Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

JACK GOES BOATING

Σκηνοθεσία: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν
Παίζουν: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Τζων Ορτίζ, Ρίτσαρντ Πετροτσέλι, Άμι Ράιαν, Ντάφνι Ρουμπίν-Βέγκα
Διάρκεια: 91’
2010


Σε παλιότερο κείμενο, είχαμε αναρωτηθεί με απορία, γιατί όλες σχεδόν οι ερωτικές ταινίες να έχουν για ήρωές τους πλούσιες και πλούσιους, ωραίες και ωραίους, που ζούνε τα πάθη τους ταξιδεύοντας στις εξωτικές άκρες του κόσμου ή μένοντας εντός, σε ωραία διαμερίσματα, κεντρικά, στις πιο όμορφές του πόλεις. Γιατί όλοι αυτοί οι ερωτευμένοι να είναι και επαγγελματικά πετυχημένοι, γοητευτικοί τόσο, που στο τέλος όχι μόνο να κερδίζουνε το ταίρι της καρδιάς τους, αλλά και το δικό μας έρωτα, εμάς των θεατών.

Η σημερινή ταινία μας, γενναία, ξεφεύγει από τον κανόνα. Παρουσιάζει τον έρωτα; την αγάπη; την ανάγκη; την ώθηση της μοναξιάς; που φέρνει κοντά, σταδιακά, δυο ανθρώπους που ως θεατές δεν πρόκειται ποτέ μας να ερωτευθούμε.

Και τούτοι οι δυο ζουν στη μεγάλη πόλη, την εντυπωσιακότερη όλων, τη Νέα Υόρκη. Και αυτοί βγαίνουν μέσα από λιμουζίνες αστραφτερές ή από υπέροχα κτήρια.

Όμως δεν τους ανήκουν. 

Ο Τζακ εργάζεται ως οδηγός πολυτελών αυτοκινήτων. Ατσούμπαλος είναι και λιγομίλητος. Δε ζητά πολλά από τη ζωή και αυτή δεν του έχει δώσει τίποτα. Μόνο μια κασέτα με ρέγγε μουσική, να την ακούει και να ονειρεύεται. Κάθε πρωί ξεπαρκάρει τη λιμουζίνα από το παρατημένο οικόπεδο των προαστίων και οδηγεί τους κομψούς κυρίους στο κέντρο, ως τα ξενοδοχεία της χλιδής για τα οποία ποτέ δε θα αποκτήσει χρήματα, ούτε για ένα βράδυ. 

Έχει κρύο στη Νέα Υόρκη. Μα ακόμα και όταν δεν έχει, αυτός πάντα φοράει το σκουφί του. Από κάτω κρύβει επιμελώς τα άτεχνα ράστα κοτσιδάκια του, έμβληματα μιας ασχημάτιστης ελπίδας το περιεχόμενό της οποία ούτε ο ίδιος δε γνωρίζει, αυτός, ο τρομαγμένος άνθρωπος που τα φοβάται όλα.

Η Λούσι εργάζεται στις τηλεφωνικές πωλήσεις ενός πολυτελούς γραφείου τελετών. Προωθεί το μακάβριο εμπόρευμα, ενώ δεν το γνωρίζει πως το αφεντικό σκέφτεται να την απολύσει. Κάθε απόγευμα βγαίνει από το κτήριο και περπατά το δρόμο για το σπίτι. Μια εικόνα που όλο γερνά θα την περιμένει στο καθρέφτη. Κατοικίδιες φοβίες και εμμονές, που κάθε νύχτα τις παίρνει αγκαλιά στο άδειο της κρεβάτι.

Ένα ζευγάρι συναδέλφων θα προσπαθήσει να τους σμίξει. Τα πρώτα ραντεβού θα αποδειχθούν παρωδία όλων των εγχειριδίων περί φλερτ. Δεν πρόκειται για τον Χιου Γκραντ ή την Τζούλια Ρόμπερτς, δεν είναι αυτός ο κυνηγός και αυτή η θηλυκή παγίδα, δεν ξέρουν να μιλούν τη γλώσσα του σώματος ή με υγρές, φανταχτερές ατάκες. Μονάχα αμήχανες κουβέντες θα ανταλλάζουν, κοινοτυπίες, «ναι», «όχι» και «μμ», μουρμουριστά.

Και ωστόσο, το σμίξιμο θα επέλθει, σιγά σιγά και ανεπαίσθητα. Μόνο που όσο αυτοί θα σμίγουνε, η σχέση των φίλων τους θα καταρρέει. Ζώντας στις γκρίζες ζώνες της ζωής, δύσκολο δεν είναι μόνο να οικοδομήσεις μια σχέση, μα και να την κρατήσεις. Σ’ αυτή τη χαμηλή ζωή της κούρασης και της διάψευσης, το πάτωμα των μικρών διαμερισμάτων γίνεται βούρκος. Και όταν παρουσιάζεται η ευκαιρία να ξεφύγεις, δύσκολα το αρνείσαι – και προδίδεις.

Έτσι, ανεπαίσθητα επίσης, όπως όλα μες το φιλμ αυτό, θα επέλθει η δραματική κορύφωση. Με θεατρική καταγωγή η ταινία, δεν την αρνείται. Κυλά αργά ώστε να νιώσουμε καλά πως είναι να ζεις τέτοιες ζωές. Οι διάλογοι είναι απλοί, απλοϊκοί, πολλές φορές ανολοκλήρωτοι. Ομιλίες κουρασμένες, κουρασμένων ανθρώπων που δεν έχουν το κουράγιο να αναζητήσουνε τις λέξεις.

Το ζευγάρι τώρα είναι μαζί. Και ίσως τα βράδια ψάχνουν στην τηλεόραση πού παίζει κάποια ρομαντική κομεντί. Να σιωπήσουνε κι άλλο και να ψάξουν νοερά και κατά μόνας τη μαγεία που η καθημερινή τους ζωή τούς στερεί. Το άλλο πρωί θα πρέπει να ανεχτούν ένα γλοιώδες αφεντικό και μια πολυτέλεια που επιτρέπεται μόνο να τη βλέπουν και ποτέ να μην αγγίζουν.

Μα έτσι συμβαίνει έξω από το Χόλυγουντ και μέσα στις άνισες πόλεις. Σκουντουφλώντας ψάχνουμε τον έρωτα; την αγάπη; τη λύση της ανάγκης; τον τρόπο εκείνο, ώστε στη δύσκολη ζωή να μη μείνουμε μόνοι.




Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 14/11/2013

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

ΓΙΑ ΤΗN ΣΩΤΗ, ΤΟΝ ΠΑΣΧΟ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ ΕΜΑΣ


Βρωμιάρης και αυθάδης, με ένα στάχυ στα χείλη και χαμόγελο περιπαιχτικό, άλλοτε στους δρόμους ξαπλώνει και άλλοτε στις αποθήκες για να κοιμηθεί του κοσμάκη. Και ο κοσμάκης με αηδία τον διώχνει κάθε πρωί, αυτόν τον βρωμερό, τον ψειριάρη, τον γιο του μπεκρή. «Σταθείτε μακριά» φωνάζουν στα παιδιά τους οι ήσυχοι Αμερικανοί, όταν περνά αυτός ο αλήτης, αυτό το κακό το παράδειγμα με το παντελονάκι το τρύπιο. Και νιώθει λύπη και πείνα ο-μικρός-με-τη-μεγάλη-καρδιά, μέχρι που στην αγκαλιά του τον παίρνει ο Μαρκ Τουαίην, τον αγαπά και τον βαφτίζει «Χώλκμπερυ Φιν».

Και ένα άλλο γνωστό μας παιδί κοιμάται στους δρόμους, αυτούς του Λονδίνου, και από όπου περνά αποστρέφουν το βλέμμα τους οι ήσυχοι Άγγλοι. «Ζητιάνε», «Κλέφτη» του φωνάζουν του μικρού και άπλυτου επαίτη. Και σφίγγουν τα πορτοφόλια ή κλείνουν τις μύτες, βρωμάει και αυτός, έτσι μυρίζουν οι τρώγλες. Μα δε νοιάζεται ο Κάρολος Ντίκενς. Τον σηκώνει από χάμω, τον αγαπά και τον βαφτίζει «Όλιβερ Τουίστ».

Και δείτε αυτή την πουτάνα που σουλατσέρνει στα σοκάκια του Παρισιού. Αυτή είναι βρωμιάρα από μέσα, μιαρή, και τι αρρώστιες άραγε κουβαλά; Προσοχή, μη μας γεμίσει όλους! Κοιτούν την ομορφιά της που φθίνει οι κομψοί Παριζιάνοι, πασπατεύουν, χορταίνουν και ύστερα φτύνουν. Κουρελιασμένη, πεταμένη από τη φάμπρικα, τη βρίσκει ο Βίκτωρ Ουγκώ, τη σκουπίζει, τη ντύνει, τη βαφτίζει Φαντίνα και της δίνει σπίτι στου «Άθλιους».  

Με τους άθλιους αυτούς τόλμησε και έζησε ο Τζακ Λόντον. Στα φτωχοκομεία και στους δυσώδεις δρόμους του Ανατολικού Λονδίνου. Και το 1903 έγραψε για αυτούς, τους «Ανθρώπους της Αβύσσου».

Δε γράφουν για τέτοια οι σημερινοί συγγραφείς μας. Ή μάλλον, το κάνουν, από την ανάποδη. Στην Καθημερινή και στο Βήμα, στο Πρόταγκον και τη Λάιφο, θρηνούν για τις πόλεις που βρωμίζουν και χαλούν την αγοραστική μας διάθεση, για τα καλώδια από χαλκό που κλέβουν και επιβαρύνουν το χρέος, συστήνουν γκέτο μοντέρνα και έπειτα ρουφούν τον εσπρέσο. 

Και εμείς; Γελούμε με τον «Χώλκμπερυ Φιν», δακρύζουμε με τον «Όλιβερ Τουίστ». Και ύστερα κλείνουμε το βιβλίο και βρίζουμε το παιδί που καθαρίζει στα φανάρια το τζάμι, το μικρό που ζητάει να φάει, το ξυπόλυτο εκείνο που παίζει στην πόρτα μας.

Τη νύχτα όλοι κοιμόμαστε ήσυχοι. Κλειδωμένες οι πόρτες και τα βιβλία στα ράφια, εγγυήσεις συνείδησης άσπιλης.

Μα όταν όλοι αυτοί βγουν από την άβυσσο, γιατί να λυπηθούν όσους ποτέ δεν τούς νοιάστηκαν;
 



Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, στη στήλη "Β' Εξώστης", 14/11/2013

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

42

Σκηνοθεσία: Μπράιαν Χέλγκελαντ
Παίζουν: Τσάντγουϊκ Μπόουζμαν, Τ.Ρ. Νάιτ, Χάρισον Φορντ, Νικόλ Μπεχαρί, Λούκας Μπλακ
Διάρκεια: 128’
2013



Έχουν γραφεί πολλά ποιήματα για τα πεδία της μάχης μετά το πέρας της. Για τους πνιχτούς ήχους αυτών που ξέμειναν να ξεψυχήσουν, για τις έρημες φωτιές που καίνε εδώ και κει και κυρίως για αυτή τη σιωπή, την εκκωφαντική, που διαδέχεται το θόρυβο της μάχης.

Λιγότερα έχουν γραφεί για τα άδεια στάδια, όταν οι προβολείς τους σβήνουν. Αντηχούν ακόμα από τις ιαχές και τις κραυγές του απογεύματος. Κάποιος παίχτης τραυματίστηκε και ουρλιάζει. Μια ενέργεια υπήρξε πράξη αυτοθυσίας. Και κάποια νίκη ήταν ίδιος θρίαμβος. Λιγότερα ποιήματα έχουν γραφεί για τα άδεια στάδια και είναι παράξενο. Γιατί είναι εκεί όπου αποφορτίζεται η κοινωνία. Εκεί είναι που οι σύγχρονοι άνθρωποι ζούνε και ξαναζούν θεσμοποιημένη την εβδομαδιαία μινιατούρα του πολέμου.

Για το μπέιζμπολ δε γνωρίζω πολλά και μάλλον και εσείς το ίδιο. Ωστόσο μια μέρα με ήλιο σίγουρα θα φορέσατε ένα απ’ τα καπελάκια του και σίγουρα θα έχετε ακουστά τους περίφημους Νιου Γιορκ Γιάνκις. Και αν μάλιστα ξεφυλλίσατε τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ήδη θα ξέρετε πολλά για τον θρυλικό παίκτη, τον Τζόε ΝτιΜάτζιο. 

Ας μας είναι ακατανόητο το μπέιζμπολ βλέποντάς το στην οθόνη. Όλοι καταλαβαίνουμε την επίδρασή του στο πολιτισμικό φαντασιακό. Είναι ό,τι είναι το ποδόσφαιρο για τους Ιταλούς ή για τους Άγγλους. Είναι ο τρόπος των αμερικάνων σπόρτσμεν, είναι το άθλημα των τζέντλεμεν της αυτοδημιούργητης αυτής χώρας. Τζέντλεμεν που σέρνονται στο χώμα για να προλάβουν να αγγίξουνε τη «βάση».

Η ταινία μας ξεκινά το 1946. Ο πόλεμος έχει τελειώσει και οι αμερικανοί στρατιώτες επιστρέφουν από την Ευρώπη. Οι μαύροι αμερικανοί ως ορντινάτσες των λευκών ή απλώς ως κρέας για τα κανόνια, ηρωικά πολέμησαν το ναζισμό. Και ωστόσο αυτοί οι ματωμένοι ήρωες πίσω στην πατρίδα τους υπάγονται στους νόμους του φυλετικού διαχωρισμού. Άλλες τουαλέτες για κατούρημα, άλλες θέσεις στα λεωφορεία, άλλες ευκαιρίες – μόνο αρνητικές – για τη ζωή τους. Και όσον αφορά το μπέιζμπολ, άλλο πρωτάθλημα για τους λευκούς και άλλο για τους μαύρους.

Είναι το 1946 όταν ο θρυλικός πρόεδρος των Μπρούκλιν Ντοτζερς θα διασχίσει τις διαχωριστικές γραμμές, προτείνοντας συμβόλαιο σε αυτόν που επρόκειτο να γίνει ο πρώτος έγχρωμος παίκτης του επίσημου πρωταθλήματος, τον Τζάκι Ρόμπινσον. 

Η θύελλα ξεσπά και είναι σφοδρή. Οι ίδιοι οι παίκτες των Ντότζερς αρνούνται το μαύρο τους συμπαίκτη. Οι διαιτητές μεροληπτούν και οι αντίπαλοι βρίζουν χυδαία εν χορώ. Η ομοσπονδία εξανίσταται, τα πλήθη αλαλάζουν. Τα ξενοδοχεία αρνούνται τη φιλοξενία, ενώ οι θερμόαιμοι και ασπριδεροί αμερικανοί υπόσχονται δολοφονίες.   

Και όμως, ο σαρδόνιος πρόεδρος και ο χαρισματικός παίκτης και ακέραιος άνθρωπος Ρόμπινσον θα αντέξουν ως το τέλος. Η ταινία μας διηγείται τη θρυλική πορεία της ομάδας ως τον τίτλο του 1947 και ταυτόχρονα χαρτογραφεί περίτεχνα το ρατσισμό, ρατσισμό που άλλοτε βρίσκεται στην ωμή βία και άλλοτε κατοικεί στα βλέμματα. Mε κοινωνιολογική ευφυΐα καταδεικνύει πώς η εχθρότητα των Άλλων συσπειρώνει την ομάδα των Ντότζερς και πώς η καθημερινή τριβή, η βιωμένη δηλαδή ζωή, γεφυρώνει το χάσμα των προκαταλήψεων.

Δυο ερωτήματα επανέρχονται στο φιλμ. Γιατί έλαβε την απόφαση αυτή ο πρόεδρος; Είτε υπό τη γοητεία του χρήματος είτε υπό το βάρος της συνείδησης, ο Μπραντς Ρίκεϋ κυρίως συνέλαβε προδρομικά μια εποχή που άλλαζε, αντιλαμβανόμενος την αντίφαση η ομάδα του έγχρωμου Μπρονξ να είναι λευκή. 

Ο καιρός του ρατσισμού ως άμεσου διαχωρισμού έφθανε στο τέλος του. Οι ΗΠΑ μετά το τέλος του πολέμου ήταν μια κοινωνία χαρούμενη που η οικονομία της γρήγορα θα άνθιζε σε διάφορους τομείς. Οι άνθρωποι θα κάναν πλέον διακοπές, θα αγόραζαν δικό τους αυτοκίνητο, θα πήγαιναν στο γήπεδο διατεθειμένοι να ξοδέψουν, αν το θέαμα που έβλεπαν ήτανε καλό.

Μα για να είναι καλό το θέαμα χρειαζόταν οι αποκλεισμένοι αθλητές, οι δυνατοί και οι γρήγοροι, να μπούνε στο παιχνίδι. Ο φυλετικός αποκλεισμός άρχιζε να είναι αναχρονισμός για το υποσύστημα του επαγγελματικού αθλητισμού. Και για τους εύστροφους ιδιοκτήτες των ομάδων, οι μαύροι δε θα ήταν πια οι «αράπηδες» του παρελθόντος, μα οι γρηγορότεροι των λευκών δρομείς σε αυτή την αξιοκρατία του εμπορικού θεάματος. 

Ήταν ωστόσο ήρωας ο Ρόμπινσον; Οι καιροί των αντιφάσεων παράγουν ήρωες. Τι και αν ο ίδιος δήλωνε πως παίζει απλώς και μόνο μπέιζμπολ. Στους δύσκολους καιρούς η ακεραιότητα αρκεί – και αναβαπτίζει. 

Η ωραία ταινία μας δεν είναι βιογραφία ή αθλητική ταινία. Αντιθέτως, αποτελεί την εύστοχη τοιχογραφία μιας εποχής, όπου ο Ρόμπινσον ως καταλύτης επιτάχυνε τις αντιδράσεις της. Τότε που στα στάδια και τα λεωφορεία μιας χώρας δόθηκε ένας σκληρός και ακήρυχτος πόλεμος. 

Έκτοτε υπογράφηκαν πολλά αθλητικά συμβόλαια. Οι φανέλες των πρωταγωνιστών αποσύρθηκαν στο Hall of Fame. Το θέαμα έγινε ακόμα πιο εμπορικό.

Και ο πόλεμος; Συνεχίζει ακήρυχτος, σκληρός. Και τις Κυριακές του γηπέδου και τις καθημερινές του βίου μας.




Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 31/10/2013

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

ΜΥΣΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ (THE EAST)


Σκηνοθεσία: Ζαλ Μπατμανγκλιζ
Παίζουν: Μπριτ Μάρλνιγκ, Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ, Έλεν Πέητζ, Τόμπυ Κέμπελ, Ντανιέλ ΜακΝτόναλντ
Διάρκεια: 116’
2013


Ήταν δύσκολο να είσαι αριστοκράτης στα τέλη του 19ου αιώνα. Με κάποια δόση υπερβολής, κάθε βδομάδα δυο, τρεις δούκες ή βαρόνοι και σίγουρα ένας πρίγκιπας ανατινάσσονταν από μπόμπες αναρχικών. Επρόκειτο για το μύθο της αναρχικής τρομοκρατίας που πλανιόταν πάνω από την Ευρώπη. Μύθο που  καλλιεργούσαν τα αντιδραστικά καθεστώτα, μα που ταυτόχρονα απηχούσε τον πόθο των κατατρεγμένων τάξεων για μια δικαιοσύνη λαϊκή ή για μια θεοδικία. Ναι! Αν οι επίσημες εφημερίδες εμφανίζανε τους βομβιστές ως τέρατα εκφυλισμένα, στις λαϊκές διηγήσεις οι αναρχικοί μετατρέπονταν σε αρχάγγελους της δίκαιης εκδίκησης του Κυρίου.

Σήμερα, ομόθυμα καταδικάζουμε τις απολυταρχίες των προηγούμενων αιώνων. Με φρίκη αναρωτιόμαστε πώς κυβερνούσαν οι κηφήνες, επειδή – και μόνο – το αίμα τους ήταν γαλάζιο. Και ύστερα σίγουροι για το ορθό της δικής μας διακυβέρνησης, καταδικάζουμε τη βία από όπου και αν προέρχεται.

Όπως και να ‘χει, οι εβδομαδιαίες ανατινάξεις δεν περιορίσανε ικανά τον αριθμό των αριστοκρατών. Απαιτήθηκαν πόλεμοι και επαναστάσεις, το γκρέμισμα ενός ολόκληρου παλαιού κόσμου, ώστε να εισαχθούμε στο σύγχρονο δικό μας. Έναν κόσμο γεμάτο και πάλι αριστοκράτες, που πια δεν έλκουνε τις θέσεις τους από το αίμα, αλλά από τη νεφελώδη έννοια της αξιοκρατίας που αγοράζουνε στα ιδιωτικά κολέγια των ελίτ.

Πολυπληθείς είναι οι τάξεις των CEO, των διευθύνοντων συμβούλων των πολυεθνικών. Πολυεθνικών, ας πούμε, φαρμακευτικών που κάθε τόσο ακούμε πως πλαστογράφησαν κάποια κλινική δοκιμή και χίλιοι «αφρικανοί» πεθάναν ή πολυεθνικών της ενέργειας που κάθε τόσο μαθαίνουμε πως δηλητηρίασαν με απόβλητα ένα ποταμάκι και χίλια παιδιά αρρώστησαν βαριά.

Η ηρωίδα της ταινίας μας Σάρα είναι μια δυναμική και όμορφη γυναίκα. Είναι επίσης μια καλή χριστιανή που δε βρίσκει ουδεμία αντίφαση σε σχέση με τη δουλειά της. Εργάζεται για μια ιδιωτική εταιρεία που προστατεύει τις πολυεθνικές από τρομοκρατικές ενέργειες. Και αυτή τη φορά πρέπει να διεισδύσει σε μια ομάδα αναρχικών που αποκαλούνται «Οι Ανατολικοί», ώστε να τους αποκαλύψει.

Αρχικά οι τρομοκράτες θα παρουσιαστούν ως μετα-χίπηδες, καρικατούρα αντίστροφη για ένα  (μετά-) καπιταλιστικό κόσμο, όπου οι εταιρείες de facto κυβερνούν. Περιπλανώνται μες τα δάση, χιπστερίσκοι με τις γενειάδες τους και τα ρούχα τους βγαλμένα από τα lookbooks του Pull&Bear. Κάνουν γυμνοί μπάνιο, αλληλο-ταΐζονται, θυμίζουνε μια άκακη «Συντροφιά του Τσαρλς Μάνσον» που η ανάμνησή της ακόμα ταλανίζει το αμερικάνικο φαντασιακό. Μοιάζει για άλλη μια φορά σαν η εναντίωση προς το κατεστημένο να μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από την ατομική εκκεντρικότητα.

Ωστόσο, στην πορεία η ταινία σοβαρεύει. Οι «Ανατολικοί» δηλητηριάζουνε τους δηλητηριαστές: ταΐζουν με τα ίδια τους τα φάρμακά ένα διευθυντικό συμβούλιο και βουτούν έναν πρόεδρο στα τοξικά λήμματα που αδιάφορα παράγει. Και η καλή χριστιανή Σάρα αρχίζει να κλονίζεται, βλέποντας – αυτή η πλανημένη – τις σκοτεινές πτυχές του κόσμου μας.

Οι σφαίρες δε θα αργήσουνε. Τι και αν προορίζονται μόνο για αυτά τα σχεδόν παιδιά-τρομοκράτες; Η Σάρα θα τους αρνηθεί την ανταπόδοση. «Η βία είναι φασιστική» θα πει, «ακόμα και αν έχετε δίκιο».

Είναι έτσι όμως Σάρα; Σάρα μπλεγμένη στη χριστιανική αντίφαση του «αγαπάτε αλλήλους» και της «αιώνιας κόλασης», Σάρα που στο τέλος της ταινίας ψάχνεις έναν τρίτο δρόμο – να ενημερώσεις ειρηνικά την κοινή γνώμη για τα αίσχη των εταιρειών. 

Ζούμε σε έναν κόσμο ενημέρωσης, μα τα ποταμάκια συνεχίζουν να κυλάνε μολυσμένα. Και δεν πρέπει να ξεχνούμε πως κάθε γραμμάριο άμεσης βίας έχει αποσταχθεί από τόνους έμμεσης που παράγει η κοινωνία. Οι βαρωνίσκοι κάποτε στέλναν τα κανόνια. Οι τεχνοκράτες υπογράφουνε συμβόλαια. Τότε τα θύματα στοιβάζονταν κατακόκκινα στους δρόμους. Τώρα αποσιωπούνται στις στατιστικές. 

Η βία δεν είναι ταμπού – μα πολυσύνθετο φαινόμενο. Δαιμονοποιούμε την ορατή εκδοχή της, καθαγιάζοντας την αόρατη. Σάρα, και εγώ κάθε μέρα καταδικάζω τα γηρατειά από όπου και αν προέρχονται. Μα κάθε μέρα είμαι και μια μέρα γηραιότερος.




Αξιολόγηση: * *  (2)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 25/10/2013