Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

ΕΥΧΕΣ




Αγαπητοί μου φίλοι και αναγνώστες
του ορατού το ψωμάκι
σας εύχεται μια καλή χρονιά



Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

ΠΑΡΑΔΕΙΣΕΝΙΑ ΟΣΤΑ (THE LOVELY BONES)

Σκηνοθεσία: Τζάκσον Πήτερ
Παίζουν: Σαόρσι Ρόναν, Ρόουζ Μακ Ίβερ, Μαρκ Γουόλμπεργκ, Ρέητσελ Βάιζ
Διάρκεια: 135'
2009


Συγκινήθηκα πολύ με αυτή την ταινία.

Δεν με ενθουσίασε ποτέ ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» του ίδιου σκηνοθέτη, όμως αυτή ταινία είναι ένα εξαίσιο κάτι άλλο. Δε με συνάρπασαν ποτέ τα ειδικά εφέ, τα βρίσκω βαρετά, ψεύτικα, ροπή στο κιτς, όμως αυτή τη σπάνια φορά τα πλούσια εφέ της ταινίας προσαρτώνται και διευρύνουν τη γλώσσα του κινηματογράφου.

Ένα δεκατετράχονο κορίτσι βιάζεται και σκοτώνεται από έναν σίριαλ κίλερ σε μια μικρή πόλη στη Πενσιλβάνια της Αμερικής κάπου το 1970. Στο πρώτο μέρος της ταινίας το κορίτσι είναι ζωντανό, στα υπόλοιπα παρακολουθεί μαζί με εμάς, από κάπου που θα μπορούσε να είναι ο «ουρανός» που οι γονείς λένε στα παιδιά πως πήγε ο παππούς και η γιαγιά, ο «παράδεισος», τα «Ηλύσια πεδία», ή απλώς τα συρτάρια της σκέψης όπου εμείς οι ζωντανοί φυλούμε τις απώλειές μας.

Το θέμα προσφέρεται για κλισέ: θρίλερ της σειράς, αμήχανο μελό ή πομπώδη new age φιλοσοφήματα. Όμως ούτε μια στιγμή δεν εκπίπτει στο κλισέ.

Αντιθέτως, η ταινία αλλάζει ιδιοφυώς κλίματα και εποχές – μια νιώθουμε την παγωνιά, μια νιώθουμε τη θέρμη. Το νεκρό κορίτσι γίνεται μια αντίστροφη Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων μέσα σε κάδρα φιλοτεχνημένα άλλοτε ιμπρεσιονιστικά, άλλοτε υπερρεαλιστικά, ενώ στις λάσπες της γης κυλιέται το κιβώτιο με τα κόκαλά της.

Κάθε πλάνο έχει χίλιες λεπτομέρειες και πινελιές, συνειρμούς άφατης ευαισθησίας από το σκηνοθέτη, που ζυγίζουν το βάρος και την ελαφρότητα της ύπαρξής μας. Τα πάντα λειτουργούν συνειρμικά – δεν έχω ξαναδεί να απεικονίζεται έτσι η φαντασμαγορία της ζωής και το φάντασμα «αυτού που φοβόμαστε».

Η ταινία καταφέρνει ό,τι δεν κατάφερε το «Fountain» του Αρονόφσκυ. Αντλεί από το αριστούργημα του Τζων Φόουλς «Ο Σύλλέκτης». Δίνει σάρκα και οστά στον κόσμο που κατοικεί μες το κρανίο μας, και στην πιο γλυκιά ευχή που μπορεί να ακουστεί σε μια κηδεία, «να ζήσεις να τον θυμάσαι»




Αξιολόγηση: * * * * * (5)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 18/3/2010

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

TUNGSTEN



Σκηνοθεσία: Γιώργος Γεωργόπουλος
Παίζουν: Βαγγέλης Μουρίκης, Αγγελική Αναγνωστοπούλου, Τάσος Νούσιας, Όμηρος Πουλάκης, Προμηθέας Αλιφερόπουλος, Κόρα Καρβούνη
Διάρκεια: 99’
2011



Tungsten – ή αλλιώς βολφράμιο, χημικό στοιχείο με μυστηριώδες, ποιητικό όνομα, το μέταλλο με τη μεγαλύτερη αντοχή στη θερμότητα και για αυτό βασικό υλικό των λαμπτήρων πυρακτώσεως. «Τουγκστένιο!», «Βολφράμιο!» θα μπορούσε να φώναζαν ως μαγικό ξόρκι οι αλχημιστές – αυτοί οι πρόγονοι της μοντέρνας χημείας – τελώντας τα πειράματα και τις μαγγανείες τους ελπίζοντας το μολύβι να γίνει χρυσός, το ελιξίριο της νεότητας να στάξει στους δοκιμαστικούς σωλήνες τους, η ευτυχία να διατυπωθεί σε έναν τύπο.

Την ευτυχία επαγγέλλεται ο σύγχρονος τεχνικός πολιτισμός μας. Πατάμε τους διακόπτες – «τουγκστένιο!» – και το ηλεκτρικό ρεύμα ανάβει το φως, ανάβει την τηλεόραση, το ψυγείο βουίζει, το ασανσέρ ξεκινά. Όμως η ευτυχία δεν έρχεται τόσο απλά, μόνο η τεχνολογική επάρκεια.

Καλοκαίρι, στην Αθήνα, σε ξεχασμένους δρόμους και υποβαθμισμένες γειτονιές, η ηλεκτροδότηση διαρκώς διακόπτεται. Η ΔΕΗ απεργεί, η χώρα βυθίζεται σε επάλληλα στάδια οικονομικής ανέχειας, μια χούφτα ήρωες βυθίζονται δυστυχείς σε αδιέξοδα. Χρέη σε τοκογλύφους, ερωτικές σχέσεις προς διάλυση, η ταπείνωση μιας συνέντευξης για εργασία. Η κάμερα θα ακολουθήσει τις διαδρομές τους που μέλει να διασταυρωθούν σε άψυχα γραφεία εταιρειών, σε νεκρικά αμαξοστάσια, σε πεθαμένες αλάνες, σε φονικά σοκάκια.

Η Αθήνα κινηματογραφείται ασπρόμαυρα – και υπέροχα – ως μια οποιαδήποτε μητρόπολη, απειλητική, ανεχής, που τιμωρεί διαρκώς το ανθρώπινο στοιχείο όσων κατοίκων της στερούνται αντοχής στης υψηλής θερμοκρασίας κοινωνικές συνθήκες. Άσπρο και μαύρο στο φιλμ, τζάμι και μπετόν στην πόλη, θύτες και θύματα στους ανθρώπους. Η ταινία αξιοποιεί αλληγορικά τη δυαδική «λογική» του ηλεκτρικού κυκλώματος που ανοιγοκλείνει, για να μιλήσει για τη βία που ρέει μεταξύ των άνισων πόλων μιας κοινωνίας.

Συγγενής της είναι το περίφημο «Μίσος» του Ματιέ Κάσσοβιτς – χωρίς όμως το momentum του. Σε αρκετές στιγμές της είναι κοινοτυπική, κάποιοι διάλογοι αφύσικοι και το σενάριο υποπίπτει σε ατοπήματα.[1] Ωστόσο τις στιγμές που ρέει απρόσκοπτα, προσφέρει μια δυνατή και καινοφανή νατουραλιστική απεικόνιση της χώρας μας, τώρα που σβήνουν τα λαμπάκια στις βιτρίνες της.

Tungsten! Tungsten! Όσο και αν φωνάζουμε τη μαγική λέξη, «ο πολιτισμός τους σταματά / μόλις σβήσει το ηλεκτρικό ρεύμα». Και στο σκοτάδι, αγριότητες.




Αξιολόγηση: * * (2)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στο Φιλμ Νουάρ, 15/12/2011




[1]

Η θεματική του χρεωμένου άντρα / συζύγου / πατέρα ο οποίος αναγκάζεται να καταφύγει σε τοκογλύφους, ο φόβος πως δε θα μπορέσει να τους ξοφλήσει που οδηγεί σε οικογενειακές εντάσεις και εν τέλει η βίαιη κατάληξη όταν οι τοκογλύφοι στέλνουν τους μπράβους τους για την είσπραξη, αποτελεί μια θεματική που εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα σε ταινίες κοινωνικής προβληματικής.

Φυσικά και έτσι συμβαίνει και μάλιστα συμβαίνει πιο συχνά, πιο κοντά μας, από ότι ίσως θα φανταζόμασταν. Ωστόσο, ακριβώς η επαναληπτικότητα του μοτίβου αυτού, μειώνει τελικά την ένταση και τον ωμό και βίαιο ρεαλισμό του.

Ο θεατής πλέον μπορεί να εικάσει ήδη από την πρώτη σκηνή την κατάληξη του επεισοδίου. Κατά μια έννοια αποτελεί μια αντιστροφή των εξίσου αναμενόμενων happy end των χολιγουντιανών ταινιών του συρμού. Φθηνή χαρά, φθηνή λύπη.

Στην τέχνη, ο έμμεσος λόγος είναι πιο ισχυρός από τον άμεσο. Σε κάποια σκηνή, ο χρεωμένος ήρωας, ελεγκτής στον ηλεκτρικό, συναντά έναν συνάδελφό του στο αμαξοστάσιο. Ο συνάδελφος θα επιδιώξει μάταια να του πιάσει την κουβέντα. Θα αρχίσει να μιλά για το «πόσο χάλια πάει η χώρα», «για την ανεργία», «για τα σκάνδαλα» θα αρχίσει δηλαδή να του απαριθμεί τους τίτλους των ειδήσεων.

Όμως αν αυτά τα γεγονότα μας σοκάρουν ως αναγνώστες μιας εφημερίδας, δε μας σοκάρουν ως θεατές μιας ταινίας. Δε θέλουμε να διαβάσουμε το ήδη γνωστό, θέλουμε να δούμε, να δούμε πέρα από ό,τι είναι γνωστό. Μια ταινία δεν είναι απαρίθμηση αλλά εμβάθυνση στις αθέατες πτυχές μιας εικόνας.

Το ζήτημα επομένως δεν είναι να ακούσουμε για τη φτώχια, είναι να μας παρουσιαστεί στην οθόνη με τέτοια δύναμη ώστε να αποτελέσει σχεδόν βιωματική μας εμπειρία. Δεν είναι να δούμε τους μπράβους εν δράσει, αλλά σχεδόν να βιώσουμε τους λόγους που ωθούν κάποιον στο αδιέξοδο, να βιώσουμε το αίσθημα της παγίδευσης και της απόγνωσης καθώς ο ένας δρόμος μετά τον άλλο κλείνει. Οι ήρωες δεν πρέπει να μας παρουσιάζονται ως αγχωμένοι επειδή μιλούν και χειρονομούν αγχωμένα, αλλά επειδή μια αόρατη θηλιά – ορατή μόνο σε εμάς – σφίγγει γύρω από το λαιμό τους.

Στα παραπάνω σημεία η ταινία αποτυγχάνει. Παραμένει στο προφανές – από καλή πρόθεση ωστόσο. Δεν είναι τυχαίο πως λειτουργεί καλύτερα όταν χαλαρώνει: π.χ. στο χιουμοριστικό ιντερμέτζιο της προετοιμασίας για μια συνέντευξη βάσει ενός εγχειριδίου «100 τρόποι για μια επιτυχημένη συνέντευξη» ή όταν οι ήρωες απλώς περιπλανώνται υπό τις σκιές των κτιρίων.

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο αυτό στις ελληνικές ταινίες – ίσως αποτελεί την κατάρα της προσπάθειας να τα πούμε όλα, εδώ, τώρα, σα γροθιά στο στομάχι. Όμως μια πραγματικά γροθιά στο στομάχι δίνεται με τα δάχτυλα σιγά σιγά να κλείνουν και να σφίγγουν μόνο τη στιγμή προτού η γροθιά αγγίξει το σώμα.

Όπως στο υπέροχο «Βροχή από Πέτρες» (Raining Stones / 1991) του Κεν Λόουτς, όπου το απλούστατο, η προσπάθεια μιας φτωχής εργατικής οικογένειας να αγοράσει ένα καλό φόρεμα για την κόρη τους ενόψει της πρώτης της μετάληψης, οδηγεί στις μεγαλύτερες τραγωδίες.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

ΚΑΜΠΕΪ: Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ (KABEI: OUR MOTHER)

Σκηνοθεσία: Γιόζι Γιαμάντα
Παίζουν: Ταντανόμπου Ασάνο, Σαγιούρι Γιοσινάγκα, Μιράι Σίντα, Τσουρούμπε Σοφουκουτέι
Διάρκεια: 133’
2008


O πόλεμος είναι παράλογος. Και ο παραλογισμός του χτίζεται μέρα με τη μέρα πολύ πριν ο πόλεμος κηρυχθεί.

Μια γυναίκα απλώνει τα ρούχα στην αυλή του φτωχικού σπιτιού, στην ιμπεριαλιστική Ιαπωνία, παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα οι δυο μικρές κόρες μελετούν και ο άντρας, γλυκός άνθρωπος, καλός πατέρας, ουμανιστής στοχαστής, διαβάζει Καντ και Χέγκελ, Τολστόι και Έσσε.

Ένα από τα επόμενα βράδια, η Ιαπωνική αστυνομία – στυγνή όπως πάντα και παντού – θα εισβάλει στο σπίτι και μπροστά στην έντρομη οικογένεια θα συλλάβει τον πατέρα για «εγκλήματα σκέψης», δηλαδή κριτικής στον αυτοκράτορα και την επεκτατική πολιτική του.

Ο Γολγοθάς αρχίζει. Για τον πατέρα άθλια κελιά και ανακρίσεις, για τη μητέρα πολλαπλοί ρόλοι να επιτελέσει, για τα κορίτσια μια πρώιμη ενηλικίωση. Οι μήνες θα περνούν και τα νέα θα είναι από όλα τα «μέτωπα» όλο και πιο άσχημα. Την οικογένεια θα επισκεφθούν θείοι και θείες, παππούδες και οι αρχές, εκφράζοντας όλες τις τάσεις της Ιαπωνικής κοινωνίας, ενώ ένας φοιτητής του πατέρα θα προσπαθεί να βοηθήσει την οικογένεια.

Όσο θα σαπίζει ο «προδότης» στη φυλακή, τόσο το μιλιταριστικό κλίμα θα εντείνεται. Πατριωτικά τραγούδια στο σχολείο και ταμπούρλα στους δρόμους. Καμπάνιες υπέρ του πολέμου και συλλογική παράνοια. Θάνατος, νυχτερινές συσκοτίσεις, θάνατος. Χιροσίμα, Ναγκασάκι και πάλι θάνατος και ήττα.

Η ταινία θίγει το βαρύ θέμα της με το συναίσθημα. Αποφεύγει να είναι βαριά και ασήκωτη, «κουλτουριάρικη». Μοιάζει ίσως με ένα μυθιστόρημα για δύσκολα θέματα προορισμένο για έφηβους αναγνώστες και ως τέτοια είναι πάρα πολύ καλή.

Ο πόλεμος είναι παράλογος. Και ο παραλογισμός του εκτείνεται ως και 40 χρόνια μετά. Η ετοιμοθάνατη γριά μητέρα θρηνεί τους νεκρούς του ’40. Ο πολεμικός ηρωισμός είναι άθροισμα οικογενειακών δραμάτων. Και η μητέρα-πατρίδα ενσαρκώνεται λιώνοντας τη σάρκα των πραγματικών μητέρων.




Αξιολόγηση: * * * * (4)

Δημήτρης Δρένος

δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 8/10/2009