις αγαπημένες μας σειρές και ως περιεχόμενο τα αγαπημένα μας νουάρ. Στις σειρές, οι ήρωες εφαρμόζουν το νόμο. Στα νουάρ οι ήρωες αναζητούν τη δικαιοσύνη. Οι ήρωες του Polisse είναι διχασμένοι.

Πολλοί από τους αστυνομικούς του θα περπατήσουνε νύχτα στα κακόφημα σοκάκια και κάποιοι από αυτούς θα κουβαλούν εσωτερικά τραύματα αντίστοιχα με εκείνα των παιδιών. Ενίοτε ίσως και να μοιάζει το Polisse με πληρωμένη παραγωγή κάποιου Υπουργείου. Άλλες όμως πάλι φορές επιδιώκει να υπερασπιστεί ηρωικά κάποιες από τις αξίες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, που η Ευρώπη διαρκώς επικαλείται, την ίδια στιγμή που στα σκουπίδια τις πετά, μαζί με ανθρώπους, μεγάλους και παιδιά 

Και άλλες τέλος φορές, τις δυνατότερες, – συνειδητά ή ασυνείδητα – η ταινία φωτίζει την άγρια σκοτεινιά εκείνη που κάποιοι τη βαφτίζουνε «νόμο και τάξη», αυτό το ρητορικό φετίχ της εποχής μας που αποκρύπτει πως οι νόμοι έχουν πάντα για θεμέλιο μια αρχική, αυθαίρετη και βίαιη στιγμή. Ένα θεμέλιο που μεταβάλλεται από εποχή σε εποχή. Ένα θεμέλιο που αν το αντίκρυζαν κατάματα ο κάθε Γκρίσομ ή ο κάθε Γκιμπς, μάλλον θα τους μετέτρεπε σε μισότρελους και αλκοολικούς Μάρλλοουζ και Σπέιντς.

Κλείνοντας επιλογικά αυτό το εκτεταμένο, ξαναζεσταμένο και μετέωρο κείμενο, βρήκα στο Polisse μια τίμια ταινία, ζεστή και ανθρώπινη, που ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ και το δράμα, με έξυπνους διαλόγους, μια ταινία που μου άρεσε πολύ περισσότερο από όσο φανταζόμουνα, εμένα, που βλέπω αστυνομικά, ενώ γενικώς δε μου αρέσουνε οι πολιτσμάνοι...




Αξιολόγηση: * * *  (3) 

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε συντομευμένο στο Φιλμ Νουάρ, 20/12/2012

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ (LES MISERABLES)

Σκηνοθεσία: Τομ Χούπερ
Παίζουν: Χιου Τζάκμαν, Ράσελ Κρόου, Αν Χάθαγουεϊ, Σάσα Μπάρον Κοέν, Αμάντα Σέυφριντ, Έντι Ρεντμάιν, Ντάνιελ Χάτλεστοουν
Διάρκεια: 158'
2012



Μικρός, πολύ μικρός, έτυχε να πρωτό-διαβάσω τους Άθλιους του Ουγκώ σε κλασσικό εικονογραφημένο. Το χαρτί ήταν κιτρινισμένο, βλέπετε το είχε πρωτό-αγοράσει ο παππούς μου για τις κόρες του, και μαζί με άλλα τεύχη ήταν δερματόδετο, σε έναν πορφυρό τόμο.

Ήταν ένα σπουδαίο πρωτό-κόμικ, σε ένα μεγάλο και χοντρό βιβλίο, για ένα μικρό και αδύνατο παιδάκι. Δεν μπορώ να θυμάμαι το πόσο κατάλαβα όλη την πλοκή και όλα τα σημαινόμενά της. Ακόμα όμως θυμάμαι τις εικόνες. 

Το νεαρό Γιάννη Αγιάννη, θεονήστικο, με θεονήστικη αδερφή και ανιψιό, να κοιτά το καρβέλι το ψωμί πίσω από τη βιτρίνα. Τον Γιάννη Αγιάννη πληγιασμένο από το βούρδουλα, με τα ξεσκισμένα ρούχα στα κάτεργα. Και δεκαεννιά – ναι, δεκαεννιά για ένα ψωμί – χρόνια μετά, ελεύθερο, ξυπόλητο, να τον διώχνουν σα σκυλί επειδή στην τσέπη του κρατούσε το κίτρινο χαρτί του απελεύθερου κατάδικου. Τον Γιάννη Αγιάννη, γκριζαρισμένο πλέον και αγαπημένο δήμαρχο σε γαλλική κωμόπολη, να διακινδυνεύει κάτω από ένα βαρύ, όσο το πεπρωμένο, κάρο για να σώσει έναν άνθρωπο, να διακινδυνεύει μην αναγνωριστεί από τον εσαεί διώκτη του, Ιαβέρη. Ο σκυθρωπός Ιαβέρης, ο ατσάλινος, αυτό το μακρύ χέρι του νόμου, με το μπαστούνι πάντα στο γαντοφορεμένο χέρι. Και η Φαντίνα, η απολυμένη εργάτρια, η φθισικιά, η αναμάρτητη η στους βούρκους ριγμένη. Και η κόρη της, η Τιτίκα, το εις τους αιώνες έκθετο παιδί, που σφιχταγκαλιάζει μια κούκλα, το μόνο που έχει στον κόσμο αυτόν. Και ύστερα, το αποπνιχτικό πανδοχείο των Θερναδιέρων, τον Μάριο με ένα βαρέλι μπαρούτι πάνω σε ηρωικά οδοφράγματα και ύστερα τραυματία, πάνω στους γέρικους ώμους του Γιάννη Αγιάννη, μέσα στους αχανείς και δαιδαλώδεις υπονόμους του Παρισιού, τους φραγμένους με κάγκελα, και απ’ έξω και πάλι η σκιά του Ιαβέρη.   

Η αθλιότητα. Οι πόλεις και οι χώρες οι βαθιά διχασμένες. Η ηρεμία του δάσους της Βουλώνης και η κόλαση του υφαντουργείου. Οι αριστοκράτες και οι εκπορνευμένοι. Η αδικία, το οδόφραγμα, η διαταγή και το αίμα. Οι βρωμερές γωνιές όπου ο άνισος κόσμος στοιβάζει τους ανθρώπους και ύστερα τους αποκαλεί αθλίους. Τα υγρά και δυσώδη σπλάχνα του Παρισιού όπου μέσα τους εμβαπτίζονται οι άθλιοι και γίνονται ήρωες. Ο ένδωθεν και έξωθεν κυνηγημένος άνθρωπος.

Για χρόνια και χρόνια επέστρεφα στο κλασσικό εικονογραφημένο μου. Και οι εικόνες παρέμεναν και αύξαναν τη δύναμή τους. Μεγάλωσα και κάποια στιγμή διάβασα και όλα τα λόγια, τις εκατοντάδες σελίδες. Και οι εικόνες παραμένουν ακόμα εκεί, δυνατές και αρχετυπικές.

Αυτές παραλαμβάνει και η ταινία μας – που αποτελεί την κινηματογραφική εκδοχή του ομώνυμου μιούζικαλ που ανεβαίνει στη σκηνή εδώ και 3 δεκαετίες – και θέλει να τις καταστήσει ακόμα πιο έντονες, ντύνοντάς τες με μουσική. Δε βασίζεται τόσο στην πλοκή, αλλά μάλλον παραθέτει στιγμιότυπα. Η γαλέρα που ρυμουλκούν οι αλυσοδεμένοι κατάδικοι και το τραγούδι τους. Το ψυχρό και άψυχο εργοστάσιο και το τραγούδι των υφαντισσών. Το απελπισμένο τραγούδι του Τζάκμαν ως Γιάννη Αγιάννη, το σπαρακτικό τραγούδι της Χάθαγουεϊ ως Φαντίνας, το μετρημένο – σαν το νόμο – τραγούδι του Κρόου ως Ιαβέρη.

Το πρώτο μέρος της ταινίας τραγουδά την αθλιότητα και είναι δυνατό πολύ. Ωστόσο, το δεύτερο – και ενώ γύρω στήνονται τα οδοφράγματα – διαλέγει να τραγουδήσει τον έρωτα του Μάριου και της Τιτίκας. Η κάμερα φεύγει από την κοινωνία και στρέφεται στα πρόσωπα, μειώνοντας όμως ταυτόχρονα το εύρος του πρωτότυπου έργου. Τώρα η μουσική απλώς ακούγεται. Χωρίς αγκάθια και δίχως τη χορωδία των καταφρονεμένων. Αρχίζει να γλυκίζει και τα 158 λεπτά της ταινίας αρχίζουν να κυλούν όλο πιο αργά.

Το πλήρες μυθιστόρημα του Ουγκώ είναι αδύνατον να μεταφερθεί αυτούσιο κινηματογραφικά. Πρέπει πάντα κανείς να διαλέξει μια εκδοχή του. Κατά τη γνώμη μου, η ταινία αυτή προσπαθεί να συνδυάσει δυο εκδοχές ταυτόχρονα και έτσι παραπατάει στην ανισομέρεια.

Εγώ αντιπαραβάλλω το κιτρινισμένο μου κλασσικό σε αυτή τη γεμάτη χρώματα εντυπωσιακή παραγωγή. Ίσως γιατί πάντα νοσταλγούμε την πρώτη φορά των πραγμάτων. Ωστόσο και τα δυο επιδιώκουν το ίδιο, να αναστυλώσουν αυτές τις αρχετυπικές εικόνες, που και σήμερα και αύριο, εξίσου επίκαιρες φαντάζουν. Αν εγώ κρατώ το κλασσικό μου και το πρώτο μέρος της ταινίας, ίσως εσείς να μην το έχετε διαβάσει ή να συγκινηθείτε με το δεύτερο. Αυτό που έχει πάντως σημασία, είναι πως όλες οι εκδοχές οδηγούνε στην πλατιά και ορμητική πηγή, τους ίδιους τους «Άθλιους» του Ουγκώ.

Από όπου κλέβω, επιλογικά, και αυτή τη φοβερή στιχομυθία:

«Γενναίοι Γάλλοι παραδοθείτε»

και αυτός απάντησε

«Σκατά!»



Δημήτρης Δρένος

Αξιολόγηση: * * *  (3)

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 14/2/2013