Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ (PERFECT SENSE)

Σκηνοθεσία: Ντέηβιντ Μακ Κένζι
Παίζουν: Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Έβα Γκρην, Κόνι Νίλσεν
Διάρκεια: 92'
2011



Να πειραματίζεσαι με τον κόσμο. Να τον πολλαπλασιάζεις. Να τον εκμηδενίζεις. Να τον γυρνάς με το κεφάλι στο πάτωμα και τα πόδια στον ουρανό. Έναν ουρανό με πολλά φεγγάρια και πολλούς κατοίκους, πράσινους, γιγαντιαίους, απειροστούς. Να αφανίζεις την ανθρωπότητα. Να την ξαναγεννάς.

Αυτό είναι η επιστημονική φαντασία, ένα ιδίωμα μυθοπλασίας παραγνωρισμένο, που ωστόσο κάποιοι θεωρητικοί δε δίστασαν να το αποκαλέσουν ως τον πιο απαιτητικό και προκλητικό τρόπο μυθοπλασίας που έχει εφεύρει ο άνθρωπος.

Η επιστημονική φαντασία βασίζεται πάντα σε ένα καινοφανές δεδομένο. Μια ανακάλυψη, μια εφεύρεση ή μια καταστροφή, κάτι απρόβλεπτο και ανοίκειο που συγκλονίζει το παραδεδομένο. Μια υπόθεση που απελευθερώνει ανησυχητικές συνέπειες για ό,τι αποκαλούμε «κοινή γνώμη» και «κοινή αίσθηση» θέτοντας τη διαβρωτική ερώτηση «τι θα γινόταν εάν…».

«Τι θα γινόταν εάν…» …μέρα με τη μέρα οι άνθρωποι χάνανε μία μία τις αισθήσεις τους; Αυτό διερωτάται η σημερινή ταινία μας, καθώς μια πανδημία σαρώνει τη γη, με τους ανθρώπους σταδιακά να χάνουν την όσφρηση, τη γεύση, την ακοή και την όραση.

Οι ρίζες της επιστημονικής φαντασίας φθάνουν βαθιά, στις απαρχές της μοντέρνας εποχής και των επαναστάσεων που αυτή επέφερε στην αντίληψη του κόσμου. Ο Κοπέρνικος απομακρύνοντας τη γη από το κέντρο του σύμπαντος, γέμισε το σύμπαν με πιθανότητες και δυνατότητες, εκ των οποίων ο πλανήτης μας και εμείς αποτελούμε μόνο μία. Ταυτόχρονα, ο Καρτέσιος προτείνοντας το δυισμό πνεύματος και σώματος, εγκαινίασε τη σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία. Ο άνθρωπος τέθηκε απέναντι στον εξωτερικό, υλικό κόσμο και με αυτοπεποίθηση άρχισε να τον ανατέμνει και αναδημιουργεί βάσει των επιδιώξεών του. Παράλληλα όμως, και έκτοτε, η επιστημονική αυτή αισιοδοξία δεν έπαψε να συνοδεύεται από ένα βαθύ υπαρξιακό άγχος, από την αίσθηση ερήμωσης του πνεύματος στον αχανή κόσμο της ύλης που μας καταβροχθίζει.

Αυτή η αισιοδοξία και αυτό το άγχος αποτελούν την τροφή της επιστημονικής φαντασίας έως σήμερα. Η πίστη μας στην επιστήμη φέρνει σύμφυτο μαζί της και το φόβο μη τυχόν και αυτή η πίστη κλονιστεί. Πρόκειται για το είδος της αποκαλυπτικής επιστημονικής φαντασίας που μιλά για μια αποκάλυψη όχι θεολογική, αλλά φριχτά υλική, απότοκου ενός βακτηριδίου που ξέφυγε από το εργαστήριο  ή της σχάσης του ατόμου σε μια βόμβα.

Στην ταινία, η επιστήμη αποτυγχάνει, καθώς κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει τον άγνωστο ιό που εξαλείφει τις αισθήσεις. Και εμείς, παρακολουθούμε ένα ζευγάρι, μια επιδημιολόγο και έναν σεφ, να προσπαθούν να εξισορροπήσουν τη βαθμιαία εκπτώχυνση του βιώματος που κομίζουν οι αισθήσεις, χτίζοντας την ερωτική τους σχέση.

Οι πιο πολλές σκηνές διαδραματίζονται στο πολυτελές εστιατόριο όπου δουλεύει ο ήρωας. Αναπτύσσοντας ένα πανέξυπνο εύρημα, η ταινία μας δείχνει τις προσπάθειες του εστιατορίου να μαγειρεύει με τρόπο που θα ανταποκρίνεται στις διαδοχικές απώλειες: φαγητό ακραία πικάντικο όταν χάνεται η όσφρηση, πιο τραγανό ώστε να ακούγεται όταν χάνεται η γεύση, πορώδες όταν απομένει η αφή, γεμάτο χρώματα όταν ξεμένουμε στην όραση, αρνούμενο να σερβίρει μόνο «λίπη και υδατάνθρακες», δηλαδή μόνο τη ζωική αναπαραγωγή του είδους μας.

Ο Χέγκελ κάπου φέρνει το περίφημο «παράδειγμα της πατάτας» και θεωρεί τη βιολογική μας θρέψη ως ένα πρωταρχικό άνοιγμά μας στον κόσμο. Δαγκώνοντας την τροφή, δαγκώνουμε και ένα κομμάτι του εξωτερικού μας κόσμου. Το έτερο και ξένο (μια πατάτα), καθώς αλέθεται στο στομάχι μας καθίσταται ίδιο με εμάς. Μαζί με την τροφή χωνεύουμε τον κόσμο – δεν τον κατανοούμε όμως.

Και βέβαια, «για ποια κατανόηση λέτε;» θα μπορούσε να ρωτήσει ο έτερος φιλόσοφος, Ντέηβιντ Χιουμ, όταν για αυτόν το μόνο στο οποίο έχουμε πρόσβαση είναι τα δεδομένα των αισθήσεών μας, όταν το μόνο που έχει εγκυρότητα είναι αυτό «που μας φαίνεται», δηλαδή αυτό ακριβώς που χάνουνε οι ήρωες της ταινίας.

Θεωρητικολογήσαμε ακατάσχετα, απλουστευτικά και επίτηδες. Και αυτό γιατί η ταινία με αμηχανία χειρίζεται τις προσωπικές και κοινωνικές συνέπειες του «οξέως συνδρόμου απώλειας των αισθήσεων». Ωστόσο εκεί που αξίζει πραγματικά είναι στο ότι μας παραδίδει ένα ιδιαίτερο και πολύ ενδιαφέρον «πείραμα σκέψης» γεμάτο θεωρητικές προεκτάσεις. 



Αξιολόγηση: * * *  (3)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 26/4/2012

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Ο ΠΑΝΤΑ ΠΑΡΩΝ ΦΑΣΙΣΜΟΣ. ΓΙΑ ΤΟ "ΚΥΜΑ" ΤΟΥ DENNIS GANSEL

Στην ιστοριογραφία του μέλλοντος, ο 20ος αιώνας θα μπορούσε να καταχωρηθεί με δύο – φαινομενικά – τελείως αντιθετικούς προσδιορισμούς.

Θα μπορούσε να αποκληθεί ως ο αιώνας της προόδου, καθώς οι επιστημονικές ανακαλύψεις που σημειώθηκαν κατά τη διάρκειά του και οι τεχνικές εφαρμογές τους, άλλαξαν ριζικά τον τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών μας όπως και την ίδια την καθημερινή ζωή, χαρίζοντάς μας την πεποίθηση – όταν χαϊδεύουμε στην τσέπη το υπερσύγχρονο κινητό μας τηλέφωνο, όταν αναλογιζόμαστε την κατάκτηση του διαστήματος, όταν θαυμάζουμε τα δημοκρατικά μας πολιτεύματα – πως τα πράγματα βελτιώνονται και πως είναι ευτυχώς καταδικασμένα να βελτιώνονται εσαεί.

Ταυτόχρονα όμως, θα μπορούσε να αποκληθεί και ο αιώνας της βαρβαρότητας, καθώς στο σώμα του χαράχτηκαν ανεξίτηλα οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, με αρνητικότερο και εμβληματικό αποκορύφωμά τους το Ολοκαύτωμα, το οποίο έφερε στην επιφάνεια ένα τρομακτικό πρόσωπο της ανθρωπότητας.

Ένα πρόσωπο και πολλούς ανθρώπους που παρά την ενίοτε κλασική τους παιδεία ή τα υψηλόφρονα ιδανικά τους υπήρξαν ικανοί να βασανίσουν και να σφαγιάσουν μεθοδικότατα και στην πιο μεγάλη κλίμακα – και ύστερα να γυρνούν το βράδυ στο σπίτι τους και να κοιμούνται ήσυχοι.

Οι δυο παραπάνω προσεγγίσεις – οι οποίες μόνο φαινομενικά είναι ασύμβατες – καθώς γεγονός είναι πως αμφότερα συνέβησαν σε αυτό τον ταραγμένο αιώνα, απασχόλησαν και απασχολούν μέχρι σήμερα τα πεδία της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας.

***

Η φιλόσοφος Χάνα Άρεντ άλλαξε στην πορεία την αρχική της θέση για ένα ριζικό, πρωταρχικό κακό που συνέβη άπαξ στη ναζιστική Γερμανία, προς μια θέση που υποστήριζε την κοινοτοπία του κακού, αναλογιζόμενη τους μηχανοδηγούς εκείνους που με την ίδια ευσυνειδησία που μετέφεραν χαρούμενους ταξιδιώτες πριν τον πόλεμο, μετέφεραν τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ή τους βασανιστές που το ίδιο βράδυ που είχαν βασανίσει κάποιον, είχαν και ένα γλυκό φιλί για τη γυναίκα και τα παιδιά τους.

Ο κοινωνιολόγος Ζύγκμουντ Μπάουμαν μελετώντας τα στατιστικά όσων βοήθησαν να διασωθούν τα θύματα των ναζί, παρατηρεί πως αυτοί που ρίσκαραν τη ζωή τους για να βοηθήσουν προέρχονταν, τυχαία, από όλες τις ηλικιακές, οικονομικές, μορφωτικές, πληθυσμιακές ομάδες. Δεν επρόκειτο λοιπόν για κάποια άτομα που είχαν λάβει την ηθική διαπαιδαγώγησή τους από μια κοινωνία που εξευγενίζει, τα οποία κινήθηκαν ενάντια στο πρωτόγονο αμόκ της βαρβαρότητας των υπολοίπων, αλλά για κάποια άτομα που στάθηκαν μεμονωμένα ενάντια σε μια σύσσωμη κοινωνία που από-ηθικοποιούνταν.

Έτσι, το Ολοκαύτωμα δεν το γέννησε μια κακή ποιότητα που φέρουν κάποιοι άνθρωποι μέσα τους, αλλά η ίδια η επίδραση των κοινωνιών μας, με την εμμονή τους στον οικονομίστικο υπολογισμό του κόστους και το οφέλους, με την τάση τους να γραφειοκρατικοποιούν και αποπροσωποποιούν τους ανθρώπους σε νούμερα, να μετατρέπουν τους άλλους σε αντικείμενα για τις επιδιώξεις μας, να δημιουργούν απόσταση μεταξύ των πράξεών μας και των συνεπειών τους.

***

Αν τα παραπάνω ακούγονται πολύ θεωρητικά, δυο πειράματα της ψυχολογίας που έλαβαν χώρα στην Αμερική, μας χορηγούν το εμπειρικό υλικό που τρομακτικά τα στηρίζει.

Το 1961 ο ψυχολόγος Στάνλευ Μίλγκραμ εκτέλεσε το περίφημο, ομώνυμο πείραμά του στο πανεπιστήμιο του Γέηλ.

Ανάθεσε στους εθελοντές του το ρόλο του «δασκάλου» ενώ κάποιοι ηθοποιοί υποδύθηκαν τους «μαθητές». Ο καθηγητής έπρεπε να κάνει μια σειρά ερωτήσεων στους μαθητές και σε περίπτωση που αυτοί έκαναν λάθος, όφειλε να τους προκαλέσει ηλεκτροσόκ, αρχικά χαμηλής έντασης, και σε κάθε επόμενη λάθος απάντηση, όλο και υψηλότερης. Οι «δάσκαλοι» ενημερώθηκαν πως οι «μαθητές» αντιμετωπίζουν καρδιακά προβλήματα, ενώ δε γνώριζαν πως ήταν ηθοποιοί οι οποίοι θα υποδύονταν πως δέχονται ηλεκτροσόκ.

Τα ευρήματα του πειράματος ήταν ανατριχιαστικά. Το 65% των «καθηγητών» χορήγησε τη μέγιστη ποσότητα ηλεκτρισμού, ακόμα και όταν από την άλλη πλευρά του τοίχου, που τους χώριζε από τους «μαθητές», ακούγονταν ουρλιαχτά πόνου ή νεκρική σιωπή. Τυχόν ενδοιασμοί που προέκυπταν, γρήγορα ξεπερνούνταν έπειτα από την παραίνεση των επιβλεπόντων ψυχολόγων να συνεχίσουν το πείραμα.

Πρόκειται για την κοινοτοπία του κακού. Ιδιαιτέρως χαρακτηρηστικά, όλοι οι εθελοντές ήταν λευκοί και εύποροι μεσοαστοί.

Το 1971 διοργανώθηκε ένα παρεμφερές πείραμα από τον Φίλιπ Ζιμπάρντο, στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Αυτή τη φορά οι εθελοντές οι οποίοι ήταν φοιτητές – και μιλάμε για την εποχή των χίπηδων, των αντιπολεμικών και ειρηνιστικών κινημάτων – χωρίστηκαν σε φύλακες και φυλακισμένους. Πολύ σύντομα, οι υποτιθέμενοι φύλακες ξεπέρασαν τα όρια του σαδισμού ενώ ταυτόχρονα οι υποτιθέμενοι φυλακισμένοι αποδέχθηκαν πλήρως το ρόλο του θύματος.

Αν και το πείραμα ήταν προορισμένο να κρατήσει 2 βδομάδες, εγκαταλείφθηκε στις 6 μέρες καθώς ήταν τρομακτική η κλιμάκωση της ψυχολογικής και σωματικής βίας που ασκούνταν. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι πως το πείραμα παρακολουθούσαν 50 συνάδελφοι και φοιτητές του Ζιμπάρντο. Από αυτούς, μόλις μία κοπέλα έγειρε ηθικούς ενδοιασμούς.

Απολύτως ανησυχητικά, τα ευρήματα αυτά στοιχειοθετούν την υπόθεση πως το Ολοκαύτωμα δεν ήταν μια στιγμή τρέλας της κατά τα άλλα λογικής ανθρωπότητας αλλά μια πιθανότητα που διαρκώς ενυπάρχει μέσα στις κοινωνίες μας σπερματικά και που υπό τις κατάλληλες συνθήκες μπορεί να ξανά-φυτρώσει.

***

Ακριβώς αυτό το ερώτημα – αν μπορεί να ξανασυμβεί το Ολοκαύτωμα και αν μπορεί να ξανα-υπάρξει ένας Χίτλερ (και άρα πως ο Χίτλερ δεν υπήρξε απλώς μια δαιμονική - και τυχαία - ενσάρκωση του κακού) διερευνά η ταινία μας.

Βασίζεται και αυτή σε ένα πείραμα, ένα άτυπο πείραμα που εκτέλεσε ο καθηγητής Ron Jones σε ένα Λύκειο της Καλιφόρνια το 1967. Αφορμή υπήρξε η ερώτηση ενός μαθητή του για το κατά πόσο μπορεί να ξανα-υπάρξει ο ναζισμός.

Την εμπειρία του πειράματός του την εξέδωσε ως μικρή ιστορία το 1976. Πάνω της βασίστηκε η τηλεταινία το "Κύμα" του 1981 η οποία είχε μεγάλη απήχηση και αμέσως μετά μεταγράφηκε σε νουβέλα από τον Τοντ Στράσσερ η οποία κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά και αποτελεί ως σήμερα διδακτέα ύλη στα Γερμανικά σχολεία αλλά και αλλού. Το 2008 γυρίζεται η ταινία που θα δούμε, ενώ το 2010 το "Κύμα" ανέβηκε και ως μιούζικαλ.

Μια διαχρονική ιστορία, διαχρονική όπως και η επικαιρότητα του ανησυχτικού ερωτήματος.

***

Η ταινία μας εξελίσσεται στο σήμερα και μάλιστα στη Γερμανία – δηλαδή εκεί όπου ανέβηκε και έπεσε ο ναζισμός, και επομένως εκεί όπου θα πιστεύαμε πως η ιστορική μνήμη θα απέτρεπε περισσότερο από οπουδήποτε αλλού την επανεμφάνισή του.

Ένας αντισυμβατικός δάσκαλος, που πάντα φορά μπλουζάκια πανκ ροκ συγκροτημάτων, που πέρασε στα νιάτα του από τις αυτόνομες καταλήψεις του Βερολίνου, θα αναλάβει να διδάξει στους μαθητές του, στο εβδομαδιαίο μάθημα πολιτικής ιστορίας, τον αυταρχισμό.

Στα λόγια όλα είναι εύκολα – τα παιδιά καταδικάζουν το φασισμό και χασμουριούνται. Πιστεύουν πως βρίσκονται 63 χρόνια και πολλά έτη φωτός μακριά του.

Όμως η πολιτική δεν είναι μόνο θεωρητική ιδεολογία αλλά άμεση πρακτική. Δε σκεφτόμαστε μόνο με το μυαλό αλλά και με το σώμα. Και καμιά φορά το σώμα και οι πρακτικές είναι που υπαγορεύουν τη σκέψη.

Ο καθηγητής θα έχει μια έμπνευση – θα προσπαθήσει να ενσαρκώσει στην τάξη ό,τι συζητάνε.

Την πρώτη μέρα θα τους ζητήσει να τον αποκαλούνε κύριο και να σηκώνονται όρθιοι όταν παίρνουν το λόγο. Μετά τους πρώτους ενδοιασμούς τα παιδιά θα το κάνουν – και θα τους αρέσει. Ακριβώς όπως συμβούλευε ο Μπλέηζ Πασκάλ όσους είχαν αμφιβολίες για την πίστη τους: «πέστε στα γόνατά σας και προσευχηθείτε – και ύστερα θα πιστέψετε». Και όπως συμπλήρωσε ο Σλαβόυ Ζίζεκ, «και αφού πιστέψετε θα νομίζετε κιόλας πως πιστεύατε από την αρχή – και απλώς δεν το ξέρατε».

Τη δεύτερη μέρα θα τους μιλήσει για την αξία της κοινότητας, για τη δύναμη που έχουν οι πολλοί όταν γίνονται μια γροθιά. Θα αλλάξει θέσεις στους μαθητές. Θα τους τοποθετήσει μακριά από τους φίλους και τις συμπάθειές τους. Η θραύση των προσωπικών βιόκοσμων επιτρέπει τη δημιουργία του βιόκοσμου της ομάδας. Θα τοποθετήσει τους καλούς μαθητές δίπλα στους κακούς. Είναι η υπόσχεση της ισότητας.

Την τρίτη μέρα θα βρούνε όνομα για την ομάδα, το «Κύμα», και χαιρετισμό. Πρόκειται για τις τελετές μύησης που έχει κάθε ομάδα. Δεν πάει να είναι ο ΠΑΟΚ ή ο Άρης, οι φίλοι του κυνηγιού ή η Κου Κλουξ Κλαν; Κάθε ομάδα χρειάζεται τα όρια που θα τη διαφοροποιήσουν από κάθε άλλη και που θα δώσουν την πεποίθηση ανωτερότητας σε όσους έχουν το προνόμιο να ανήκουν σε αυτή. Και το κυριότερο, θα τους δώσει έναν εχθρό, που πάντα είναι απαραίτητος, γιατί πάντα ετεροπροσδιοριζόμαστε ώστε ύστερα να αυτοπροσδιοριστούμε. Ο εχθρός θα είναι η από κάτω τάξη όπου διδάσκεται ο αναρχισμός.

Την τέταρτη μέρα όλοι με χαρά θα φορέσουν λευκά πουκάμισα. Δεν πάει να είναι λευκά πουκάμισα ή μελανοί χιτώνες; Τα μέλη της ομάδας πρέπει να μοιάζουν για να αναγνωρίζονται και κυρίως για να αναγνωρίζουν τους εχθρούς της. Το κορίτσι που επιμένει να φορά κόκκινα γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος, ενώ τα μέλη του Κύματος βγαίνουν έξω για να στρατολογήσουν και άλλους.

Νιώθουν πως είναι κίνημα – αν και δεν έχουν κάποιο στόχο, αν και ο καθένας φαντάζεται πως υπάρχει κάποιος στόχος τον οποίο δεν ξέρει και όμως είναι έτοιμος να υπηρετήσει. Τώρα μιλάει η δύναμη των αριθμών και τα παιδιά θέλουν να την αυξήσουν. Το ζητούμενο γίνεται η δύναμη, μια δύναμη τυφλή.

Την πέμπτη μέρα τα πράγματα έχουν ξεφύγει και ο καθηγητής αποφασίζει να τελειώσει το πείραμα. Σε μια εκπληκτική σκηνή θα επιστρατεύσει τη ρητορική του φασισμού, τη γλώσσα του σώματος, το συναισθηματισμό της φωνής, θα προσφέρει θύματα στα λιοντάρια.

Όμως όταν μια κοινωνική δυναμική απελευθερώνεται, δε μαζεύεται τόσο εύκολα. Το τέλος θα είναι τραγικό.

***

Η ταινία κατηγορήθηκε πως είναι προβλέψιμη όσον αφορά την κλιμάκωση και το τέλος της. Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι και η μεγάλη της αρετή. Αν και μπορούμε – στεκόμενοι απ’ έξω ως θεατές – να δούμε τη φοβερή κατάληξη στην οποία οδηγεί κάθε μικρό βήμα που κάνουν τα παιδιά, ταυτόχρονα κάθε μικρό βήμα μας φαίνεται εύλογο, λογικό και γιατί όχι, σαγηνευτικό.

Όταν μιλάμε για την πολιτική και την κοινωνία οι απαντήσεις δεν μπορούν να είναι απλουστευτικές και μανιχαϊστικές. Δεν αρκούν τα καθησυχαστικά και αντιθετικά δίπολα του φασισμού και της δημοκρατίας. Άλλωστε η δημοκρατία έφερε στην εξουσία τον Χίτλερ και η κατ’ όνομα δημοκρατία μας τρεμοσβήνει και πάλι στις μέρες μας.

Τα παιδιά αγκαλιάζουν το εγχείρημα γιατί δεν είναι ευχαριστημένα από το παρόν μας. Ένα παιδί θα δηλώσει πως «είχα ωραία ρούχα και ό,τι άλλο ήθελα μα βαριόμουν». Είναι η δυσανεξία της μοντέρνας ζωής που η κενότητά της και ο ανταγωνισμός της έχουν εκτινάξει τους δείκτες της κατάθλιψης στα ύψη. Κάθε τάξη σε κάθε σχολείο και σε κάθε εποχή, έχει τους παρίες της – παιδιά που δεν τους μιλάει κανείς – και κάθε κοινωνία το ίδιο. Όσο ζούμε σε κοινωνίες ανισότητας, η υπόσχεση για ισότητα δεν μπορεί παρά να είναι το κυρίαρχο αίτημα.

Η ανάγκη του Τιμ – του μαθητή που θα φέρει το πείραμα στα άκρα – για ομοιογένεια και ομαδικότητα δεν προκύπτει από κάποια υποτιθέμενη κακή ψυχή του, αλλά από την απομόνωση στην οποία τον ωθεί το σχολικό περιβάλλον του και ο αδιάφορος αυταρχισμός της οικογένειάς του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως ο ψυχίατρος Βίλχελμ Ράιχ είχε αποδώσει τη δημοφιλία του ναζισμού, στη Γερμανία του μεσοπολέμου, στις φαντασιώσεις σεξουαλικότητας που καλλιεργούσε και στα πατρικά πρότυπα που αφειδώς προσέφερε. Άλλωστε, και η δημοκρατία δε μας διασώζει πάντα από την ομοιογένεια. Ζωές σαν του Τιμ ζούνε χιλιάδες άνθρωποι γύρω μας, πανομοιότυπες στην ανέχεια τους, γκρίζες ζωές.

Όσο για τους πιο προνομιούχους από εμάς, που θεωρούμε πως ασκούμε ελεύθερα την ατομικότητά μας και που ποτέ δε θα φορούσαμε τα άσπρα πουκάμισα της ταινίας, το ίδιο κάνουμε, λίγο πιο κομψά, και το όνομά του είναι μόδα ή λίγο πιο παραδοσιακά, και το όνομά του είναι στρατός.

Η ταινία περιλαμβάνει σκηνές από αγώνες πόλο του μαθητικού πρωταθλήματος. Αν και στα λόγια βαυκαλιζόμαστε να μιλάμε για την «ευγενή άμιλα», βλέπουμε τη βία στα μάτια των παικτών και τη βία στη δύναμη των σουτ τους.Η βία του αθλητισμού είναι μια θεσμοθετημένη βία, ένας μικρός και ευνουχισμένος πόλεμος, μια πρόβα τζενεράλε.

Μια πρόβα τζενεράλε για τη φορά που θα βρούμε και εμείς – όπως και οι μικροί ήρωες της ταινίας – εξιλαστήρια θύματα. Δε χρειάζεται να πάμε μακριά. Πέρυσι σχεδόν τέτοιο καιρό, στο κέντρο της Αθήνας μαίνονταν πογκρόμ ενάντια στους μετανάστες.

Τελικά, θα μπορούσε να ξανα-υπάρξει φασισμός;

Ο ριζοσπάστης καθηγητής μας μόνο φασίστας δεν είναι και τα παιδιά είναι απλοί και κανονικοί μαθητές. Το ολοκαύτωμα δεν αποτέλεσε μια ρήξη στον πολιτισμό μας αλλά μια από τις παράλληλες λογικές του. Μια λογική που πηγάζει από τις διάφορες αυθεντίες και τις διάφορες εξουσίες που αθόρυβα περπατάνε γύρω μας.

Και εμείς, όσο καθόμαστε ήσυχοι στη γωνίτσα μας, όσο καθόμαστε στα αυγά μας, φλερτάρουμε με το ενδεχόμενο, τα αυγά αυτά να είναι από κείνα που εκκολάπτουν τα φίδια του φασισμού.



Δημήτρης Δρένος

Εισήγηση για την ταινία "Το Κύμα" που προβλήθηκε στην Περιφερειακή Βιβλιοθήκη της Ξηροκρήνης, στη Θεσσαλονίκη, στις 3/4/2012