Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΣΤΕΜΜΑΤΟΣ: Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (GAME OF THRONES: THE FIRST SEASON) )

Δημιουργοί: Ντέιβιντ Μπενιόφ, Ντι Μπι Γουάιζ
Παίζουν: Σον Μπιν, Λένα Χέντεϊ, Πίτερ Ντίνκλατζ, Ίεν Γκλεν, Μέϊζυ Γουίλλιαμς Τσαρλς Ντανς, Μαρκ Άντι, Κόνλεθ Χιλλς, Εμίλια Κλαρκ
Παραγωγή: ΗΒΟ
Δέκα Επεισόδια
2011



Οι εξακόσιες λέξεις αυτού του κειμένου είναι πολύ λίγες για να χωρέσουν μια περιγραφή ή μια ανάλυση του φανταστικού, ψευδομεσαιωνικού κόσμου που επινόησε η συγγραφική φαντασία του George R.R. Martin και ενσάρκωσε σε πραγματικά κινηματογραφική εικόνα η τηλεοπτική σειρά του αμερικανικού δικτύου HBO

Αναγκαστικά θα σκαρώσουν λίγες εικόνες και σκέψεις, για τους μυημένους και τους αμύητους, για αυτό που θεωρώ ως μια από τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές δημιουργίες της εποχής μας, ένα έργο που παίρνει το μίτο της μεγάλης αφήγησης από κει που τον άφησαν τα πολύτομα αριστουργήματα των γάλλων και ρώσων κλασσικών συγγραφέων του 18ου και 19ου αιώνα, όταν άρχισε να ξημερώνει ο θραυσματικός 20ος.

Το Game of Thrones αποτελεί ένα τεράστιο πείραμα της σκέψης και της αλληγορικής αναπαράστασης. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν κόσμο σεξπηρικό, όπου όλοι οι θρόνοι είναι ματωμένοι και το αίμα δεν ξεπλένεται από τα χέρια, στους εφιάλτες της συνείδησης. Όπου η φωτιά που ανάβουν οι μάγισσες στο δάσος, προφητεύει το μέλλον καλύτερα από ό,τι οι δημοσκόποι, όπου κάθε ενθρόνιση συνεπάγεται διαλεκτικά την καρατόμηση, σ’ αυτό το «μέγα σφαγείο της εξουσίας».

Ή για την πολιτική θεωρία του Τόμας Χομπς, που θέλησε να βάλει τάξη στην Αγγλία του Οίκου των Στιούαρτ, οραματιζόμενος τον μέγα εξουσιαστή ως το βιβλικό Λεβιάθαν που έβγαζε φλόγες – όπως και οι δράκοι του Οίκου των Ταργκάρυεν – και θα τερμάτιζε το διαρκή εμφύλιο.

Ή για τις συμβουλές που έδινε ο Νικολό Μακιαβέλι στους ιταλούς ηγεμόνες της Αναγέννησης, νοώντας για πρώτη φορά την εξουσία εργαλειακά, όπου κάλλιστα θα μπορούσαν να φιλοξενηθούν ως παραδείγματά τους, ο Τζόφρυ ο Αχώνευτος ή ο Νέντ Σταρκ, ο λόρδος Βάρις και ο "Μικροδάχτυλος".

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τη διαφορά ηθικής συμπεριφοράς και ηθικότητας, αναλύοντας με τις ώρες τα κίνητρα της βασίλισσας και βασιλομήτωρος Σέρσεϋ ή του αιμομίκτη και βασιλοκτόνου αδερφού της, Τζέιμι.

Ή, επίσης, να εξερευνήσουμε την έννοια της «υβριδικότητας» ακολουθώντας το νάνο Τύριον  («κάθε νάνος είναι μπάσταρδος στα μάτια του πατέρα του») ή τον μπάσταρδο Τζων Σνόου, καθώς κατατάσσεται στη Νυχτερινή Φρουρά, που χρέος της είναι να περιφρουρεί τα σύνορα και την «οριακότητα».

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν κόσμο σε αναβρασμό και σε μετάβαση, όπου ο «μακρύς χειμώνας» που ξεκινά σε ένα σύμπαν στο οποίο οι εποχές κρατούν πολύ περισσότερο από 3 μήνες, δεν αποτελεί απλώς μετεωρολογική ιδιοτροπία, αλλά συμβολισμό για τις αλλαγές της παγκόσμιας γεωπολιτικής που συνεπάγονται κάθε οικονομικής ή άλλης κρίσης.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τα ανοίκεια έθιμα της φυλής Ντοθράκυ ή για τους Άγριους Ανθρώπους που κατοικούν βορείως του Τείχους, για το τι σημαίνει πολιτισμικός σχετικισμός, σήμερα που η παγκοσμιοποίηση μας φέρνει όλους πρόσωπο με πρόσωπο. 

Τέλος, θα μπορούσαμε να εικάσουμε πως οι ζωντανοί–νεκροί που τριγυρνούν απειλητικά σα σκιές,  δεν είναι κάτι άλλο από το ασυνείδητο του φαινομενικά πολιτισμένου Νότου, όπου τώρα που οι αριστοκρατικοί του Οίκοι συγκρούονται διεκδικώντας το Σιδηρούν Θρόνο της εξουσίας, εγκαταλείπει τις συμβάσεις που συγκρατούσαν τα ένστικτα του θανάτου.

Και φυσικά, δε γίνεται να μη μιλήσουμε για την αστείρευτη αγωνία και απόλαυση που πηγάζει από την πεμπτουσία περιπέτειας και δράματος που βρίσκεται στην καρδιά του Game of Thrones, στοιχεία που τόσο λείπουν από τις σοβαρές, δοκιμιακού τύπου ταινίες. 

Ή και για τους παράξενα λυτρωτικούς φόνους που επιφυλάσσει ο Martin στους ήρωές του, κεφάλαιο με κεφάλαιο, επεισόδιο με επεισόδιο, εξορίζοντας το happy end, όπως άλλωστε το συνηθίζει και η ίδια η πραγματικότητα.

Στο Game of Thrones, βρισκόμαστε άπειρους φανταστικούς κόσμους μακριά από το μανιχαϊσμό του Τόλκιν και την καθησυχαστική αφήγηση της μάχης του Καλού με το Κακό, ή από τις φαντασιώσεις ενηλικίωσης του Χάρι Πότερ.

Αν ο Χ.Λ.Μπόρχες θεωρούσε αδύνατη εν τέλει κάθε αναπαράσταση, καθώς και ο τελειότερος χάρτης, αν ήθελε να απεικονίσει την πραγματικότητα πιστά, θα έπρεπε να είναι ένα σεντόνι που θα σκέπαζε την υδρόγειο σφαίρα, το Game of Thrones, εντούτοις, επιτυγχάνει τη σωστή κλίμακα, το σωστό εύρος της αλληγορίας, γίνεται ένα ταυτόχρονα αρχαϊκό και υπερμοντέρνο έπος, αποτελεί μια εντυπωσιακή αφήγηση του φανταστικού και ταυτόχρονα μια φριχτά πραγματική νατουραλιστική απεικόνιση του γιγαντιαίου παιχνιδιού της εξουσίας, της ζωής και του θανάτου, που το ανθρώπινο γένος παίζει αδιάλειπτα από την ημέρα μηδέν της ύπαρξής του.




Αξιολόγηση: * * * * *  (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 7/6/2012

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

6 + 1 ΑΠΙΣΤΙΕΣ (LES INFIDELES / THE PLAYERS)


Σκηνοθεσία: Εμανουέλ Μπερκό, Φρεντ Κραβαγιέ, Αλεξάντρ Κουρτιέ κ.α.
Παίζουν: Γκιγιόμ Κανέ, Λιονέλ Αμπελάνσκι, Ζαν Ντουζαρντάν, Αλεξάντρα Λαμί, Ζεραλντίν Νακάς
Διάρκεια 119’
2012


Μιαν άλλη φορά θα διερωτηθώ γιατί εδώ και τέσσερεις μήνες όλο μου τυχαίνει (;) να πρέπει να γράψω για ταινίες που αναφέρονται στο σεξ, και κυριότερα, γιατί παράγονται τελευταία τόσες και τόσες ταινίες με αυτό στο επίκεντρο…

Ήταν ο "Άλμπερτ Νομπς" και η καταβύθιση στη συγκρότηση της σεξουαλικής μας ταυτότητας άλλοτε ως «φύσης» και άλλοτε ως «κατασκευής» που επιτελείται. Ήταν το "Δωμάτιο στη Ρώμη" όπου οι γυναίκες του ομοερωτικά αναζητούσαν την εγκαθίδρυση μιας θηλυκής μυθολογίας. Ήταν ο πανσεξουαλισμός του Shame στα χρόνια της παρακμής της Δύσης. Ήταν το σοκαριστικό και απελευθερωτικό, στην παθιασμένη αμεσότητά του, σεξ των ηλικιωμένων στο "Wolke 9". Ήταν η αυνανιζόμενη κόρη του "Άναψέ με" που με τον αυνανισμό καταπράυνε τους πόνους της αλλαγής ηλικίας και «δέρματος». Και σήμερα είναι το "6+1 Απιστίες" (απλούστατο, = 7) που αναφέρεται στην απιστία…

Πρόκειται για μια σπονδυλωτή ταινία που οι ιστορίες της σκηνοθετούνται από διαφορετικούς σκηνοθέτες αλλά οι βασικοί τους ήρωες ενσαρκώνονται από τους ίδιους δύο ηθοποιούς. Μάλιστα στην τελευταία ιστορία επανερχόμαστε στις περσόνες της πρώτης, ώστε η ταινία να καταλήξει συμπερασματικά.  

Γιατί απατούν λοιπόν οι άνθρωποι; Όταν ήμουν δεκαοχτώ, ένας φίλος μεγαλύτερος μου είχε πει να διαβάσω Κούντερα. Μου είχε τάξει πως αν μάθω απέξω οποιαδήποτε σελίδα του και την πω σε μια κοπέλα, αυτή μετά θα με θέλει. Τον ξεκοκάλισα τότε – μα δεν τον χρησιμοποίησα τελικά, ντρεπόμουν με ή χωρίς Κούντερα – και θυμάμαι πως το σύνολο έργο του στον πυρήνα του αποτελούσε μια ανατομία των ερωτικών σχέσεων, και στην πραγματικότητα τίποτε παραπάνω. Πέρασαν τα χρόνια και ο Κούντερα δε μου αρέσει πλέον, εν τέλει νομίζω πως είναι ρηχός. Ωστόσο θυμάμαι μια από τις ιστορίες του, όπου δυο φίλοι είχαν αποφασίσει όταν πηγαίνουν με μία κοπέλα να της λένε στου οργασμού την ώρα μια παράξενη λέξη στο αυτί, ώστε όταν ο άλλος άκουγε αυτή τη λέξη από μια ερωμένη, να ξέρει πως αυτή είχε περάσει και από το κρεβάτι του άλλου, συσφίγγοντας έτσι τους αδερφικούς δεσμούς της φιλίας…

Αυτή είναι η αβάσταχτη ελαφρότητα των σχέσεων της εποχής μας – και εν πολλοίς για μένα εξηγεί γιατί απατούν οι ήρωες στην ταινία. Στα μικρά αυτά φιλμάκια θα παρελάσουν πολλές περσόνες ή καρικατούρες αντρών που θα θέλουν να πηδήξουν γιατί το κάνουν τα ζώα ή επειδή το επιτάσσει το φολκλόρ των εταιρικών συνεδρίων ή επειδή έχουν λεφτά να «νοικιάσουν» μια έσκορτ ή επειδή ο χειμώνας ήταν μακρύς ή επειδή η οικονομική κρίση τους θλίβει…

Την ταινία τη βρήκα μέτρια, αρκετά αναμενόμενη, άντε και λίγο χιουμοριστική. Αν έχει κάποια αρετή, αυτή  είναι πως μέσα στην αμηχανία της, μετατρέπεται άθελά της σε ένα ακόμα σύμπτωμα των καιρών μας. Στις σχεδόν δυο ώρες που πρέπει να κάτσουμε στην καρέκλα μας συγκεντρωμένοι (σπάνιο προνόμιo στην επιταχυμένη εποχή μας) μπορούμε κάλλιστα να σκεφτούμε τα «πως» και τα «γιατί» μας. Γιατί τόσες πολλές ταινίες για το σεξ ενώ τρέχουν τόσα άλλα σοβαρά ζητήματα γύρω μας; γιατί δε μας νοιάζει και τόσο αν πληγώνουμε άλλους; γιατί όλα τα αριθμούμε – από τις γκόμενες έως οτιδήποτε – τα προσμετρούμε και τα πιστώνουμε ως ήττες ή ως νίκες μας;

Προσωπικά νομίζω  πως στους χαλεπούς αυτούς καιρούς που τώρα μόλις αρχίζουμε να ζούμε, εμείς οι ως-τώρα-καταναλωτές, τρομάζουμε, μα δεν ξέρουμε ακόμα που να στραφούμε. Και έτσι στρεφόμαστε στο μόνο γνωστό μας λημέρι, τον εαυτούλη μας τον περιβόητο. Και τελευταίο κάστρο αυτουνού μάλλον είναι το σεξ. Το σεξ όχι ως δόσιμο και άφημα και επαφή. Μα ως μονόλογος απέναντι σε έναν καθρέφτη, τελευταία ευκαιρία να πιστέψουμε πως είμαστε ακόμα «γαμάτοι».

Κάποια στιγμή, δυο από τους ήρωες αυτοδικαιολογούνται λέγοντας πως «σιγά, και τα ζώα απατούν». Αμάν πια με αυτούς τους ανθρωπομορφισμούς. Κάποτε δικαιολογούσαμε τη μοναρχία επειδή το λιοντάρι βρυχιόταν και «άρα η φύση η ίδια γνώριζε από βασιλιάδες». Ή το θεσμό της ιδιοκτησίας, επειδή τα σκυλιά κατουράνε τριγύρω. Είναι όμως γεγονός πως όταν ο άνθρωπος ψάχνει δικαιολογίες στη φύση, σημαίνει πως η κοινωνία του γίνεται κοινωνία γεμάτη με «ζώα».




Αξιολόγηση: * (1)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 14/6/2012