Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

ΚΟΡΙΟΛΑΝΟΣ (CORIOLANUS)

Σκηνοθεσία: Ρέιφ Φάινς
Παίζουν: Ρέιφ Φάινς, Τζέραρντ Μπάτλερ, Βανέσα Ρέντγκρεϊβ, Μπράιαν Κόξ

Διάρκεια: 123’
2011


Κατάσταση έκτακτης ανάγκης – ο εχθρός εντός των πυλών. Η ομιλία των πρώτων σκηνών της ταινίας είναι οι ίδιοι οι ήχοι της: η βοή του πλήθους και μιας πόλης σε αυξανόμενη ένταση, τα ρόπαλα που προσκρούουν στις ασπίδες αστυνομικών, τα συρματοπλέγματα που κλυδωνίζονται γύρω από αποθήκες τροφίμων. 

Στο δεύτερο λεπτό θα μιλήσει ο λαός, οι εξαχρειωμένοι πληβείοι. Ζητούν το σιτάρι που επίτηδες δε μοιράζουν οι αστοί, οι πλούσιοι πατρίκιοι. Στην κοινωνία υπάρχουν δυο τάξεις και είναι εχθρικές.

Τρίτο λεπτό, και στο προσκήνιο εμφανίζεται ο Τούλος Αουφίδιος. Κατευναστικός και διπλωμάτης, είναι η φωνή των πατρίκιων, η συνείδηση ενός κόσμου καμωμένου καλώς. Ποιές δυο τάξεις, λαέ; Η Πόλις μας είναι ένα σώμα, και οι σχέσεις των μελών του πρέπει είναι αγαστές. Είμαστε το κεφάλι και είστε τα πόδια, που ακούστηκε τα πόδια να χτυπούν το κεφάλι, το σώμα να βγάζει τα ίδια τα μάτια του;

Τέταρτο λεπτό και όλοι παραμερίζουν καθώς μπροστά στα σιλό – στη μοντέρνα σκηνή του δράματος – βαδίζει αγέρωχα ο Κάιος Μάρκιος ο Κοριολανός. Έχει σκοτώσει χιλιάδες αυτός ο πολέμαρχος, η φωνή του είναι σκληρή και σίγουρη, είναι ήρωας και αριστοκράτης, η ευγενική ψυχή σε έναν κόσμο φτιαγμένο από λάσπη: λυσσαλέα ζώα, κοπρόσκυλα, ποταπές αλεπούδες, αυτό μόνο είσαι και τίποτε άλλο, ευμετάβλητε λαέ… 

Οι φλόγες κοπάζουν, μα η εστία παραμένει, θα φουντώσει και πάλι αργότερα. Ο Κάιος Μάρκιος θα εκστρατεύσει στη γειτονική Κοριόλη, το imperium χρειάζεται εδαφικές προσαρτήσεις. Θα επιστρέψει τροπαιούχος και με 27 στο σώμα πληγές. Η σύγκλητος θα τον προτείνει για Ύπατο, μόνο που θα πρέπει πρώτα αυτός να γυρέψει την ψήφο του λαού. Μα ο Κοριολανός τον φτύνει το λαό που κλαψουρίζει στην ειρήνη και κλαψουρίζει στον πόλεμο. Και ο λαός με τη δύναμη των αριθμών, εξορίζει τον Κοριολανό από την πόλη. 

Η πόλη θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε. Εδώ «αυτοαποκαλείται Ρώμη», ενώ τα αρχαία πρόσωπα του δράματος μεταφέρονται εις διπλούν από τον Σαίξπηρ στο τέλος της Αναγέννησης και από εκεί στον αιώνα μας, στην πρώτη σκηνοθεσία του Ρέιφ Φάινς. Ο «Κοριολανός» αποτελεί ένα από τα ύστερα έργα του Σαίξπηρ. Δεν αναφέρεται πλέον στην εποχή των βασιλιάδων αλλά διεισδυτικά συλλαμβάνει την εποχή που μόλις ανατέλλει, αυτή του μοντέρνου κράτους και της νεώτερης εποχής. Δεν πρόκειται πια για την κονταρομαχία επώνυμων αρχόντων – του βασιλιά Τάδε του Πρώτου ή του Δεύτερου – αλλά για την ιστορία των τεράστιων κοινωνικών δυνάμεων. 

Ο Κοριολανός μιλά με όρους αρχαϊκούς μιας εποχής που σβήνει και εκεί έγκειται η τραγικότητά του. Δε συσκοτίζει όπως οι πολιτικάντες πατρίκιοι τον κοινωνικό διχασμό. Δέχεται πως πράγματι υπάρχουν δυο τάξεις, όμως η διάκρισή για αυτόν δε βρίσκεται στο κοινωνικό πεδίο αλλά στο σύμπαν των αξιών. Οι φτωχοί είναι φτωχοί επειδή είναι οκνηροί και ανόητοι και όταν απευθύνεται σε αυτούς τους παρομοιάζει με ζώα – για τον Κοριολανό η κοινωνία αποτελεί μια αμετάβλητη και φυσική τάξη πραγμάτων. 

Μα ταυτόχρονα, ο ίδιος διαψεύδει τις νεκρές αριστοκρατικές του αξίες. Εξόριστος θα συμμαχήσει με τον αδυσώπητο εχθρό του. Ο αριστοκράτης θα καταδεχθεί να παίξει πολιτικά. Τώρα θα ηγηθεί της Κοριόλης ενάντια στη Ρώμη. Η έντρομη πόλη θα στείλει τη μάνα του, γονυπετή μπροστά στα σύνορα να τον ικετέψει. Και αυτή θα τον εγκαλέσει στο όνομα των φυσικών δεσμών, θα τον ελέγξει με τους ίδιους τους αντιφατικούς δικούς του όρους. Ο Κοριολανός θα προδώσει για δεύτερη φορά – και θα συνθηκολογήσει. 

Για τον Κοριολανό δεν υπάρχει πατρίδα στους χάρτες του σύγχρονου κόσμου. Οι ηρωισμοί των αριστοκρατών χρειάζονται σωρούς από πτώματα για να βρουν σκηνή να παιχτούν. Όσο για τη μάνα, οι πατρίκιοι την τιμούν ως τη Μάνα και την Ψυχή της Πόλης. Όμως η Πόλη δεν είναι παιδί ή σώμα ενιαίο. Είναι σπάραγμα ταξικό και μια αδυσώπητη τάφρος. Και όσο για το λαό, ναι, είναι ευμετάβλητος και άγεται από τους δημάρχους του. Η εποχή που εγκαινιάζει ο «Κοριολανός» του Σαίξπηρ διαρκεί μέχρι σήμερα. 

Το έργο του Σαίξπηρ είναι βαθύ, στριφνό και αμφίσημο. Το χαρακτήρα του διατηρεί με πιστότητα η μεταφορά του Φάινς, διανθίζοντάς το με εικόνες από τις σύγχρονες μαζικές κοινωνίες της τηλε-δημοκρατίας, ενώ τα σκηνικά του απηχούν τους πολέμους που επακολούθησαν τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας. Το είδα δυο φορές. Την πρώτη φορά μου άρεσε λίγο. Τη δεύτερη φορά μου άρεσε πολύ περισσότερο.





Αξιολόγηση: * * * *  (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ,  22/11/2012

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Ο ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΛΑΖΑΡ (MONSIEUR LAZHAR)

Σκηνοθεσία: Φίλιπ Φαλαρντό
Παίζουν: Μοχάμεντ Φελάγκ, Σοφί Νελίς, Εμιλιέν Νερόν, Ντανιέλ Προυλ
Διάρκεια: 94'
2011


Άραγε τι θυμόσαστε αγαπημένοι μου αναγνώστες από τα χρόνια σας στο Δημοτικό; Θυμάστε την Ιστορία ή τη Γεωγραφία; Μάλλον όχι, πέρασαν και περνούν τα χρόνια από την παιδική μας ηλικία, ανεπιστρεπτί. 

Αν κάτι έμεινε στη μνήμη – και αν ήμασταν τυχεροί να έχουμε τέτοιους δασκάλους – αυτό είναι μόνο το τρυφερό τους βλέμμα και η ζεστή χροιά στη φωνή, οι μαλακοί τους τρόποι που ενστάλαξαν ευγένεια μέσα μας. Τις γνώσεις τις ίδιες τις ξεχνάμε. Ό,τι μετρά είναι να μάθουμε πως κάπου υπάρχουν οι κόσμοι της σοφίας. Και ακριβώς αυτό είναι που κάνουνε οι καλοί δάσκαλοι. Παίρνουν τα μικρά χεράκια των παιδιών μες τα δικά τους χέρια και τα οδηγούν στα μονοπάτια.

Πέρα και πάνω από όλα, η διδασκαλία είναι μύηση. Δεν είναι μετρήσιμο ωρολόγιο πρόγραμμα, δεν είναι νέες τεχνολογίες και σίγουρα δεν είναι υπολογισμοί κόστους και οφέλους στα υπουργεία και τις διευθύνσεις εκπαίδευσης. Είναι μύηση σε αυτόν τον αχανή και πάλλοντα κόσμο γύρω μας που έκθαμπα τα παιδιά πρωταντικρύζουν.
  
Τέτοιος δάσκαλος είναι λοιπόν ο κύριος Λαζάρ, αυτός ο αλγερινός μετανάστης στον Καναδά και ήρωας της ταινίας μας. Και η ταινία μας είναι γλυκιά, πολύ γλυκιά και ταυτόχρονη πολιτική και πολυεπίπεδη. Από μια ίσως εκ πρώτοις συντηρητική σκοπιά, λειτουργεί ρηξικέλευθα και επιτίθεται στην πολιτική ορθότητα – τη θεολογία της λανθασμένης εποχής μας – από πολλές πλευρές. 

Ο Λαζάρ ίσως δεν είναι ο γενναίος πολιτικός πρόσφυγας που θα θέλαμε. Η προοδευτική και καλή συνάδελφός του καμιά φορά ξεχνά πως ο «τρίτος κόσμος» δεν είναι μόνο τουριστική εμπειρία. Τα παιδιά δεν είναι «ραδιενεργά απόβλητα» να τρέμεις να τα αγγίξεις
κάθε άγγιγμα δε συνιστά σεξουαλική παρενόχληση. 

Σε έναν κόσμο που διώκει το χάδι και έχει χάσει προ πολλού την αθωότητά του, η ταινία μας ανασύρει και κινηματογραφεί υπέροχα την ξεχασμένη κοιτίδα τους, μια τάξη όπου διδάσκεται με αγάπη η ίδια η ζωή.





Αξιολόγηση: * * * * (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 22/11/2012

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΑΜΙΕΣ ΣΤΑ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ

 
Σε πολλά από τα κλασσικά μυθιστορήματα, γαλλικά και ρώσικα, του 18ου και 19ου αιώνα, κρυμμένες πίσω από τους βασικούς ήρωες, ανάσαιναν και κάποιες αφανείς ηρωίδες – οι φουρνάρισσες. Οι συγγραφείς τους προσφέρανε λίγες από τις σελίδες τους για να κατοικήσουν και αυτές, με τα ξέπλεκα μαλλιά, τα μεγάλα αγουροξυπνημένα μάτια, την τρωτή ομορφιά τους που οι κακουχίες γοργά θα την κλέβαν. Πρόσφεραν το ζεστό ψωμί στον κόσμο του μόχθου. Ψωμί που σύντομα έμελε να γίνει σύνθημα στις μεγάλες επαναστάσεις που ήταν να ρθουν. 

Λίγοι συγγραφείς έχουν σήμερα την ευαισθησία να γράψουν για το αντίστοιχό τους – τις ταμίες στα σούπερ-μάρκετ. Τα σούπερ-μάρκετ υπήρξανε κάποτε το διαμάντι στο στέμμα της Δύσης, ήταν ο ναός της χαρούμενης κατανάλωσης. Σήμερα, η πίστη στους ναούς αυτούς κλονίζεται. Η κατανάλωση δεν είναι πια χαρούμενη, το πορτοφόλι έχει μόνο κέρματα. Πάντα όμως και παντού, οι γυναίκες αυτές είναι εκεί, παγιδευμένες ανάμεσα στο κρύο από τα ψυγεία και στο κρύο από τις αυτόματες, συρόμενες πόρτες. 

Κάθε μέρα στις ουρές των ταμείων η κοινωνιολογία και η ψυχολογία εκτυλίσσονται. Άνθρωποι μοναχικοί γυρεύουν να ανταλλάξουν δυο κουβέντες. Άνθρωποι πλούσιοι και ακατάδεκτοι απαξιούν να πουν ένα «ευχαριστώ» ή μια «καληνύχτα». Παιδάκια μικρά, με λειψά δόντια και μεγάλα χαμόγελα, δείχνουν τα γλειφιτζούρια στη βάση των ταμείων. 

Και οι ταμίες πάντα εκεί, σ’ ένα κάθισμα, με πόνους στη ράχη, με επιδέσμους στον καρπό, ανοίγουν και κλείνουν τις ταμειακές μηχανές, φορούν τις στολές όπου ο κάθε Μασούτης τυπώνει τα γελοία του σλόγκαν, ελέγχονται από την κορφή ως τα νύχια από το βλέμμα του επόπτη. 

Η ουδέτερη μουσική που παίζουν τα ηχεία των σούπερ-μάρκετ είναι πάντα κρυφά αγχωμένη. Πασχίζει να κρύψει την καθόλου ουδέτερη ιστορία της καταγωγής των προϊόντων. Ιστορίες για κάτεργα κρυφά και μικρές εκπορνεύσεις. Οι ταμίες των σούπερ-μάρκετ λαχανιασμένες σκύβουν στα ράφια, τρέχουν στις αποθήκες, ακούνε φωνές, οφείλουν χαμόγελα. Τα βράδυ αργά κινούν κατάκοπες για το σπίτι. 

Οι συγγραφείς και οι ακαδημαϊκοί δε ρίχνουν πια το βλέμμα τους εδώ – γιατί το τραπέζι τους δεν έχει μόνο ψωμί. Κάποτε το πουλούσαν μόνο στους φούρνους, τώρα το πουλούν και στα σούπερ-μάρκετ. Χωρίς αυτό δε ζει ο άνθρωπος και κάποιες φορές για αυτό βγαίνει οργισμένος στους δρόμους. 




Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, στη στήλη Β’ Εξώστης, 22/11/2012

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ


Αγαπητοί φίλοι και αναγνώστες,
η ραδιοφωνική εκπομπή 
"Κλειδιά για έναν Άστεγο Κόσμο"
ξεκίνησε και πάλι τις μεταδόσεις της.


Μπορείτε να τις ακούσετε εδώ:




Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Ο ΚΑΙΣΑΡΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ (CESARE DEVE MORIRE)

Σκηνοθεσία: Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι
Παίζουν: Κόσιμο Ρέγκα, Σαλβατόρε Στριάνο, Τζιοβάνι Αρκούρι, Αντόνιο Φράσκα, Χουάν Ντάριο Μπονέτι, Βιντσέντζο Γκάλο, Φάμιο Καβάλι
Διάρκεια: 76’
2012


Ο βασικός ήρωας στις τραγωδίες του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ είναι πάντα η ίδια η εξουσία, η φύση και οι συνέπειές της. Κατ’ αυτή την έννοια, δεν υπάρχει ίσως ιδανικότερη σκηνή για αυτές από το χώρο μιας φυλακής, τον τόπο της εξουσίας par excellence

Ακριβώς αυτό κάνουν οι αδερφοί Ταβιάνι επιλέγοντας να κινηματογραφήσουν το ανέβασμα του Ιούλιου Καίσαρα από τους ίδιους τους εγκλείστους σε μια φυλακή υψίστης ασφαλείας στη Ρώμη. Η ολιγόλεπτη ταινία είναι διαρθρωμένη σε δυο μέρη. Το πρώτο, νατουραλιστικά ασπρόμαυρο παρακολουθεί τις πρόβες των κρατούμενων στα κελιά τους και στον ασφυκτικό, φρουρούμενο προαύλιο χώρο. Το δεύτερο, σκοτεινά και πλούσια έγχρωμο, παρουσιάζει το τελικό ανέβασμα του έργου στο μικρό θέατρο της φυλακής.

Πρέπει να πεθάνει ο Καίσαρ; Θέλει να γίνει τύραννος; Αγαπάει το λαό; Το θεατρικό έργο αποτελεί μια σπουδή στην καχυποψία. Ο Βρούτος είναι ένας άνδρας ευγενής ή φιλόδοξος αριστοκράτης; Πίσω από το προσωπείο του λαού είναι ο όχλος που αναδεύεται; Το δράμα ανατέμνει την εξουσία του μαχαιριού και την εξουσία της ρητορικής, καθώς ο Βρούτος και ο Μάρκος Αντώνιος αγορεύουν διαδοχικά πάνω από το φονευμένο σώμα.

Ταυτόχρονα, η πολυεπίπεδη ταινία, ως σκηνοθεσία της σκηνοθεσίας, αποτελεί ένα μετά-σχόλιο για την ίδια την τέχνη και τη θεμελιακή αντίφασή της. Η τέχνη εξανθρωπίζει μιλώντας για φονικά. Και εν προκειμένω, την ενσαρκώνουν οι ίδιοι οι έγκλειστοι φονιάδες. Και παράλληλα, τα μεταφορικά της λόγια αποκτούν πραγματική σημασία καθώς οι ερασιτέχνες ηθοποιοί νιώθουν πως ο Καίσαρας κάλλιστα θα μπορούσε να περπατά στα σοκάκια της Νάπολης ή πως οι διενέξεις της συγκλήτου δεν απέχουνε πολύ από τα ξεκαθαρίσματα της μαφίας. 

Στο τέλος της παράστασης ο Καίσαρας και ο Βρούτος, οι καταδικασμένοι να φονεύονται και να αυτοκτονούν επ’ άπειρο, οδηγούνται για άλλη μια φορά στο Μέγα Δικαστήριο της Ιστορίας, ενώ οι κρατούμενοι πάλι πίσω στο σιδηρόφρακτο κελί τους. Κελί που, όπως θα μονολογήσει ένας ήρωας, «μετατράπηκε σε φυλακή από όταν γνώρισα την τέχνη».



Αξιολόγηση: * * * * *  (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 1/11/2012


Για το καλύτερο ή το χειρότερο, ένα κείμενο που δημοσιεύεται σε 
έντυπη μορφή, οφείλει να σέβεται τους περιορισμούς του χώρου. Εν προκειμένω
δεν είμαι σίγουρος πως στις λίγες αυτές λέξεις μπόρεσα να αναδείξω το πολυεπίπεδο
χαρακτήρα του έργου των Ταβιάνι. Ένα χαρακτήρα που είναι λακωνικός, καθώς 
αναπτύσσεται σε μόλις 76 λεπτά και που ούτε ένα από αυτά τα λεπτά δεν εκπίπτει στον
κραυγαλέο συμβολισμό.

***
  

Μερικές παρατηρήσεις που δε χώρεσαν στο κείμενο:
Οι πραγματικά έγκλειστοι κατάδικοι και ταυτόχρονα – αν και ερασιτέχνες – πραγματικοί ηθοποιοί (είναι ηθοποιοί εφόσον παίζουν θέατρο), οι οποίοι σκηνοθετούνται με διττό τρόπο, ως "ηθοποιοί οι οποίοι πρόκειται να ανεβάσουν ένα έργο” και ταυτόχρονα, ντοκυμαντερίστικα, ως “οι φυλακισμένοι που ως ηθοποιοί πρόκειται να ανεβάσουν ένα έργο” έχουν για τη διάρκεια της ταινίας – αλλά και για το διάστημα που διήρκησαν τα πραγματικά γυρίσματά της – δυο παράλληλες ταυτότητες: του ηθοποιού και του φυλακισμένου. Και αντιστοίχως, υπάγονται σε δυο μηχανισμούς: προφανώς αυτόν της φυλακής και κατά δεύτερο, αυτόν της θεατρικής παραγωγής.

Η ταινία, πολύ υπαινικτικά, αναδεικνύει τις τριβές που προκύπτουν από την παράλληλη λειτουργία αυτών των δυο μηχανισμών. Παραδείγματος χάρη, στα πρώτα λεπτά βλέπουμε τους κρατούμενους να περνούν οντισιόν από το σκηνοθέτη (ο οποίος δεν ανήκει στη φυλακή) ώστε να γίνει η επιλογή όσων θα συμμετάσχουν στην παράσταση, δηλαδή όσων για ένα διάστημα δε θα είναι μόνο φυλακισμένοι, αλλά φυλακισμένοι - ηθοποιοί.

Κατά τη διάρκεια της οντισιόν, οι συμμετέχοντες καλούνται να πουν τη διεύθυνση της κατοικίας τους με δυο διαφορετικούς τρόπους. Έτσι, με τη σειρά οι κρατούμενοι, πολλοί από αυτούς ισόβιοι ή βαρυποινίτες, εκφέρουν κλαίγοντας / κραυγάζοντας τη διεύθυνση του σπιτιού τους, ενός σπιτιού δηλαδή που ενδεχομένως ποτέ ξανά δε θα κατοικήσουν.

Επιπλέον, η σκηνή της οντισιόν διαρκεί αρκετά λεπτά, ώστε να παρακολουθήσουμε αρκετούς κρατούμενους να δοκιμάζουν τους διαφορετικούς τρόπους εκφώνησης της διεύθυνσής τους. Κανένας δε μοιάζει με κανενός άλλου. Ως θεατές παρακολουθούμε να ξεδιπλώνεται μπροστά μας η ιδιαιτερότητα της χροιάς της φωνής του καθενός, των χειρονομιών του, της συναισθηματικής επένδυσης του λόγου του, της συγκεκριμένης επιλογής των λέξεων και ούτω καθ’ εξής. Με άλλα λόγια, παρακολουθούμε – με αφορμή την οντισιόν – την ανάπτυξη της ατομικότητας καθ’ ενός κρατουμένου.

Σε επόμενη σκηνή του έργου, βλέπουμε τους ηθοποιούς αμά τη λήξη της ημερήσιας πρόβας να έχουν επιστρέψει στα κελιά τους. Πλέον, έχουν περάσει από το μηχανισμό της θεατρικής παραγωγής και πάλι πίσω στο μηχανισμό της φυλακής. Οι ήρωες κοιτούν το ταβάνι του ελάχιστου δωματίου τους και κάποιος μάλιστα μονολογεί πως "φυλακή είναι να κοιτάς το ταβάνι". Οι διαφορετικές ατομικότητες που έχουν αναδειχθεί στη σκηνή της οντισιόν έχουν μετατραπεί στην ομοιογενή ταυτότητα του Φυλακισμένου.

Ως καταδικασμένοι, οι ποικίλες κολάσιμες πράξεις τους (και φυσικά τα ποικίλα κίνητρα και βιογραφικά στοιχεία πίσω από αυτές) αντιστοιχούν απλώς σε μια ποσότητα ενός αφηρημένου ισοδύναμου: του χρόνου. Ο εγκλεισμός στηρίζεται σε έναν υπολογισμό που εξισώνει το ετερογενές των πράξεων σε απλές ποσότητες στέρησης της ελευθερίας. Και επιπλέον, στερώντας την ελευθέρια αυτή, στερεί τη δυνατότητα της ίδιας της ετερογένειας της ύπαρξης. Πέρα από όλα τα άλλα, ο εγκλεισμός είναι και μια βαθύτατα υπαρξιακή τιμωρία. Καταδικάζει στο να "κοιτάς το ταβάνι". Και επίσης, σε καταδικάζει να έχεις ένα μόνο όνομα: "ο Φυλακισμένος". Και μια μόνο διεύθυνση: "αυτή της Φυλακής".

Οι τριβές των δυο μηχανισμών θα εμφανισθούν και σε άλλα σημεία της ταινίας, με την επιπρόσθετη επίδραση και της μυθοπλασίας του Σαίξπηρ που δραματοποιούν οι κρατούμενοι – ηθοποιοί. Ο Ιούλιος Καίσαρας ανάμεσα σε άλλα πολλά, διαπραγματεύεται την αντινομία κατά την οποία οι Αριστοκράτες (Βρούτος, Κάσσιος) κατηγορούν για τυραννία Αυτόν (Καίσαρα) που αγαπά το Λαό και που ο ίδιος ο Λαός τον αγαπά.

Οι κρατούμενοι που επιλέγονται στην οντισιόν να ενσαρκώσουν τον Βρούτο, τον Κάσσιο και τους άλλους ήρωες συγκλητικούς, δολοφόνους του Καίσαρα, δεν αποτελούν μόνο Αριστοκράτες στα πλαίσια της παράστασης, αλλά γίνονται "αριστοκράτες" και στα πλαίσια της ίδιας της φυλακής. Εφόσον θα συμμετάσχουν στην παράσταση, απολαμβάνουν προνόμια για το διάστημα της προετοιμασίας της, όπως το προνόμιο του μεγαλύτερου προαυλισμού.

Κατά αυτό τον τρόπο, μετατρέπονται σε "αριστοκράτες της φυλακής" σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κρατούμενους, οι οποίοι δε θα συμμετάσχουν στην παράσταση και έτσι δε θα γίνουν κρατούμενοι – ηθοποιοί, αλλά θα παραμείνουν κρατούμενοι και μόνο, αποτελώντας έτσι το "λαό της φυλακής".

Η συνθήκη αυτή κινηματογραφείται με έναν πολύ ευρηματικό τρόπο. Πρόκειται για τη σκηνή της δολοφονίας του Καίσαρα και των δυο λόγων που απευθύνουν στο λαό της Ρώμης αμέσως μετά, ο δολοφόνος Βρούτος και ο υποστηρικτής του Καίσαρα Μάρκος Αντώνιος. Η φωτογραφία της ανάρτησης απεικονίζει την αρχή αυτής της σκηνής. Πάνω από τον τοίχο που βλέπουμε στα αριστερά, υπάρχουν κελιά κρατουμένων. Πίσω από τα κάγκελά τους συνωστίζονται οι κρατούμενοι οι οποίοι δε συμμετέχουν στην παράσταση (και άρα είναι κρατούμενοι και μόνο) και οι οποίοι παρακολουθούν τα τεκταινόμενα της πρόβας.

Θα παρακολουθήσουν τις δυο ομιλίες των αριστοκρατών ηρώων, και όπως και στο έργο του Σαίξπηρ, αρχικά θα επευφημήσουν τον Βρούτο, ο οποίος είναι ο πρώτος ομιλητής, ύστερα τον Μάρκο Αντώνιο, ο οποίος δευτερολογεί, και τελικά θα καταφερθούν ενάντια στον Βρούτο και τους άλλους συνωμότες. Έτσι, ερήμην τους – καθώς δε συμμετέχουν στην παράσταση – θα ενσαρκώσουν ωστόσο το ρόλο του "λαού" της σαιξπηρικής τραγωδίας.

Παράλληλα όμως, οι Ταβιάνι θα δώσουν κάποια πλάνα τα οποία ξεφεύγουν από την κινηματογράφηση της θεατρικής πρόβας. Πλέον βλέπουμε απλώς τη φυλακή (και όχι το χώρο μιας πρόβας) και ακούμε φωνές κρατουμένων (που δε διακρίνουμε πια αν αποτελούν αντίδραση στα τεκταινόμενα της πρόβας) οι οποίες παραπέμπουν σε κάποια εξέγερση των φυλακών.

Κατά αυτό τον τρόπο, πάρα πολύ έξυπνα κατά τη γνώμη μου, οι Ταβιάνι υπονομεύουν τις υπόνοιες του σαιξπηρικού κειμένου για έναν "όχλο που άγεται και φέρεται" και αντιπαραβάλλουν έναν αυτεξούσιο λαό που εξεγείρεται ενάντια στη φυλάκισή του.

Αυτές λοιπόν είναι κάποιες περαιτέρω σκέψεις με αφορμή την ταινία, οι οποίες δε χώρεσαν στο βασικό κείμενο για αυτήν. Φοβάμαι πως τις διατύπωσα με περισσότερο περίπλοκο τρόπο από ό,τι ήταν ανάκη. Ωστόσο ελπίζω λίγο να κατέδειξαν την πολυεπίπεδη σημασία αυτής της χαμηλόφωνης και λιτής ταινίας την οποία θεωρώ ένα μικρό αριστούργημα.