Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ (L' EXERCISE DE L' ETAT)


Σκηνοθεσία: Πιερ Σολέρ
Παίζουν: Ολιβιέρ Γκουρμέ, Μισέλ Μπλανκ, Ζαμπού Μπράιτμαν, Συλβαίν Ντεμπλέ, Ντομινίκ Βεσνέρ, Άρλυ Χοβέρ
Διάρκεια: 115’
2011



Πλαγίως μας εισάγει η ταινία στο σύμπαν της πολιτικής – η πρώτη σκηνή είναι σκηνή ονείρου, μεστού προς ψυχανάλυση. Στους βαρύτιμους χώρους δωματίου που λίγο μετά θα μάθουμε πως είναι το υπουργικό γραφείο, εξελίσσεται μυστηριακά, μετουσιωμένη ερωτική σκηνή. Γύρω στέκουν προσωπιδοφόροι άντρες, θυμίζοντας υπόγειες ελίτ της μασονίας σε τελετές μύησης και ισχύος, ενώ μια γυναίκα γυμνή και καλλονή ποζάρει το φύλο της σε ένα ερπετό. Και ύστερα έρπεται κοντά του, εισχωρεί εκούσια στο γιγαντιαίο στόμα του.

Ποιό είναι το αντικείμενο του πόθου; Και είναι αυτή η φαλλική γοητεία της εξουσίας; Άραγε είναι το σκωπτικό παιχνίδι της γλώσσας που υπονοεί τα κροκοδείλια δάκρυα; Τι συμβαίνει στον ύπνο αυτού που έχει εξουσία; Ίσως εκεί, ασύνειδα, υφαίνεται η μοίρα υμών των υπολοίπων.

Ο πολιτικός ξυπνά απότομα και η πολιτική αρχίζει. Είναι μια νύχτα δακρύων και χιονιού. Σε μια χαράδρα ανατράπηκε λεωφορείο με παιδιά και αυτός ως υπουργός μεταφορών οφείλει να βρεθεί εκεί ώστε να κατευνάσει, να διερευνήσει, να διακηρύξει. 

Τις επόμενες μέρες και νύχτες η κάμερα θα τον ακολουθεί στενά, να συμβουλεύεται τους συνεργάτες, να συνδιαλέγεται με εχθρούς και φίλους, να βγάζει λόγους, να συναρθρώνει συμφέροντα αντιπαλευόμενων ομάδων.

Θα παρακολουθούμε τον πολιτικό στις πιο δημόσιες και τις πιο μύχιες στιγμές του, στο προεδρικό μέγαρο ή στην τουαλέτα, μα ούτε στιγμή δε θα δούμε την πολιτική, με την έννοια που παραδοσιακά την έχουμε συνδέσει: την οραματική.

Εδώ, μιλάμε για διαχείριση. Κάθε φράση που ξεστομίζει ο υπουργός σταθμίζεται δημοσκοπικά. Στόχος κάθε υπουργείου δεν είναι παρά να ανακτήσει τη δημοτικότητα που έχασε κάποιο άλλο. Και ο πολιτικός μας – που εργάζεται σκληρά – δεν παράγει πολιτική. Απλώς ενορχηστρώνει. Διαλέγει ατάκες, διαλέγει εκθέσεις, διαλέγει συμμάχους, διαλέγει τη δόξα. Την πολιτική όμως ποιός την παράγει;

Η οικονομία η αυτονομημένη. Ένα γιγαντιαίο ερπετό έρπεται τρομακτικά και ακόρεστο. Τη βδομάδα που εξελίσσεται το έργο, βορά είναι οι σιδηροδρομικοί σταθμοί. Ο υπουργός αρχικά ανθίσταται στην ιδιωτικοποίησή τους – δεν έχει καταγωγή από τζάκι, δείχνει να μπορεί να αφουγκραστεί την σκληρότητα της ζωής εκεί έξω – και έπειτα συνομολογεί. Γιατί είναι πλέον ο πολιτικός, αυτός που παράγεται από την οικονομία.

Η πλοκή της ταινίας αρθρώνεται γύρω από δυο αυτοκινητιστικά δυστυχήματα. Ένα λεωφορείο. Ένα υπουργικό αυτοκίνητο. Έξοχες μεταφορές για έναν Υπουργό Μεταφορών, για την ιδιωτικοποίηση των συγκοινωνιών, για το κεφάλαιο το ίδιο, που δίχως εμπόδια και περιορισμούς, κινείται σε όλους τους δρόμους, με όλους τους τρόπους, όλο και πιο γρήγορα και καταστροφικά.

Σε διάφορες στιγμές της ταινίας ηχούν οι καμπάνες. Χτυπούν δοξαστικά – να! δείτε! εδώ συμβαίνει η πολιτική, καθορίζεται η μοίρα του έθνους! Ηχούν πένθιμα – μη βλέπετε, εδώ επισυμβαίνει το τέλος της πολιτικής...

Καμπάνες και κύμβαλα κρούουν, και το όνειρο με τους προσωπιδοφόρους επανέρχεται πεισματικά. Η «άσκηση του κράτους» εκτελείται σχεδόν ιερατικά. Έξω από τα κτίρια, βοηθοί βρεγμένοι ως το κόκαλο στέκουν στη βροχή με ομπρέλες για να καλύψουν τους υπουργούς. Και αυτοί κινούν με τις κουστωδίες τους, σαν άλλοι φεουδάρχες με τα λάβαρα, να συναντήσουνε τον Πρόεδρο το Μέγα. Που κάθεται στο δερμάτινό του θρόνο και ως θεός θα τους διατάξει, μεταθέσει, νουθετήσει, απειλήσει, θα παραδώσει τις Γραφές του και ύστερα με ένα νεύμα του θα τους απολύσει. 

Η ταινία είναι βαμμένη με τα πικρά χρώματα του δειλινού της πολιτικής. Ούτε στιγμή δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν παρακολουθούμε τους υπουργούς μιας συντηρητικής ή μιας σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης. Στα θεολογικοποιημένα μας πολιτικά συστήματα, όπου κάθε τι μαθαίνουμε να το δεχόμαστε ως «φυσικό» και άρα «θεϊκό», τα πάλαι ποτέ σκληρά όρια της ιδεολογίας εξαχνώνονται. 

Η ταινία φέρει ευφυέστατη και πλούσια σημειολογία. Και τεχνηέντως χτίζει μια απουσία η οποία βοεί ως παρουσία. Μαζί με την ιδεολογία απουσιάζει σχεδόν και κάθε εικόνα των πολιτών, με εξαίρεση τα αποσπασματικά πλάνα από ταραχές στην Αθήνα ή από απεργούς που χάνουν τη δουλειά τους κάπου στη Γαλλία. 

Προφητεία και όνειρο, πως η νύχτα που ακολουθεί το δειλινό αυτό, ενδέχεται να είναι φωτεινή, από φωτιές στους δρόμους.




Αξιολόγηση: * * * * *  (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 31/5/2012

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

ΑΝΑΨΕ ΜΕ (FAG ME PA, FOR FAEN / TURN ME ON, YOU DAMMIT!)


Σκηνοθεσία: Γιάνικε Σίσταντ Γιάκομπσεν
Παίζουν: Ελένε Μπέργκσχολμ, Μαλίν Μπιερχόβντε, Ενριέτε Στέενστρουπ, Ματίας Μίρεν Διάρκεια: 76' 
2011

 

Ω! Οι έφηβοι πάντα ζούνε δράματα και πολύ φοβούνται πως θα τα ζούνε ως την αιωνιότητα!

Οι έφηβοι είναι άρρωστοι και ταυτόχρονα οι πιο υγιείς. Μέσα τους κρύβεται ένα παιδί γέρικο που ακόμα δεν αρρώστησε βαριά για να πεθάνει, μα και ένας ενήλικας που τώρα μόλις γεννιέται και μπουσουλά.

Όπου και αν τύχει να μεγαλώνουν οι έφηβοι, στο όμορφο μα ανιαρό Νορβηγικό χωριό της ταινίας μας ή στη μεγάλη μητρόπολη, παντού και πάντα φυλακισμένοι νιώθουν. Και αυτό γιατί το σώμα τους το ίδιο μοιάζει με φυλακή, έτσι που υποφέρει δεμένο σε δυο άλογα και δυο παράλληλους χρόνους που καθένας τρέχει προς την αντίθετη πλευρά.

Για να απαλύνουν τους πόνους τους συχνά οι έφηβοι αυνανίζονται. Αγγίζουν τα όργανά τους με μανία λαξεύοντας ταυτόχρονα τη σεξουαλικότητά που τώρα αναδύεται. Αρχίζουν και νιώθουν επιθυμία για κάτι που δε βρίσκεται μέσα στο παιδικό τους σπίτι, για ξένα πρόσωπα, και έτσι άρχεται ο απογαλακτισμός και η αυτόνομη είσοδος στην κοινωνία. 

Εκεί όμως φυσικά και δεν είναι όλα ρόδινα. Το παιδί που ακόμα κρύβεται μέσα τους πληγώνεται και αρρωσταίνει, τελικά θανάσιμα. Και τότε αυτοί νιώθουν εξόριστοι και εσαεί φυγάδες. Το σκάνε από το σπίτι και ξαναγυρνάνε. Το σκάνε από τις παρέες και βρίσκουν νέες. Και ύστερα επιστρέφουν, όχι πια παιδιά μα μόνο νέοι.

Αυτή πάνω κάτω είναι η ιστορία της τυπικής μας Άλμα, της γλυκιάς και ευαίσθητης δεκαπεντάχρονης που αυνανίζεται μανιωδώς, που την περιθωριοποιούν οι συμμαθητές της, που λίγο μπερδεύει το πραγματικό με τη φαντασίωση, που τη στροβιλίζουνε οι άνεμοι της ηλικίας και ύστερα την απιθώνουν κάτω τρυφερά.

Εφηβικά, αχ πόσο εφηβικά είναι αυτά. Και πόσο ωραία. Μια τυραννική ηλικία που όμως όσο απομακρύνεσαι από αυτή, τόσο περισσότερη νοσταλγία σου γεννά. Μια κοσμογονία ατομική που η ταινία μας την απεικονίζει με όλη την ομορφιά και τη δροσιά των νορβηγικών δασών.





Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 24/5/2012

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

WOLKE 9

Σκηνοθεσία: Αντρέας Ντρέσεν
Παίζουν: Ούρσουλα Βέρνερ, Χορστ Ρέμπεργκ, Χορστ Βέστφαλ
Διάρκεια: 98’
2008


«Ξέρεις πως πηδάει ένας ογδοντάχρονος;»
«Πώς;»
«Αυτή κάθεται στο κεφάλι και αυτός της τον βάζει από πάνω»

Τα ανέκδοτα τα λέμε για να διασκεδάσουμε. Για την ακρίβεια, για να διασκεδάσουμε το φόβο.

Μπορεί να γελάει ενώ το διηγείται ο 76χρονος Καρλ, ωστόσο φοβάται τη στιγμή που το γεννητικό του όργανο δε θα έλκεται άλλο από την επιθυμία, μα από τη βαρύτητα, δίνοντας τέλος στις εποχές της σφριγηλότητας.

Μπορεί να γελάει που το ακούει και η σχεδόν συνομήλική του Ίνγκε, όμως στο βάθος γελά με ταραχή, φοβάται, γιατί μόλις πιο πριν έκαναν έρωτα με πάθος και αυτή απάτησε το σύζυγό της, επίσης συνομήλικο.

Λένε τέτοια ανέκδοτα; Κάνουν τέτοια πράγματα οι άνθρωποι της «τρίτης ηλικίας»;

Η φράση «τρίτη ηλικία» θυμίζει τη φράση «τρίτος κόσμος» που απευθύνει η ισχυρή Δύση σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο, υπονοώντας και εμπεδώνοντας στον επιθετικό προσδιορισμό της, την καχεξία, την εξάρτηση, την ανημποριά της συντριπτικής πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού. Μια φράση που μόνο αξιολογικά ουδέτερη δεν είναι, που προσδιορίζει και ομαδοποιεί χαρακτηριστικά ερήμην, που τσουβαλιάζει ό,τι  δε μοιάζει σε Εμάς σε ένα τσουβάλι για να το παραλάβουν οι φιλάνθρωποι – και οι εκμεταλλευτές.

Αντίστοιχα, η φράση «τρίτη ηλικία» το ίδιο στίγμα κρύβει και αποδίδει, πίσω από το φαινομενικό της σεβασμό. Σε έναν πολιτισμό εμμονικό με τη νεότητα και την ομορφιά, η φράση αυτή, ενώ στην επιφάνεια σέβεται τις διακηρύξεις περί αυταξίας κάθε ανθρώπου, ταυτόχρονα και πιο βαθιά, διαμορφώνει ένα βολικό περιθώριο, γεμάτο γηροκομεία και υποτίμηση, όπου θάβονται ζωντανοί και ξεχνιούνται αυτοί που πια δε νοούνται παραγωγικοί, στην εργασία ή την τεκνοποίηση.

Επιπλέον, αν κάποτε η σεξουαλική επανάσταση θέλησε να απελευθερώσει – και λίγο το πέτυχε, μάλλον πρόσδεσε ακόμα περισσότερο ό,τι νοούμε ως «σεξουαλικότητα» στα δεσμά του καταναλωτισμού και των εξουσιαστικών σχέσεων – ακόμα και στις ειλικρινείς της προσπάθειες, υπήρξε μια ιστορία για όμορφα και νεανικά κορμιά.

Έτσι, αν η ταινία μας σε ένα πρώτο επίπεδο είναι μια συνηθισμένη και λίγο τραγική ερωτική ιστορία, σε ένα δεύτερο, διαλέγοντας για ήρωες ανθρώπους ευάλωτους και με φθαρμένη σάρκα, γίνεται ρηξικέλευθη. Δε φείδεται του γυμνού (και είναι εντυπωσιακό το πόσο σοκάρει αρχικά το φυσικό σώμα!) και το πλαισιώνει απέριττα. Δεν έχει μουσική υπόκρουση αλλά φυσικούς ήχους. 

Μια καφετιέρα που το γουργουρητό της προοιωνίζεται μικρές απολαύσεις, ένα ρολόι που μετρά τον αδυσώπητο χρόνο, ένα τρένο που χαράζει διαδρομές μονότονες, κάθε μέρα απαράλλακτα ίδιες, που μεταφέρει ανθρώπους που ζήσανε μηχανικές ζωές και τώρα οδηγούνται στις τελευταίες αποβάθρες.

Η ταινία είναι ήσυχη μα ταυτόχρονα φωνάζει, φωνάζει πως το σώμα μας δεν έχει ανάγκη. Τα κύτταρά του δε μένουνε στην εξωτερική εμφάνιση του επιθηλιακού ιστού ούτε στις πολιτισμικές κατασκευές της ομορφιάς που θέλει μόνο νεαρά ζευγάρια, στιλπνά και άσπιλα, να ερωτοτροπούν. Τα κύτταρα εμφορούνται από επιθυμία, διακηρύσσουνε το δικαίωμα στον έρωτα και στο αξιέραστο της κάθε ηλικίας, διεκδικούν τη συμμετοχή στην κοινωνία είτε αυτή αφορά το χάδι και τη σύνδεση δυο ανθρώπων είτε τη γενικότερη απόδραση από το περιθώριο.

Έτσι, σε μια εποχή όπου οι ελίτ δε σταματούν να κηρύσσουν αλλεπάλληλα ολόκληρες μερίδες πληθυσμού περιττές (μετανάστες, άνεργοι, ηλικιωμένοι), οι ήρωές μας – πέρα και μέσα από τα δράματα που κρύβει κάθε ερωτική ιστορία – τις φωνάζουν «άντε και γαμηθείτε!»





Αξιολογήση: * * * (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 10/5/2012